Αρχική » Ο ανομολόγητος ρωσικός ιμπεριαλισμός

Ο ανομολόγητος ρωσικός ιμπεριαλισμός

από Άρδην - Ρήξη

H αυτοκρατορία πίσω από την αντιιμπεριαλιστική ρητορική

Η καταγγελία του επεκτατισμού των άλλων, πρωτίστως της Δύσης, κατέχει κεντρική θέση τόσο στη σοβιετική όσο και στη σημερινή ρωσική κρατική ιδεολογία. Η σφοδρότητα αυτής της καταγγελίας λειτουργεί, ωστόσο, και ως μηχανισμός απόκρυψης του ρωσικού ιμπεριαλισμού: η Μόσχα εμφανίζεται ως αντίπαλος της αποικιοκρατίας, αποσιωπώντας τη δική της ιστορία κατακτήσεων, εκμετάλλευσης και υποταγής λαών.

Μια ιδιαίτερα εύστοχη σύνθεση αυτής της ιστορίας προσφέρει ο ιστορικός Αλεξάντερ Έτκιντ, τόσο στο βιβλίο του Internal Colonization: Russia’s Imperial Experience (2011) όσο και στο μεταγενέστερο άρθρο «Decolonize It: Colonization by Russia, Colonization in Russia, and What Happens Next», όπου επανεξετάζει την ανάλυσή του υπό το φως των πολεμικών εξελίξεων από το 2014 και μετά. Κεντρική του θέση είναι ότι η εξωτερική επέκταση και η εσωτερική καταπίεση αποτελούν αλληλένδετες διαδικασίες: το ρωσικό κράτος αποικιοποίησε άλλους λαούς, εφαρμόζοντας παράλληλα αποικιακές σχέσεις κυριαρχίας και στον ίδιο τον πληθυσμό του.

Η Ρωσία εμφανίζεται ως αυτοκρατορική δύναμη την εποχή των πρώτων πορτογαλικών και ισπανικών αυτοκρατοριών. Αναπτύχθηκε ανταγωνιζόμενη χερσαίες δυνάμεις, όπως η Αυστρία και η Κίνα, και αργότερα τις θαλάσσιες αυτοκρατορίες της Βρετανίας και της Γαλλίας. Τον 17ο αιώνα, η Μόσχα αποίκισε τα Ουράλια και τη Σιβηρία. Τον 18ο προσάρτησε τις βαλτικές χώρες, την Κριμαία, τμήματα της Πολωνίας και την Αλάσκα. Τον 19ο επεκτάθηκε στη Φινλανδία, στον Καύκασο, σε τμήματα των Βαλκανίων και στην Κεντρική Ασία. Η αυτοκρατορία, που ανακηρύχθηκε επισήμως το 1721, αντιμετώπιζε παράλληλα εξεγέρσεις στα Ουράλια, στην Πολωνία και στον Καύκασο, ώσπου οι επαναστάσεις έφτασαν στις ίδιες τις πρωτεύουσές της.

Το οικονομικό υπόστρωμα της επέκτασης αναδεικνύεται στο κεφάλαιο «Barrels of Fur» του βιβλίου. Η ευρωπαϊκή ζήτηση για γούνες ωθούσε εμπόρους και ένοπλες ομάδες βαθύτερα στον Βορρά και στη Σιβηρία. Οι αυτόχθονες εξαναγκάζονταν να πληρώνουν φόρο σε δέρματα ζώων, ενώ το κράτος έλεγχε το εμπόριο και προστάτευε τις διαδρομές του. Η εξάντληση των γουνοφόρων ζώων οδηγούσε σε νέες κατακτήσεις: η αποικιοποίηση υπηρετούσε συγκεκριμένα εμπορεύματα και τα έσοδα της εξουσίας.

