Πολιτική

Κωνσταντοπούλου – Τσίπρας

tsipras-konstantopoulou_b2

Ένα είμενο που μετά από 3 μήνες δυστυχώς επιβεβαιώθηκε πλήρως

Ζωή Κωνσταντοπούλου – Αλέξης Τσίπρας

Ή πώς η νομοθετική εξουσία «εκτελεί» την εκτελεστική

του Γιώργου Καραμπελιά

Μέσα στο οικονομικό αδιέξοδο όπου η πραγματική οικονομία συρρικνώνεται και πάλι, το μεγαλύτερο εσωτερικό πρόβλημα της κυβέρνησης, στην ούτως ή άλλως γενικευμένη κακοφωνία της, είναι η μεταβολή της προέδρου της Βουλής, δηλαδή της υπευθύνου για την τήρηση των διαδικασιών για την ομαλή λειτουργία της νομοθετικής εξουσίας, σε δεύτερο πόλο εξουσίας και μάλιστα σε ανοιχτό ανταγωνισμό με την εκτελεστική εξουσία.
Στην αρχή όλοι το εξέλαβαν ως μια αστειότητα μιας απλώς άπειρης και εξουσιομανούς τελειομανούς. Όμως, είχε ήδη δείξει δείγματα γραφής στην προηγούμενη Βουλή και ήταν προφανώς η πλέον ακατάλληλη για έναν ρόλο που από τη φύση του προϋποθέτει και επιβάλλει συναινετικά χαρακτηριστικά.
Ωστόσο, ο Τσίπρας, για να την «ξεφορτωθεί», την τοποθέτησε στη χειρότερη δυνατή θέση, διότι βέβαια δεν απειλείται με «ανασχηματισμούς», όπως οι υπουργοί, και, για να αλλάξει, χρειάζεται πρώτα πρόταση μομφής από την ίδια την κυβερνητική πλειοψηφία, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο.
Έτσι, με το κύρος μιας προέδρου, που ψηφίστηκε και από την αντιπολίτευση, ανέλαβε, μέσα από διαδικασίες που συνιστούν συνταγματική εκτροπή, να μετατρέψει την προεδρία της Βουλής σε νέο πόλο εκτελεστικής εξουσίας. Πέρα από το εμμονικό του χαρακτήρος του ατόμου, οι στόχοι της είναι διάφανοι, ουσιαστικά, από την πρώτη ημέρα που ανέλαβε τα καθήκοντά της. Να υπονομεύσει κάθε διαδικασία συναίνεσης στο κοινοβούλιο, εμποδίζοντας έτσι τον πρωθυπουργό να προχωρήσει σε οποιουσδήποτε «συμβιβασμούς», και να μεταβληθεί στον ηγέτη του δήθεν αδιαλλάκτου στρατοπέδου των ψεκασμένων (γι’ αυτό βέβαια έχει και την πλήρη συμπαράσταση της Ραχήλ Μακρή).
Οι διαρκείς ύβρεις και υποτιμητικές παρατηρήσεις προς τους βουλευτές της αντιπολίτευσης, καθώς και οι παραβιάσεις του κανονισμού, όπως συνέβη ήδη από τις πρώτες συζητήσεις στη Βουλή, είχαν συγκεκριμένη στόχευση. Σκόπευαν να εμποδίσουν, για παράδειγμα, την κοινή ψήφιση των νομοσχεδίων για την «ανθρωπιστική κρίση» και να οδηγήσουν σε αποχωρήσεις της αντιπολίτευσης από τη Βουλή. Και αυτό σε πλήρη αντίθεση με τη στρατηγική (όσο υπάρχει κάτι τέτοιο) της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού, που είναι γνωστό πως επιθυμεί συναίνεση με ένα μέρος τουλάχιστον της αντιπολίτευσης και τον Κώστα Καραμανλή.
