Αρχική » Οι Ολλανδικές εκλογές και τα μηνύματά τους για την Ελλάδα

Οι Ολλανδικές εκλογές και τα μηνύματά τους για την Ελλάδα

από Γιώργος Ρακκάς

Δεν είναι μόνον η Νέα Δημοκρατία, ωστόσο, που οφείλει να δει τι συνέβη στην Ολλανδία και να προβληματιστεί σε σχέση με την δική της πορεία. Είναι και η Αριστερά.

του Γιώργου Ρακκά

«Σεισμό» είδαν τα διεθνή ΜΜΕ στο αποτέλεσμα των εκλογών για την ολλανδική Βουλή των αντιπροσώπων.

Η αλήθεια είναι ότι το Κόμμα για την Ελευθερία (PVV) του Γκέερτ Βίλντερς συγκέντρωσε το υψηλότερο ποσοστό και τις περισσότερες έδρες στην ιστορία του (23,7% – 37), για να αναδειχθεί πρώτο στην αναμέτρηση.

Εντούτοις, η άνοδος της Άκρας Δεξιάς στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, δεν είναι κάτι νέο: ο ‘σεισμός’ διαρκεί ήδη 2 και πλέον δεκαετίες, από το 2002 δηλαδή, όταν ο πατέρας της σημερινής ηγέτιδας του Εθνικού Συναγερμού Ζαν Μαρί Λεπέν κατάφερε να περάσει στον 2ο γύρο των γαλλικών προεδρικών εκλογών.

Η άνοδος της άκρας δεξιάς, δηλαδή, συντελείται ήδη εδώ και 2 δεκαετίες. Και επομένως, καμία ‘έκπληξη’ δεν συνιστά η επιβεβαίωση του φαινομένου στην Ολλανδία. Αντίθετα, οι εκλογικές επιδόσεις του Γκεέρτ Βίλντερς, δείχνουν να ακολουθούν το καθιερωμένο πλέον μοτίβο, καθώς το κόμμα του εμφανίζεται ιδιαίτερα δημοφιλές στις χαμηλότερες εισοδηματικά και μορφωτικά κλίμακες. Κάτι που αντικατοπτρίζει τις μεγάλες κοινωνικές ανατροπές που έχουν συντελεστεί υπό τους μετασχηματισμούς που επέβαλαν μια σειρά εξελίξεις, από την ανεξέλεγκτη μετανάστευση και την de facto πολυπολιτισμικότητα, μέχρι τον πληθωρισμό, την εκτόξευση στις αξίες της κατοικίας, και τη γενική άνοδο στο κόστος ζωής.

Αν κάτι, βέβαια, διακρίνει την περίπτωση του Βίλντερς, από αρκετές άλλες περιπτώσεις ευρωπαϊκών ακροδεξιών σχηματισμών, είναι ότι δεν συνδυάζει την ευρωσκεπτικιστική, αντιμεταναστευτική και αντι-ισλαμική του στάση με μια επίκληση στις παραδοσιακές αξίες, αλλά αντίθετα προτάσσει μια φιλελεύθερη ατζέντα σε ό,τι αφορά στα ζητήματα του φύλου, της σεξουαλικότητας κ.ο.κ.

Η επικέντρωση στο φαινόμενο αυτό, όμως, από τα διεθνή ΜΜΕ αλλά και τις εγχώριες αναλύσεις, υποσκελίζει άλλες ενδιαφέρουσες εξελίξεις που έλαβαν χώρα κατά την τελευταία εκλογική αναμέτρηση και που τρόπον τινά μπορεί να αποτελέσουν πιλότο για ευρύτερες τάσεις που εξελίσσονται στο ευρωπαϊκό πολιτικό σκηνικό.