Με την υποχώρηση της γούνας κατά τον 17ο και τον 18ο αιώνα, το ενδιαφέρον στράφηκε στις σιτοπαραγωγές νότιες στέπες, με τα σιτηρά να αναδεικνύονται σε βασικό εξαγώγιμο προϊόν από τα τέλη του 18ου και κατά τον 19ο αιώνα. Το σιτάρι απαιτούσε περισσότερη και σταθερότερη εργασία, άρα εντατικότερο έλεγχο και πειθάρχηση των αγροτών. Από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, με την ανάπτυξη της πετρελαϊκής βιομηχανίας, και κυρίως κατά το δεύτερο μισό του 20ού, με τη μεγάλη επέκταση της εκμετάλλευσης πετρελαίου και φυσικού αερίου, ανανεώθηκε η εξάρτηση από την απόσπαση και εξαγωγή πρώτων υλών.

Μια εξορυκτική λογική συνδέει αυτές τις φάσεις, με διαφορετικούς μηχανισμούς ελέγχου του πόρου, της εργασίας και των εμπορικών οδών. Ειδικά στη γούνα και στους υδρογονάνθρακες, περιορισμένες ομάδες παράγουν τον βασικό εξαγώγιμο πλούτο, ενώ μεγάλο μέρος του πληθυσμού εξαρτάται από την αναδιανομή των εσόδων του.

Για τον Ετκίντ, η Σοβιετική Ένωση συνέχισε αυτή την αυτοκρατορική παράδοση, την οποία κληρονόμησε και η Ρωσική Ομοσπονδία. Τις πλημμυρίδες όμως διαδέχεται συχνά η άμποτη: ο Αλέξανδρος Β΄ πούλησε την Αλάσκα, επί Λένιν η Ρωσία αποσύρθηκε από τη Φινλανδία και τη Βαλτική, ενώ επί Γκορμπατσόφ έχασε πολύ περισσότερα. Οι νίκες συντηρούσαν τις κρατικές δομές, ενώ οι ήττες επέφεραν μεταρρυθμίσεις και επαναστάσεις: μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο ακολούθησαν οι «Μεγάλες Μεταρρυθμίσεις», μετά τον Ρωσοϊαπωνικό η επανάσταση του 1905, μετά τον Α΄ Παγκόσμιο οι επαναστάσεις του 1917 και μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, η διάλυση της ΕΣΣΔ.

Η Ουκρανία κατέχει κεντρική θέση στην ανάλυση ως η σημαντικότερη αποικία μέχρι την ανεξαρτησία της το 1991. Η ρωσική υποταγή της Ουκρανίας εξελίχθηκε σταδιακά: η συμφωνία του Περεγιάσλαβ το 1654 εγκαινίασε μια σχέση προστασίας με τη Μόσχα, ενώ η συνθήκη του Ανδρούσοβο το 1667 κατοχύρωσε τον έλεγχό της στην αριστερή όχθη του Δνείπερου. Ακολούθησαν η κατάργηση του αξιώματος του χετμάνου το 1764, η καταστροφή της Ζαποριζιανής Σιτς το 1775 και η επιβολή της δουλοπαροικίας το 1783. Με τους διαμελισμούς της Πολωνίας το 1793 και το 1795 ενσωματώθηκαν και τα ουκρανικά εδάφη της δεξιάς όχθης.

Η Ουκρανία προμήθευε την αυτοκρατορία με αγαθά, υπηρεσίες και στελέχη, ενώ ταυτόχρονα αντιστεκόταν στην επέκτασή της. Οι Κοζάκοι εξεγείρονταν, αλλά η ουκρανική αριστοκρατία συμμετείχε στη διοίκηση, όπως αργότερα ουκρανικές ελίτ ενσωματώθηκαν στη σοβιετική εξουσία. Η πολιτισμική διάκριση συνυπήρχε επομένως με οικονομική ανάπτυξη και πρόσβαση στην πολιτική ισχύ. Επιπλέον, η χώρα λειτουργούσε ως κρίσιμος διάδρομος εμπορίου μεταξύ του αυτοκρατορικού κέντρου και της υπόλοιπης Ευρώπης.