Αυτή ήταν όμως μόνο η αρχή. Στη συνέχεια, προχώρησε πιο πέρα, με τα διαρκή ανοίγματα στη Χ.Α., δήθεν για την τήρηση των κανονισμών, αλλά στην πραγματικότητα με στόχο να υπονομεύει τη δεξιά, μέσα από τη διατήρηση του χρυσαυγίτικου μορφώματος, όπως είχε κάνει παλαιότερα ο Λαλιώτης με τον Καρατζαφέρη και το ΛΑΟΣ. Στην ίδια κατεύθυνση, της ανάδειξής της στον πόλο της αριστερής αντιπολίτευσης καπελώνοντας τον Λαφαζάνη και τον… Βούτση, έκανε το συμμετρικό άνοιγμα προς τους καταληψίες που εισήλθαν και στο προαύλιο της Βουλής, σε ευθεία αντίθεση με τις δηλώσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου και του υπουργού Προστασίας του πολίτη.
Αποκορύφωμα της ίδιας στρατηγικής είναι η περιβόητη Επιτροπή για το χρέος η οποία, με τον τρόπο που συγκροτήθηκε, συνιστά μίνι συνταγματικό πραξικόπημα. Συνέστησε υπό την προεδρία της μία παράτυπη επιτροπή, χωρίς να καλέσει τα κόμματα της αντιπολίτευσης να συμμετάσχουν, σέρνοντας τον άβουλο πρωθυπουργό και τον «μένω Παυλόπουλος» πρόεδρο, σε μία φιέστα της πλάκας. Μια φέστα ικανή  να προκαλέσει τα χειροκροτήματα της ψεκασμένης πτέρυγας των αντιμνημονιακών και την οργή της σοβαρής αντιμνημονιακής πτέρυγας διοτι καταστρέφει γελοιοποιώντας το ένα πολύ σοβαρό ζήτημα και αίτημα του σοβαρού αντιμνημονιακού κινήματος. Και, όπως φάνηκε, ο μόνος ο οποίος είχε το θάρρος, προς τιμήν του, να αντιδράσει ανοιχτά σε αυτή την τακτική, διότι με τον τρόπο που στήνεται βρίσκεται σε ευθεία αντιπαράθεση με τη διαπραγμάτευση για το χρέος, που πραγματοποιεί η κυβέρνηση, ήταν ο Βαρουφάκης. Ο πρωθυπουργός περιορίστηκε σε αμήχανα χαμογελάκια και λογύδρια.
Κατά συνέπεια, βρισκόμαστε μπροστά στη σοβαρότερη διάσταση της κυβερνητικής αποσύνθεσης, που έρχεται να προστεθεί σε όλα τα υπόλοιπα. Εκτός από ελάχιστους υπουργούς που παράγουν ένα κάποιο έργο, όπως ο Κοτζιάς, η Βαλαβάνη κ.λπ., η κυβέρνηση αυτή είναι εντελώς ανίκανη όχι απλώς να διαχειριστεί το τεράστιο ζήτημα του χρέους, αλλά να κυβερνήσει στοιχειωδώς. Χαρακτηριστική είναι η ιλαροτραγωδία που εξελίσσεται για τον ΦΠΑ στα νησιά, όπου τη μία μέρα προτείνεται από τον ένα υπουργό και την άλλη αφαιρείται από τον άλλο, με πρωταθλητή τον Σακελλαρίδη που τη Δευτέρα το υποστήριξε και την Τρίτη το αναίρεσε ο ίδιος. Ή τον τραγέλαφο του υπουργείου Προστασίας του πολίτη (sic) το οποίο έχει έναν υπουργό ο οποίος μεταφέρεται από το υπουργείο Εσωτερικών στο υπουργείο Δικαιοσύνης για να καταλήξει, την Τετάρτη 8 Απριλίου, και πάλι στα χέρια του Βούτση, που μας το ανήγγειλε ο ίδιος τηλεοπτικώς! Όσο για τη ρημάδα τη διαπραγμάτευση, τα Brussels Group και άλλα συναφή, έχει καταστεί ανέκδοτο.