Κατ’ αρχάς, το εκλογικό αποτέλεσμα καταγράφει μια ευρύτερη συναίνεση σε ό,τι αφορά στον περιορισμό της μετανάστευσης. Εκτός από τον Βίλντερς, υπέρ της αυστηροποίησης έχουν τοποθετηθεί: το Λαϊκό Κόμμα για τη Δημοκρατία και την Ελευθερία (VVD) του απερχόμενου πρωθυπουργού Μαρκ Ρούτε, με επικεφαλής την κουρδικής καταγωγής Dilan Yeşilgöz-Zegerius, που έλαβε 15,2%· το κεντρώο Νέο Κοινωνικό Συμβόλαιο (12,8%)· και το κόμμα των Αγροτών-Πολιτών (BBB) που δημιουργήθηκε έπειτα από τον κύκλο έντονων κινητοποιήσεων των Ολλανδών αγροτών για τον ενεργειακό πληθωρισμό καθώς και για το κοινωνικά άδικο μείγμα της πολιτικής για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής (4,7%). Μαζί με το κόμμα του Βίλντερς τα κόμματα αυτά αντιστοιχούν στο 56,4% του εκλογικού σώματος, ενώ με την προσθήκη μικρότερων που συγκλίνουν σε αυτή τη στάση, η πολιτική απήχηση των συγκεκριμένων θέσεων προσεγγίζει το 60%.

Η κρίση της Δεξιάς

Αμφότεροι οι παραδοσιακοί εκφραστές της κεντροδεξιάς, το VVD (Λαϊκό Κόμμα), από τη μία πλευρά, και η CDA (Χριστιανοκοινωνική Έκκληση), κατέγραψαν απώλειες της τάξεως των 6 μονάδων. Οι μεν (VVD) εισέπραξαν το πολιτικό κόστος από τις επιλογές της κυβέρνησης Μαρκ Ρούτε, η οποία διαλύθηκε πάνω σε εσωτερικές διαφωνίες για το ζήτημα της μετανάστευσης. Οι δε (CDA) ακολουθούν μια πορεία συρρίκνωσης τα τελευταία χρόνια καθώς συμμετείχαν σε όλες σχεδόν τις κυβερνήσεις κατά τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, ταυτιζόμενοι με την πολιτική που υπήρξε κυρίαρχη καθ’ όλη αυτήν την περίοδο στη χώρα. Χαρακτηριστικά, από 26,5% που λάμβαναν το 2006, έπεσαν στο 12,4% το 2017, και πλέον κινούνται στο 3,3%.

Οι διαρροές τους, ωστόσο, δεν καταγράφηκαν μόνον έναντι του Βίλντερς, αλλά και προς το Κόμμα των Αγροτών, καθώς και το κεντρώο Νέο Κοινωνικό Συμβόλαιο.

Το Κόμμα των Αγροτών, αποτελεί μια ολλανδική ιδιοτυπία που προκύπτει από την ιδιαίτερη βαρύτητα του πρωτογενούς τομέα στην ολλανδική οικονομία (μετά τις ΗΠΑ, η Ολλανδία είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας αγροτικών προϊόντων, με το ύψος τους να φτάνει στο 17,6% επί του συνόλου).

Ο κλάδος επλήγη ιδιαίτερα, τόσο από τον ενεργειακό πληθωρισμό που ξέσπασε έπειτα από την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, όσο –και κυρίως– από την απόφαση της ολλανδικής κυβέρνησης να εφαρμόσει μια ιδιαίτερα αυστηρή πολιτική για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, σε ένα μείγμα που έπληττε ιδιαίτερα τους μικρούς και τους μεσαίους αγρότες. Χαρακτηριστικά, τον Ιούλιο του 2022, ο αρμόδιος υπουργός εξήγγειλε μεταρρυθμίσεις για την αυστηροποίηση της κτηνοτροφικής παραγωγής προς την κατεύθυνση της μείωσης εκπομπών αζώτου και αμμωνίας, με όρους που οδηγούσαν σε κλείσιμο το 30% των κτηνοτροφικών μονάδων της χώρας. Το κόμμα αυτό, προϊόν μιας πολιτικής που κατανέμει άνισα τα βάρη των περιβαλλοντικών μεταρρυθμίσεων, και το οποίο αντλεί τη δύναμή του κυρίως από την ύπαιθρο, μπορεί να κατέγραψε ένα μάλλον μικρό ποσοστό (4,7%) στις εκλογές για το Κοινοβούλιο. Στην αρχή της χρονιάς, ωστόσο, αναδείχθηκε πρώτο, με ποσοστό 20%, στις εκλογές για την Γερουσία, οι οποίες γίνονται σε περιφερειακό επίπεδο.