Η αποαποικιοποίηση του 1991 παρέμεινε, κατά τον συγγραφέα, μερική και ασταθής. Η Ρωσία διατήρησε τη Σιβηρία και τους τεράστιους ενεργειακούς της πόρους, αλλά έχασε τον έλεγχο των διαδρομών που περνούσαν από την Ουκρανία. Ο Ετκίντ συνδέει τις προσπάθειες υπέρβασης αυτής της γεωπολιτικής αναντιστοιχίας με τον μεταγενέστερο πόλεμο. Η σχετικά ειρηνική διάλυση της ΕΣΣΔ είχε αναβάλει την εκτεταμένη βία που συχνά συνοδεύει το τέλος των αυτοκρατοριών.

Εσωτερική και εξωτερική αποικιοποίηση

Η διάκριση μεταξύ εξωτερικής και εσωτερικής αποικιοποίησης μεταβάλλεται μαζί με τα σύνορα. Μια κατακτημένη περιοχή ενσωματώνεται και σταδιακά εμφανίζεται ως αυτονόητα «εγχώρια», ενώ μια αυτοκρατορική υποχώρηση μπορεί να την καταστήσει ανεξάρτητο κράτος. Από την Ινγκρία μέχρι τη Μαντζουρία, η εξουσία χάραζε σύνορα, εκμεταλλευόταν πόρους, μετέφερε πληθυσμούς και κατασκεύαζε πολιτισμικές ιεραρχίες. Τις τοπικές ελίτ τις εξόντωνε, τις υπέτασσε ή τις ενσωμάτωνε. Εντούτοις, καθώς προχωρούσε η επέκταση, ο παλαιότερος εσωτερικός χώρος παρέμενε υπανάπτυκτος και γινόταν αντικείμενο νέων αποικιστικών παρεμβάσεων.

Η δουλοπαροικία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο Ετκίντ συγκρίνει τους θεσμούς της με την καταναγκαστική εργασία στο ισπανικό Περού και τη δουλεία στον αμερικανικό Νότο. Γύρω από το Νόβγκοροντ, την Τούλα και το Όρενμπουργκ εγκαθίσταντο ξένοι άποικοι και στρατιωτικές αποικίες, ενώ οι ευγενείς κατείχαν εκατομμύρια «ψυχές» και τιμωρούσαν τα σώματά τους. Η Ρωσία ήταν ταυτόχρονα αποικιακή αυτοκρατορία, όπως η Βρετανία, και αποικιοποιημένος χώρος, συγκρίσιμος ως προς ορισμένες σχέσεις εκμετάλλευσης με το Κονγκό ή τις Δυτικές Ινδίες.

Η πολιτισμική απόσταση ανάμεσα σε ανώτερα και κατώτερα στρώματα υπήρχε και σε άλλες αγροτικές κοινωνίες. Στη Γαλλία και τη Γερμανία, η μετατροπή διαφοροποιημένων αγροτικών πληθυσμών σε ενιαίο έθνος είχε επίσης στοιχεία αυτοαποικιοποίησης. Στη Ρωσία, όμως, ο Ετκίντ διακρίνει μια καταστροφική αλληλουχία. Η μοναρχία ενθάρρυνε την εθνογραφική «ανακάλυψη» της αγροτικής κοινότητας· σλαβόφιλοι και σοσιαλιστές την εξιδανίκευσαν, τροφοδοτώντας τον λαϊκισμό των διανοουμένων και το κίνημα της «πορείας προς τον λαό». Ο συγγραφέας συνδέει αυτή τη διαδρομή με την μπολσεβικική επανάσταση και, κατόπιν, με την κολεκτιβοποίηση και τα γκουλάγκ.

Οι ρωσικές αποικιακές διακρίσεις οργανώνονταν κυρίως γύρω από τη θρησκεία και τη νομικά κατοχυρωμένη κοινωνική τάξη, ενώ στις δυτικές αυτοκρατορίες κυριαρχούσαν η γεωγραφία και η φυλή. Οι διαφορές αυτές διατηρούσαν την απόσταση μεταξύ κυρίαρχων και υποτελών. Στις επαναστατικές περιόδους, όμως, οι ίδιοι διανοούμενοι που είχαν αναλάβει να τις μελετούν και να τις διαχειρίζονται αναγνώριζαν τον κατασκευασμένο χαρακτήρα τους, συμβάλλοντας στην απονομιμοποίησή τους.