Φταίνε τα τραγούδια του, φταίει κι ο λυράρης

Και όμως, μια σοβαρή κυβέρνηση, δεδομένου ότι πληθαίνουν οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι στην περιοχή και έχει καταστεί πολύ δύσκολη για τους Ευρωπαίους και τους Αμερικανούς μια αποπομπή της Ελλάδας από το ευρώ, θα είχε τη δυνατότητα να κερδίσει πάρα πολλά σε μια διαπραγμάτευση, εάν ήξερε τι θέλει και πού πηγαίνει. Αυτό ήδη έχει διαφανεί και από τη δυνατότητα περιορισμού του πρωτογενούς πλεονάσματος και από τη στροφή των Γερμανών μετά την επίσκεψη Τσίπρα.
Όμως, αυτή η κυβέρνηση όχι μόνο δεν ξέρει πού πηγαίνει, μέσα σε μία Βαβέλ κατευθύνσεων, δηλώσεων, αναιρέσεων, αλλά δείχνει παντελώς αδύναμη να ξεπεράσει τα προβλήματα της ασυνεννοησίας, τα οποία αντιθέτως συσσωρεύονται και γίνονται πιο εκρηκτικά. Πολλοί, ανάμεσά τους και ο συγγραφέας αυτού του κειμένου, παρά τις επικρίσεις μου, ελπίσανε πως η κυβέρνηση θα κατόρθωνε να ξεπεράσει σταδιακώς την απειρία και το σοκ των πρώτων ημερών, και να αρχίσει να μαθαίνει, έχοντας μεταφερθεί από τα Λαδάδικα και τα μπαρ του Κολωνακίου στα υπουργικά γραφεία. Απεδείχθη το ακριβώς αντίστροφο. Όσο περνούν οι μέρες, η κυβέρνηση αποσυντίθεται, το αλαλούμ μεγαλώνει και τα κέντρα εξουσίας πολλαπλασιάζονται.
Πρόκειται προφανώς για πρόβλημα που έχει να κάνει με τον ίδιο τον συντονιστή της ορχήστρας. Αποδεικνύεται πως το πρόβλημα δεν είναι απλώς ο ετερόκλιτος χαρακτήρας της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, αλλά η αδυναμία του Τσίπρα να διαχειριστεί την πιο δύσκολη κατάσταση στην οποία βρίσκεται η χώρα τουλάχιστο από το ’74 και μετά.
Τα προηγούμενα χρόνια, ήδη από το 2012, θεωρούσα πως η ανάδειξή του ΣΥΡΙΖΑ σε πόλο της πολιτικής ζωής και αξιωματική αντιπολίτευση είχε επιτευχθεί με τυχοδιωκτικό τρόπο από την πλευρά του Τσίπρα. Διεκδίκησε την ανάδειξη του κόμματός του σε «κυβερνώσα αριστερά», ενώ ήταν προφανώς παντελώς ανέτοιμος, όπως αποδεικνύεται και δυόμισι χρόνια μετά και σε πολύ καλύτερες συνθήκες. Πάντως, όλα αυτά τα χρόνια –δεδομένου ότι δεν είχα άμεση ιδία γνώση για τις δυνατότητές του– άκουγα από πολλούς φίλους παρατηρήσεις για τα επικριτικά μου σχόλια, του τύπου «είναι καλό παιδί», «έχει πατριωτικές απόψεις», «δεν συμφωνεί με το κόμμα του, αλλά τον εγκλωβίζουν», κ.λπ., κ.λπ. Παρ’ όλα ταύτα, η δική μου άποψη, όπως διαμορφωνόταν από τη δημόσια εμφάνιση του, ήταν πως μάλλον είχε σημαντικές επικοινωνιακές δυνατότητες και γι’ αυτό εν πολλοίς αντέγραψε το στυλ Ανδρέα, και ήξερε να κερδίζει τους συνομιλητές του, αλλά δεν είχε το επίπεδο ενός ηγέτη ώστε να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων. Άσφαλτο κριτήριο γι΄ αυτό ήταν η αδυναμία του να δημιουργήσει στο εσωτερικό του κόμματός του, μία συγκροτημένη ιδεολογικά και πολιτικά τάση που να αλλάξει το ίδιο του το κόμμα. Και για ένα ανάλογο εγχείρημα διέθετε την ίδια τη δυναμική που του προσέφερε η αποδοχή του από τους πολίτες και η ευρύτατη δημοσιότητά του στο εξωτερικό. Αντ’ αυτού, έμεινε να στηρίζεται σ’ έναν ιδεολογικό πολτό από αντικρουόμενες απόψεις, όπως οι λεγόμενοί «προεδρικοί», χωρίς πραγματική συνοχή και κατεύθυνση, πέρα από τη δίψα για εξουσία.