Το Νέο Κοινωνικό Συμβόλαιο (ΝSC) αποτέλεσε επίσης έκπληξη στις εκλογές που διεξήχθησαν καθώς με την πρώτη κάθοδό του απέσπασε το 12,6% των ψήφων και 20 έδρες. Είναι πρόσφατη διάσπαση (2021-2023) του άλλου, κάποτε ισχυρού, εταίρου της ολλανδικής κεντροδεξιάς, της CDA, η οποία συντελέστηκε καθώς οι αποχωρήσαντες κατήγγειλαν ότι το κόμμα έχει διολισθήσει στον υπερφιλελευθερισμό, την εγκατάλειψη του κοινωνικού κράτους και την πολιτική ανοιχτών συνόρων. Το νέο κόμμα αυτοτοποθετείται στο Κέντρο, και δηλώνει υπέρ της ανανέωσης του πολιτικού σκηνικού στηλιτεύοντας τον αναχρονισμό του παλαιού πολιτικού κατεστημένου της Ολλανδίας.

Αξίζει να σημειωθεί πως τα δύο αυτά κόμματα, μαζί με το VVD, μπορεί να συγκλίνουν με το κόμμα του Βίλντερς στο ζήτημα της μετανάστευσης, διαφωνούν ωστόσο μαζί του σε άλλα καίρια ζητήματα.

Παραδείγματος χάριν, παίρνουν αποστάσεις από την ουδετερότητα που εκφράζει ως προς τη ρωσική εισβολή – το κόμμα των Αγροτών είναι υπέρ της παραχώρησης μαχητικών F16 στην Ουκρανία. Ακόμα ένα σημείο τριβής αφορά στον ευρωαπορριπτισμό του Βίλντερς, καθώς τα υπόλοιπα κόμματα επιμένουν ιδιαίτερα στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Ολλανδίας, προκρίνοντας μια διεκδικητική στάση εντός της ΕΕ ώστε να ευθυγραμμίσουν την πολιτική της με τις θέσεις τους.

Οι αντιθέσεις αυτές πρόκειται να έχουν σημαντικό αντίκτυπο και στις διαδικασίες για τη συγκρότηση κυβέρνησης συνεργασίας. Ήδη 2 από αυτά, το VVD, και το NSC δήλωσαν ότι δεν θεωρούν εφικτή οποιαδήποτε σύγκλιση με το κόμμα του Βίλντερς, ενώ θέση του κόμματος των Αγροτών, είναι ότι θα συζητούσε την συμμετοχή του σε κάποια κυβέρνηση με εκείνον επικεφαλής, μόνον εφ’ όσον αναθεωρούσε σε σημαντικό βαθμό τις θέσεις του στα ζητήματα αυτά.

Έπειτα απ’ όλα αυτά είναι σαφές πως η εξίσωση «κρίση των παραδοσιακών σχηματισμών = άνοδος της ακροδεξιάς», που προωθείται ως το νέο ερμηνευτικό πολυεργαλείο για τις πολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη είναι εντελώς απλοϊκή και δεν αρκεί για να καταγράψει τις μετακινήσεις που καταγράφονται ιδίως στο κέντρο και προς τα δεξιά του πολιτικού συστήματος. Εξ άλλου, αν κρίνουμε και από την περίπτωση της Μελόνι στην Ιταλία, δεν υπάρχει πλέον ενιαία γραμμή μέσα σε αυτό το ρεύμα ως προς την απόρριψη της ΕΕ, ή την έμμεση υποστήριξη της Ρωσίας και του Πούτιν.

Σε κάθε περίπτωση, δεν ταυτίζεται πλέον με την ακροδεξιά η απόρριψη της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης και του πολυπολιτισμού, ούτε και η στηλίτευση της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής που αποτυγχάνει να υπερασπιστεί αποτελεσματικά τα μεσαία και τα κατώτερα στρώματα, ενώπιον των πιέσεων που δέχονται από την κρίση του υφιστάμενου μοντέλου (πληθωρισμός, στεγαστικό ζήτημα, κοινωνική αναλγησία των περιβαλλοντικών πολιτικών).

Για ποιόν χτυπάει άραγε η καμπάνα; Πάντως θα πρέπει να ανησυχούν κόμματα της κεντροδεξιάς, όπως είναι η Νέα Δημοκρατία που επιμένουν να θεωρούν ότι μπορούν εύκολα να ξεμπερδεύουν με τις αντιθέσεις που οδήγησαν τους Ολλανδούς ομολόγους τους σε μια βαθιά πολιτική κρίση.