Η έννοια του εσωτερικού αποικισμού έχει και πρωσική χροιά. Χρησιμοποιήθηκε για τον γερμανικό εποικισμό πολωνικών και βαλτικών εδαφών. Από τη δεκαετία του 1830, κρατικά χρήματα χρηματοδοτούσαν αγορές πολωνικών κτημάτων και εγκατάσταση Γερμανών αγροτών. Επί Μπίσμαρκ προστέθηκαν περιορισμοί στους Σλάβους εργάτες και απελάσεις. Ο Μαξ Ζέρινγκ αναζήτησε πρότυπα στην αμερικανική Δύση και στη Ρωσία, ενώ ο Μαξ Βέμπερ, συνεργαζόμενος αρχικά με τον Γκούσταβ Σμόλερ, εισηγήθηκε δική του εκδοχή αποικισμού της ανατολής. Ο Ετκίντ παρακολουθεί τη συνέχεια αυτών των σχεδιασμών στις κατεχόμενες πολωνικές και ουκρανικές περιοχές και την επίδρασή τους στον νεαρό Χίτλερ.

Η Ρωσία ως «παρθένα χώρα»

Στη ρωσική ιστοριογραφία, καθοριστική ήταν η παρέμβαση του Σεργκέι Σολοβιόφ τη δεκαετία του 1840. Η Ρωσία παρουσιαζόταν ως απέραντη, παρθένα χώρα, που περίμενε να κατοικηθεί και να αρχίσει η ιστορία της. Έτσι, η ιστορία της γινόταν ιστορία μιας χώρας που «αποικίζει τον εαυτό της». Επειδή μητρόπολη και αποικίες δεν χωρίζονταν από ωκεανούς, η διάκριση ανάμεσα σε αποικιστή και αποικιοποιημένο υποχωρούσε. Η διατύπωση αυτή νομιμοποιούσε την επέκταση ως εσωτερική ανάπτυξη, αποκρύπτοντας τους προϋπάρχοντες πληθυσμούς και τη βία της κατάκτησης: εξόντωση, εκτοπισμούς και αφομοίωση, με όπλα, αλκοόλ και ασθένειες.

Ο Σολοβιόφ συνέδεε μάλιστα τη διαρκή μετακίνηση με τον ρωσικό χαρακτήρα: ασθενή προσήλωση στον τόπο, ημιμόνιμη εγκατάσταση, αναζήτηση εύκολης εργασίας και ζωή χωρίς μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Ο μαθητής του Βασίλι Κλιουτσέφσκι ανήγαγε τον αποικισμό στο σημαντικότερο γεγονός της ρωσικής ιστορίας, θεωρώντας τις ιστορικές της περιόδους διαδοχικές φάσεις του. Η σχολή του διέκρινε τον «ελεύθερο» αποικισμό φυγάδων δουλοπάροικων, λιποτακτών και Κοζάκων, τον στρατιωτικό αποικισμό και τον μοναστηριακό, γύρω από ορθόδοξα κέντρα που διέθεταν δουλοπάροικους, εμπορεύονταν και δημιουργούσαν προκεχωρημένες εγκαταστάσεις.

Αυτές οι περιγραφές συχνά αποσιωπούσαν τη βία χάριν του εθνικού αφηγήματος. Ο Πάβελ Μιλιουκόφ, ιστορικός της αυτοαποικιοποίησης, έγινε το 1917 υπουργός Εξωτερικών με φιλοπόλεμη στάση. Ο Ματβέι Λιουμπάφσκι συστηματοποίησε το ίδιο σχήμα, αλλά συνέγραψε το έργο του εξόριστος στη Μπασκιρία, μια από τις αποικιοποιημένες περιοχές που μελετούσε. Οι ιστορικοί περιέγραφαν λεπτομερώς την κατάκτηση της Ουκρανίας, της Πολωνίας ή της Κριμαίας, αποφεύγοντας να τις αποκαλέσουν αποικίες. Εξαίρεση αποτέλεσε ο Νικολάι Γιαντρίντσεφ με το αντιιμπεριαλιστικό έργο «Η Σιβηρία ως αποικία» του 1882.