Δεύτερο σημαντικό γεγονός, για την αποτίμηση των πραγματικών του δυνατοτήτων, υπήρξε το ότι έπεσε στην παγίδα της επίσπευσης των εκλογών, πράγμα πιθανότατα αναγκαίο για διάφορους ανεπάγγελτους του κόμματός του και τους επί ξύλου κρεμάμενους ΑΝΕΛ, όχι όμως και για τον ίδιο, εάν διέθετε στοιχειώδη στρατηγική αντίληψη. Διότι ήταν προφανές πως η πρόκληση εκλογών, με την ευκαιρία της εκλογής του προέδρου της Δημοκρατίας, θα επιτάχυνε και θα επιβάρυνε την κρίση και θα την φόρτωνε στις πλάτες μιας κυβέρνησης αντιμνημονιακής, που θα εγκλωβιζόταν σε μία από τις δύο επιλογές: Είτε την υποταγή στα κελεύσματα των δανειστών, είτε τη ρήξη πέρα από και ενάντια στο επίπεδο και τη βούληση του ελληνικού λαού.
Αντίθετα, μία στρατηγική επιβολής προέδρου της Δημοκρατίας από τον ΣΥΡΙΖΑ και τους συμμάχους του, που ήταν εξασφαλισμένη, δεδομένου ότι ο Σαμαράς και ο Βενιζέλος ήθελαν να αποφύγουν τις εκλογές, και η προετοιμασία του κόμματός του μέχρι το φθινόπωρο του 2015, θα του έδιναν τη δυνατότητα, τότε, να ανέβει στην εξουσία χωρίς τα αποπνικτικά διλήμματα του σήμερα. Τότε, και από θέση ισχύος, θα μπορούσε να επιβάλει και κούρεμα του χρέους και σημαντικά μέτρα αναίρεσης του μνημονιακού ζουρλομανδύα.
Όμως ο Τσίπρας έχασε την ευκαιρία να μεταβληθεί σε ηγέτη και συμπεριφέρθηκε ως ο primus inter pares μιας ομάδας ανερμάτιστων εξουσιομανών, που φοβόντουσαν ότι, εάν η Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ κατόρθωναν να κλείσουν κουτσά-στραβά τη μνημονιακή εποχή, θα έχαναν την «ευκαιρία» και δεν θα μπορούσαν να κερδίσουν στις προσεχείς εκλογές. Αυτή η αντίληψη είναι όχι μόνο εξουσιομανής και τυχοδιωκτική αλλά κυρίως κοντόθωρη. Αντίθετα, είναι βέβαιο πως οι Έλληνες, μετά από έξι χρόνια μνημόνια, θα μαύριζαν τους εκφραστές του μνημονιακού στρατοπέδου, ακόμα περισσότερο μάλιστα όταν θα έπαυαν να φοβούνται για τα χειρότερα – αυτός ο υπαρκτός φόβος εξάλλου διατήρησε τη Ν.Δ. στο 28% και επιτρέπει ακόμα στον Σαμαρά να διατηρεί την ηγεσία της Ν.Δ.
Όλα αυτά απεδείκνυαν πως, δυστυχώς, ο Τσίπρας ήταν απλώς ο ικανότερος ή ο τυχερότερος μέσα στα πλαίσια και τις δυνατότητες της ηγετικής ομάδας και όχι ένας homme d’ Etat, τέτοιον που απαιτούσαν οι συνθήκες και λαχταρούσε ο ελληνικός λαός για να τον βγάλει από την κρίση. Ήδη, είχαν προδιαγραφεί τα όριά του που επικαλύπτονταν απλώς από τις επικοινωνιακές κινήσεις του. Παρ’ όλα αυτά, σε αυτόν επένδυσαν όχι μόνον οι Έλληνες πολίτες αλλά και οι ξένοι ως έναν υπαρκτό πόλο εξουσίας. Γι’ αυτό, εξάλλου, στα καλύτερά του βρίσκεται μόνον όταν είναι στο εξωτερικό ή όταν απευθύνεται σε ευρύτερα ακροατήρια, ενώ έχει αποδειχθεί μέχρι σήμερα εντελώς ανίκανος να κάνει πράξη τα όσα επαγγέλλεται και να κυβερνήσει τη χώρα. Και έχουν πάει στράφι όλες οι παραινέσεις και οι υποχωρήσεις του τύπου «τι να κάνουμε, αυτούς έχουμε», ή «ας αναλάβει επιτέλους να διαλύσει τον “θίασο”» προς όφελος του κοινού (δηλαδή του ελληνικού λαού), θέλοντας να «ξεχάσουμε» την ανικανότητα διακυβέρνησης την οποία επιδεικνύει.