Η περίφημη ‘τριγωνοποίηση’, δηλαδή η τακτική της να κλείνει άλλοτε το μάτι στις αγωνίες της κοινωνικής βάσης ως προς τη διατήρηση της εθνικής και κοινωνικής συνοχής, και άλλοτε να κλίνει υπέρ της υπερφιλελεύθερης ατζέντας προς ικανοποίηση διάφορων ευκατάστατων και υψηλά ιστάμενων στην κοινωνική κλίμακα μερίδων του εκλογικού σώματος, γύρισε εν τέλει μπούμερανγκ στην Ολλανδία. Και το ίδιο θα απειλήσει να κάνει, αργά ή γρήγορα, και στην Ελλάδα.

Τα σχεδόν ανυπέρβλητα όρια της αριστεράς

Δεν είναι μόνον η Νέα Δημοκρατία, ωστόσο, που οφείλει να δει τι συνέβη στην Ολλανδία και να προβληματιστεί σε σχέση με τη δική της πορεία. Είναι και η Αριστερά.

Έπειτα από την κρίση της των προηγούμενων χρόνων, η ολλανδική κεντροαριστερά υποβλήθηκε σε μια διαδικασία πολιτικών συγκλίσεων, και, στις παρούσες εκλογές, δοκίμασε κάτι εφάμιλλο της ‘προοδευτικής συμμαχίας’ που συζητούνταν προεκλογικά στην Ελλάδα.

Εκεί αυτή πήρε τη μορφή μιας σύμπραξης μεταξύ Πράσινων και Εργατικού Κόμματος. Η κοινή τους κάθοδος υπερδιπλασίασε μεν τα ποσοστά που έλαβαν χωριστά τα δύο κόμματα στις εκλογές του 2021, που από 5%+5%, έφτασαν στο 15,5% παίρνοντας τις ψήφους του Σοσιαλιστικού Κόμματος και εν μέρει του Σοσιαλφιλελεύθερου D66.

Ωστόσο, η απήχησή τους ‘χτύπησε ταβάνι’ καθώς οι θέσεις τους εμφανίζονται να έχουν επιρροή μόνο στις μεγάλες πόλεις, μεταξύ των μορφωμένων και των ευκατάστατων, και εντός των μεταναστευτικών πληθυσμών, ενώ από την άλλη ένα ανυπέρβλητο ιδεολογικό χάσμα παρεμβάλλεται πλέον ανάμεσα σε αυτούς και τις μεσαίες και κατώτερες τάξεις. Ένα χάσμα που αποτρέπει πλέον την κεντροαριστερά από το να συγκροτεί ευρύτερες κοινωνικές συμμαχίες, και άρα, πλειοψηφικά πολιτικά ρεύματα και την εγκλωβίζει σε μεγέθη μεσαίας πολιτικής δύναμης.

Διόλου τυχαία, επικεφαλής της σύμπραξης είναι ο Γιανς Τίμερμανς, πρώην εκτελεστικός αντιπρόεδρος της Κομισιόν, αρμόδιος για την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία. Μια πολιτική προσωπικότητα που έχει ταυτιστεί με το γνωστό ιδεολογικό και πολιτικό κλίμα που επικρατεί μέχρι σήμερα στα ανώτατα κλιμάκια της ΕΕ, και που τόσο έχει προκαλέσει την αποξένωση του κορμού της κοινωνίας και στην Ολλανδία.

Η περιχαράκωση, λοιπόν, της κεντροαριστεράς σε ένα σύνολο θέσεων που αφορά στη μετανάστευση, την woke ιδεολογία, τον πολυπολιτισμό, την υποτίμηση ζητημάτων όπως είναι ο επαναπατρισμός της παραγωγής, η ευρωπαϊκή γεωπολιτική αυτοδυναμία και άμυνα, την οδηγεί σε ιστορική συρρίκνωση. Άραγε, οι εν Ελλάδι εκφραστές της έχουν την οξυδέρκεια να αφουγκραστούν το μήνυμα αυτό, ή μήπως είναι πολύ απασχολημένοι στους ατέρμονους τακτικισμούς και τη μικροπολιτική τους;

ΣΧΕΤΙΚΑ

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