Στην «Ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία» του 1899, ο Λένιν ενέταξε τον αποικισμό στον μηχανισμό της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Σε τεράστιες χώρες, όπως η Ρωσία και οι ΗΠΑ, οι εσωτερικές ανισότητες μπορούσαν να λειτουργούν όπως οι διεθνείς: ο αποικισμός απορροφούσε το πλεονάζον προϊόν και διεύρυνε την αγορά. Η ανάλυση αποκτά ιδιαίτερο βάρος επειδή, στο μαρξιστικό σχήμα του πρώιμου Λένιν, ο καπιταλισμός επιτελεί ιστορικά προοδευτικό ρόλο, αναπτύσσοντας τις παραγωγικές δυνάμεις και διαλύοντας προκαπιταλιστικές σχέσεις. Μπορούμε συνεπώς να διακρίνουμε εδώ μια ιστορική δικαιολόγηση του αποικισμού ως φορέα προόδου, χωρίς αυτό να συνεπάγεται επιδοκιμασία κάθε κατακτητικής πράξης. Ο Λένιν χαρακτήριζε εσωτερικές αποικίες και περιοχές με ρωσικούς πληθυσμούς, όπως το Αρχάγγελσκ, με μεικτούς πληθυσμούς, όπως η Σιβηρία ή η Κριμαία, και περιοχές άλλων λαών, όπως η Γεωργία. Συμπεριλάμβανε και την ιδιαίτερη πατρίδα του, στον Βόλγα.

Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, ο αποικισμός εξακολουθούσε να ταυτίζεται με την πρόοδο. Η σοβιετική ιδεολογία τον χαρακτήρισε αντιδραστικό και αποσύνδεσε τη ρωσική ιστορία από αυτόν. Η σχετική ορολογία εξαφανίστηκε από τον επίσημο λόγο στις αρχές της δεκαετίας του 1930, ακριβώς όταν η κολεκτιβοποίηση και οι μαζικές μετακινήσεις στα γκουλάγκ επέβαλλαν, κατά τον Ετκίντ, τις βιαιότερες μορφές εσωτερικής αποικιοποίησης. Το Γολοντομόρ του 1932–1933 στην Ουκρανία εντάσσεται σε αυτή τη σύνδεση της βίαιης απόσπασης της αγροτικής παραγωγής με την υποταγή ενός ολόκληρου λαού.

Πουτινικός Ιμπεριαλισμός

Ο συγγραφέας επιμένει ότι οι δύο μορφές αποικιοκρατίας δεν ταυτίζονται. Συνδέονται, ωστόσο, μέσω πολιτικής κυριαρχίας, οικονομικής εκμετάλλευσης και πολιτισμικής ηγεμονίας. Η εσωτερική αποικιοποίηση δεν αποτελεί αποκλειστικά ρωσικό φαινόμενο· έχει μελετηθεί και σε άλλες αυτοκρατορίες. Ούτε η αναγνώριση των Ρώσων δουλοπάροικων ως θυμάτων μειώνει τις γενοκτονίες και τους εκτοπισμούς στον Καύκασο, την εξαφάνιση σιβηρικών λαών ή την καταπίεση Ουκρανών, Λετονών και Ουζμπέκων. Οι ιστορίες αυτές αλληλοφωτίζονται και απαιτούν κοινή κριτική και εργασία μνήμης.

Το πολιτικό συμπέρασμα αφορά τη δυνατότητα αποαποικιοποίησης της ίδιας της Ομοσπονδίας. Ήδη το 1993, η Γκαλίνα Σταροβόιτοβα προειδοποιούσε για μια ηττημένη και εκδικητική «Ρωσία της Βαϊμάρης», θεωρώντας λιγότερο επικίνδυνη την απόσχιση μικρότερων δημοκρατιών από τη συγκράτησή τους με τη βία. Δολοφονήθηκε πέντε χρόνια αργότερα. Μετά το 1991, η Ρωσία μπορούσε, κατά τον Ετκίντ, να αποδεχθεί τη μετααποικιακή της κατάσταση και πιθανές περαιτέρω αποσχίσεις ή να διεκδικήσει την αυτοκρατορική κληρονομιά της ΕΣΣΔ. Επέλεξε τη δεύτερη κατεύθυνση.