Χαρακτηριστικά είναι και τα όσα συμβαίνουν στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, όπου διαθέτουμε και τα περισσότερα πλεονεκτήματα ακόμα και για τη διαπραγμάτευση για το χρέος. Η κυβέρνηση Τσίπρα, για να ανέβει στην εξουσία, στηρίχθηκε σε μία πρόδηλη συμμαχία με τους Αμερικανούς, για την οποία έχουμε μιλήσει πολλές φορές τους τελευταίους μήνες. Όμως, όπως είχαμε επισημάνει, αυτή η συμμαχία είναι εξαιρετικά ασταθής, τόσο όσον αφορά ζητήματα όπως το κυπριακό, όπου οι Αμερικανοί θέλουν και πάλι να προσφέρουν την Κύπρο στους Τούρκους ως αντάλλαγμα της πρόσδεσής τους στο δυτικό στρατόπεδο, όσο και εξαιτίας του ουκρανικού, που οδηγεί σε μία νέα διαίρεση της Ευρώπης και σε ρήξη με τη Ρωσία.
Όταν λοιπόν η ελληνική κυβέρνηση, στην απελπισία της από τη χρηματοδοτική ασφυξία, ταυτόχρονα με τους Αμερικανούς, στρέφεται προς τη Ρωσία, τότε κινδυνεύει να κάψει και το αμερικάνικο χαρτί και το ρώσικο. Διότι ήδη οι Αμερικανοί έδειξαν τη δυσαρέσκειά τους καλώντας την κυβέρνηση να εκτελέσει τις «μνημονιακές της υποχρεώσεις» (όπως έκανε στις 6 Απριλίου ο υφυπουργός Οικονομικών με τον Βαρουφάκη), παρά τα δωράκια του Καμμένου στη Λόκχιντ και την προσφορά του Αιγαίου για συνεκμετάλλευση. Από την άλλη, επειδή, σε αυτές τις συνθήκες, δεν μπορεί να κάνει κάποιο σταθερό και μόνιμο άνοιγμα προς τη Ρωσία, κινδυνεύει να κάψει και το ρώσικο χαρτί. Και όλα αυτά παρά τη φρενήρη δραστηριότητα του υπουργού Εξωτερικών.
Έτσι, οδηγούμαστε όλο και πιο κοντά σε αδιέξοδο. Για να βγει η κυβέρνηση και ο Τσίπρας, τη στιγμή που δεν μπορεί να πειθαρχήσει ούτε τον Βούτση ούτε τον Λαφαζάνη, ούτε προφανώς την Ζωή, είναι υποχρεωμένοι να κάνουν κάποια κίνηση. Και επειδή δεν μπορούν να την κάνουν, αυτή θα έρθει από την πραγματικότητα. Είτε ένα πιστωτικό γεγονός, είτε μία στάση πληρωμών, είτε κάποια άλλη εξέλιξη, όπως εκλογές – έτσι ώστε να πειστεί το κόμμα του να τον ακολουθήσει. Και πάλι δύσκολο. Ένας πρωθυπουργός που αφήνει τον Κατρούγκαλο υπουργό του –ακυρώνοντας το μόνο στοιχείο υπεροχής που διέθετε, ότι δηλαδή δεν έχει μία κυβέρνηση διεφθαρμένων και φθαρμένων– πώς θα μπορέσει να πραγματοποιήσει τις απαραίτητες ρήξεις;
Πώς λοιπόν θα μπορέσει να αντιμετωπίσει μια παράλληλη εξουσία, την οποία άφησε να διογκωθεί στη Βουλή; Πώς θα κάνει την οποιαδήποτε κίνηση όταν το 40% των στελεχών του, που ακολουθούν τον Λαφαζάνη, επιθυμούν την επιστροφή στη δραχμή; Ο πρωθυπουργός μοιάζει μάλλον με δεμένα τα χέρια. Έτσι μένουμε να παρακολουθούμε, «δειλοί μοιραίοι και άβουλοι αντάμα», μια μεγάλη κρίση που είτε θα εκδηλωθεί με τους τρόπους που προαναφέραμε είτε θα οδηγήσει σε εκλογές ή δημοψήφισμα, ώστε να μπορέσει να ξεφύγει ο κ. Τσίπρας από το ίδιο του το κόμμα.