Οι πόλεμοι στην Τσετσενία υπονόμευσαν τον εκδημοκρατισμό, ενώ ο Πούτιν περιόρισε την αυτονομία των περιφερειών και προσάρτησε την Κριμαία. Κάθε αυτοκρατορική επιχείρηση ενίσχυε την προσωπική του εξουσία. Ο πουτινισμός χαρακτηρίζεται έτσι ως ρεβανσιστικός ιμπεριαλισμός: επιδιώκει την ανάκτηση παλαιότερων κτήσεων. Η στρατολόγηση για τον πόλεμο στην Ουκρανία από απομακρυσμένες περιφέρειες και μη ρωσικές εθνότητες δείχνει ξανά τη σύνδεση εσωτερικής και εξωτερικής κυριαρχίας.

Για τον Ετκίντ, η υποχρεωτική διατήρηση ενός τεράστιου, συγκεντρωτικού χώρου υπό τη Μόσχα εμποδίζει την αυτοδιάθεση και τη δημοκρατία. Κάθε τοπική δημοκρατική πρωτοβουλία αντιμετωπίζεται ως απειλή διάλυσης· η προστασία της ενότητας ακυρώνει τον ελεύθερο Τύπο, το ανεξάρτητο κοινοβούλιο και την οικονομική ελευθερία. Η αναζήτηση εσωτερικής αποαποικιοποίησης γίνεται συνεπώς προϋπόθεση ειρηνικής ανάπτυξης. Το άρθρο κλείνει με την ακόλουθη εικόνα:

«Προς την αρχή της διακυβέρνησής του, ο Πούτιν ρωτήθηκε τι είχε συμβεί στο ρωσικό υποβρύχιο Κουρσκ, που χάθηκε στην Αρκτική τον Αύγουστο του 2000. “Βυθίστηκε”, είπε με κυνικό χαμόγελο. Η ταυτολογία της απάντησής του συγκάλυπτε τη συγκλονιστική καταστροφή. Προσπαθώντας να διασώσει τις κληρονομιές του παρελθόντος, όπως τον ρωσικό ιμπεριαλισμό και τον σοβιετικό κολεκτιβισμό, ο Πούτιν επιθυμούσε να τις συγχωνεύσει, σε κάτι νέο που θα μπορούσε να ονομαστεί μόνο πουτινισμός. Υπό την πίεση που προκάλεσε, όμως, κάτι συνέβη στο χωνευτήρι. Έλιωσε».

Πηγές:

  1. Alexander Etkind, «Decolonize It: Colonization by Russia, Colonization in Russia, and What Happens Next», Euxeinos, 15, 38/2025. DOI: 10.24894/2296-0708.00002.
  2. Alexander Etkind, Internal Colonization: Russia’s Imperial Experience, Polity, 2011, εισαγωγή και κεφ. 5 «Barrels of Fur», σσ. 72–92.
  3. Συμπληρωματικά: Alexander Etkind, «Barrels of Fur: Natural Resources and the State in the Long History of Russia», Journal of Eurasian Studies 2/2 (2011), σσ. 164–171, DOI: 10.1016/j.euras.2011.03.007. Μέρος του κεφαλαίου 5 του βιβλίου δημοσιεύθηκε σε αυτή τη μελέτη.
  4. Για τη χρονολόγηση της υποταγής της Ουκρανίας: Internet Encyclopedia of Ukraine, Canadian Institute of Ukrainian Studies, λήμματα «Pereiaslav Treaty of 1654», «Andrusovo, Treaty of» και «History of Ukraine» (encyclopediaofukraine.com).
  5. Για τη διευκρίνιση σχετικά με τον ιστορικά προοδευτικό ρόλο του καπιταλισμού: Β. Ι. Λένιν, Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία, κεφ. VIII, ενότητες V–VI (1899). Κείμενο: https://www.marxists.org/archive/lenin/works/1899/dcr8viii/index.htm

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