Είναι όντως μαραζιάρης ο λαός;

Δυστυχώς, πασχαλιάτικα, δεν έχουμε κάποιο αναστάσιμο μήνυμα από το πολιτικό σκηνικό, παρά μόνον ίσως μια αμυδρή ελπίδα ότι οι Έλληνες θα αρχίσουν να ξυπνάνε από τον λήθαργό τους και επιτέλους θα αποτελέσουν έναν ενεργό παράγοντα στις εξελίξεις, πριν συμβούν τα ανεπανόρθωτα.
Τι ακριβώς εννοούμε; Προφανώς, οι πολίτες βρίσκονται παγιδευμένοι σε ένα απόλυτα αδιέξοδο πολιτικό σύστημα. Αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στις δημοσκοπήσεις, μόλις δύο μήνες πριν, όταν η πλειοψηφία τασσόταν ενάντια στη διεξαγωγή εκλογών αλλά ταυτόχρονα δήλωνε ότι θα υπερψήφιζε εκείνους που θα την προκαλούσαν! Και το δίλημμα ήταν πραγματικό. Πώς άραγε να υπερψηφίσεις τους μνημονιακούς; Τότε, στις απέλπιδες προσπάθειές μας να αποφευχθεί αυτή η καταστροφική εξέλιξη, εισπράτταμε διαρκώς την ίδια απάντηση: «Ναι, δεν θέλω εκλογές, αλλά άμα γίνουν ….» Δηλαδή, είχαμε εκχωρήσει τις πολιτικές εξελίξεις και την τύχη της χώρας στις κομπίνες του Τσίπρα με τον Κουβέλη και του Καμμένου με τον Χαϊκάλη και τον Λαζόπουλο. Αυτό και μόνον το γεγονός δεν προδιέθετε για θετική εξέλιξη.
Και σήμερα το βλέπουμε ολοφάνερα μπροστά μας. Η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων είναι απογοητευμένοι από την κυβέρνηση (το ποσοστό εκείνων που νιώθουν ακόμα «ελπίδα» έχει πέσει στο 11%) αλλά ταυτόχρονα νιώθουν απολύτως εγκλωβισμένοι σε ένα αδιέξοδο. Οι εκλογές έχουν γίνει μόλις πριν από δυόμισι μήνες και η εναλλακτική λύση είναι το δίδυμο που μόλις έχει καταψηφιστεί. Πώς λοιπόν να αναγνωρίσεις ότι και η τελευταία ελπίδα που διαφαινόταν από το υπαρκτό πολιτικό σύστημα απεδείχθη φρούδα; Θα πρέπει να κάνεις βαθύτατες αναθεωρήσεις και προπαντός να εγκαταλείψεις τη λογική της ανάθεσης.
Γι’ αυτό, οι Έλληνες προτιμούν, προσώρας, να κρύβουν το κεφάλι τους στην άμμο, να αποφεύγουν να ασχολούνται με τα πολιτικά τεκταινόμενα, να χαζογελάνε με τις βλακείες της Ζωής, να ξεχνάνε τον Κατρούγκαλο και να κάνουν ότι δεν ακούν πως κυβερνάει «η αριστερά του τίποτα», κατά τον Πανούση. Και βλέπω καθημερινά όσους συνεχίζουν να παίρνουν στα αψήφιστα τη Ζωή, τον Στρατούλη με τις ηρωικές εξόδους του, τον Καμμένο και τους τζιχαντιστές του, τον Σκουρλέτη, να εφαρμόζουν τη στρατηγική της στρουθοκαμήλου, αρνούμενοι να παρακολουθήσουν συστηματικά τα τεκταινόμενα, να ενημερωθούν, για να μη χρειαστεί να αντιδράσουν!
Και όμως αυτή είναι η χειρότερη δυνατή τακτική, διότι όσο η κυβέρνηση και ο Τσίπρας έχουν την εντύπωση πως συνεχίζουν να έχουν την αποδοχή του κόσμου (την οποία στην πραγματικότητα έχουν πλέον μόνο ψιλώ ονόματι), θα συνεχίζουν σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Εάν, αντίθετα, οι Έλληνες αρχίσουν να ξυπνάνε από τον λήθαργο και δείξουν πως δεν ανέχονται ούτε τα συνταγματικά πραξικοπήματα της Ζωής ούτε το κυβερνητικό αλαλούμ, τότε θα στείλουν ένα ισχυρό μήνυμα στην κυβέρνηση. Εξάλλου, αν της διαμηνύσουν ότι δεν μπορεί να συνεχίσει με αυτό τον τρόπο, ίσως προσφέρουν και στον Τσίπρα μια σανίδα σωτηρίας για να κάνει αυτά που μόνος του δεν τολμάει να κάνει.
Όσο αφήνουμε τη ζωή μας και την τύχη της χώρας, για το προβλεπτό μέλλον, στα χέρια αυτής της παρέας, τόσο χειρότερα θα είναι τα πράγματα. Είναι καιρός λοιπόν να υψωθεί κάποια φωνή αντίστασης ενάντια στην καταστροφική εξέλιξη που διαδραματίζεται μπροστά στα μάτια μας και να αντιδράσουμε.
Και έχω την ελπίδα πως ένα μεγάλο μέρος των Ελλήνων βρίσκεται στο ψυχολογικό όριο μετά το οποίο θα αρχίσει να αντιδρά. Τώρα, όλοι ενδόμυχα γνωρίζουν σχεδόν όλα όσα περιγράψαμε. Το ζήτημα είναι να αρχίσουν και να τα αναγνωρίζουν.

Καλή Ανάσταση

Μεγάλη Τετάρτη, 8 Απριλίου 2015

Διαβάστε ακόμα:

Πατριωτική Αριστερά» ή Φιλική Εταιρεία;

 

16 Σχόλια

  1. Βασίλης Μπαρτάς

    Περιμένουμε την πρόταση για μια πραγματικά εναλλακτική διακυβέρνηση και για τη συγκρότηση ενός αληθινού πατριωτικού – δημοκρατικού μετώπου που θα ξεπεράσει τη σημερινή πολιτική κατάσταση. Και φυσικά δεν εννοούμε αυτούς που ο λαός έστειλε πρόσφατα στο σπίτι τους διότι διέλυσαν στην κυριολεξία την πατρίδα και τη δημοκρατία.

    Καλή Ανάσταση και Καλό Πάσχα

    • Η Ζωή είναι η αγαπημένη της ακροδεξιάς και των ψεκασμένων τα έχουμε ξαναπεί αυτά. Ενα μικρό παράδειγμα, η Ελεύθερη Ωρα, η «ναυαρχίδα» των ψεκασμένων ακροδεξιών, είχε ένα πολύ «προφητικό» κείμενο τη Δευτέρα 30 Μαρτίου, «Ζωή κωνσταντοπούλου, εκκολαπτόμενη Ηγέτιδα». Δυστύχως δεν το έχουν ανεβάσει στη σελίδα τους. Θα σου μεταφέρω όμως το ζουμί του άρθρου, η Ζωή είναι η μόνη που τα βάζει με τους διεφθαρμένους, είναι μια θηλυκή Ζορό που χαρακτηρίζεται από σωφροσύνη! Η Ζωή, συνεχίζει ο Ησαίας Κωνσταντινίδης που γράφει το άρθρο, μπορεί να γίνει Ηγέτιδα όχι μόνο της παράταξής της αλλά ευρύτερα του Ελληνισμού και κλείνει το άρθρο δηλώνοντας ότι η εφημερίδα θα είναι στο πλευρό της.
      Αυτό το Ηγέτιδα δεν σου λέει κάτι; Δεν σου ξυπνά μνήμες από το παρελθόν;

    • Χριστίνα

      Τι σημαίνει αυτή η παραπομπή, δελφινάκι; Δικαιώνει σε τίποτα την εξουσιομανή Ζωή; Όλη αυτή η φιέστα που έστησε, παραβιάζοντας συλλήβδην όλους τους κανονισμούς της Βουλής και το Σύνταγμα, εκτός του ότι δεν πρόκειται να οδηγήσει πουθενά, άλλο στόχο δεν έχει από το να στήσει το μαγαζάκι της σαν αντίπαλο δέος στον Τσίπρα, επιτείνοντας την ασυνενοησία και την ακυβερνησία. Αν έκανε κάτι παρόμοιο η προηγούμενη κυβέρνηση, δηλαδή να οικειοποιείται το κανάλι της Βουλής (που το πληρώνουμε όλοι εμείς) για να προβάλει τις απόψεις της, θα είχαμε βγει στα κάγκελα όλοι. Τις αυθαιρεσίες όμως της Ζωίτσας τις καταπίνουμε όλες αμάσητες και χειροκροτάμε. Για να μη μιλήσω για την παραληρηματική της εκδοχή ότι οι αναρχικοί μουτζούρωσαν τη Βουλή για να την σαμποτάρουν. L’ Etat c’ est moi!!!

    • Ο Μπαλτάκος που ανέδειξε την Χ.Α. σε παρασκηνιακό συνομιλητή της κυβέρνησης, είναι κατάπτυστος, ενώ η Ζωή που χρησιμοποίησε… θεσμικά την Χρυσή Αυγή είναι… ριζοσπάστρια.

      Το κακό με το αντιμνημονιακό κίνημα, είναι ότι και οι άνθρωποι που διέθεταν σοβαρό κριτήριο και έμπλεξαν σ’ αυτό, βγήκαν με τον εγκέφαλο… πελτέ. Αντί δηλαδή να πολιτικοποιήσουν τους ζαλισμένους από την φρίκη των μνημονίων καναπεδόβιους, οι τελευταίοι τους… αποβλάκωσαν!

  2. Θλιβερό που υιοθετείτε την ορολογία «ψεκασμένοι»,ακριβώς όπως και η φιλομνημονιακή πτέρυγα στο εσωτερικό,ενώ αναφέρεστε και στην ανάγκη του Τσίπρα να «ξεφύγει από το ίδιο του το κόμμα»,ακριβώς το αίτημα της μνημονιακής πτέρυγας στο εξωτερικό(Σουλτς,Γερμανοί γενικά..).

    Και όλα αυτά δίχως να αρθρώνετε ούτε μισή κουβέντα για το ποια είναι για εσάς η βέλτιστη στρατηγική,πέρα από ομιχλώδεις κενολογίες περι νέας Φιλικής Εταιρείας.
    .
    Όσο για την «σανίδα σωτηρίας στον Τσίπρα για να κάνει αυτά που μόνος του δεν τολμάει να κάνει..»,γιατί δεν το λέτε ξεκάθαρα? Να υπογράψει ένα νέο μνημόνιο και η υποτέλεια να συνεχιστεί.Υποταγή και άγιος ο Θεός-μέρες που είναι.

    • Θλιβερό που η πολιτική σας αντίληψη βρίσκεται ακόμα σ’ ένα επίπεδο του τύπου ‘όποιος κάνει κριτική στην κυβέρνηση, και στις πολιτικές λογικές που την υποστηρίζουν, είναι μνημονιακός’.

      Κατ αρχάς, εμείς δεν θεωρούμε ότι η λύση στο ελληνικό οικονομικό πρόβλημα θα προκύψει μέσω των ακραίων ιδιωτικοποιήσεων, της συμπίεσης του εργατικού κόστους, και την επικέντρωση της ελληνικής οικονομίας στον τουρισμό και τις εξαγωγές ακατέργαστων αγροτικών προϊόντων. Άρα, δεν είμαστε μνημονιακοί.

      Δεν είμαστε ούτε ‘αντιμνημονιακοί’, γιατί στο συγκεκριμένο η αντιμνημονιακή κυβέρνηση θεωρεί πως λύση στο ελληνικό πρόβλημα θα προκύψει μέσω λελογισμένων ιδιωτικοποιήσεων με ανθρώπινο πρόσωπο, μιας δικαιότερης αναδιανομής του πλούτου και την… επικέντρωση της ελληνικής οικονομίας στον τουρισμό και τις εξαγωγές ακατέργαστων προϊόντων. Θεωρούμε, δηλαδή, ότι το οικονομικό πρόγραμμα των ‘αντιμνημονιακών’ δεν καταφέρνει να βγει έξω από το κάδρο της αποικίας χρέους. Αντίθετα, την επανεισάγει με ‘ανθρώπινο πρόσωπο’.

      Το ίδιο συμβαίνει με τα γεωπολιτικά. Οι μνημονιακοί είναι του Γερμανικού Κόμματος. Η αντιμνημονιακοί είναι, κυρίως, του Αμερικάνικου Κόμματος, ενώ υπάρχει και μια εσάνς πολυκεντρικής εξωτερικής πολιτικής (η οποία όμως επειδή γίνεται στο στυλ ‘ο κρεμασμένος που πιάνεται από τα μαλλιά του’ έχει έντονα μια διάσταση ‘δεν θέλω να ξεπουληθώ μόνο σε έναν, αλλά σε περισσότερους’). Δηλαδή, οι επισκέψεις και στην Κίνα, και στην Ρωσία, ήταν μεν θετικές, αλλά λόγω της συγκυρίας, και της θέσης της κυβέρνησης, οι συνομιλίες δεν πραγματοποιήθηκαν σε ισότιμη βάση. Και εδώ, μνημονιακοί και αντιμνημονιακοί δεν καταφέρνουν να βγουν από το ίδιο κάδρο, δηλαδή την μεταβολή της χώρας μας σε χώρο. Απλά οι δεύτεροι θέλουν το μαγαζί πολυμετοχικό, ενώ οι πρώτοι το θέλουν γερμανικό μονοπώλιο.

      Στο προκείμενο που λέτε, οι πούροι μνημονιακοί λένε ότι θα πρέπει να υπογράψουμε ότι μας προτείνουν, άμεσα, δίχως καν να διαβάσουμε το τι μας προτείνουν. Οι πούροι αντιμνημονιακοί λένε ότι θα πρέπει να έρθουμε σε άμεση ρήξη με το ευρώ και την Ε.Ε. Ωστόσο, και στην μία, και στην άλλη περίπτωση, αυτό ακριβώς είναι που θα συμβεί είναι η… φτωχοποίηση του ελληνικού λαού. Εδώ, για να είμαστε απολύτως ειλικρινείς, οι ρόλοι αντιστρέφονται, και οι μνημονιακοί είναι εκείνοι που υπόσχονται μια ‘βελούδινη’ φτωχοποίηση, ενώ οι αντιμνημονιακοί με αυτό που ζητούν θα καταλήξουν να πετύχουν μια απότομη, ραγδαία φτωχοποίηση του ελληνικού λαού. Βεβαίως, υπάρχουν και ενδιάμεσες παραλλαγές: (Ο Τσίπρας, ας πούμε, είναι μισός μνημονιακός και μισός αντιμνημονιακός).

      Αυτά τα λέω ενδεικτικά, για να καταλάβετε ΠΩΣ θα έπρεπε να γίνεται η πολιτική συζήτηση στην Ελλάδα, και ΠΩΣ γίνεται επειδή ακριβώς η διαίρεση μεταξύ μνημονιακών και αντιμνημονιακών έχει εκφυλιστεί εντελώς.

      Σκέφτομαι ότι σήμερα δεν αξίζει να είναι κανείς ούτε μνημονιακός, ούτε αντιμνημονιακός. Γιατί αυτά είναι ‘λίγα’. Πρέπει να είναι ‘εναλλακτικός’, δηλαδή να αγωνίζεται για την χειραφέτηση της χώρας από τα δεσμά της αποικίας χρέους.

      • Δεν σας αποκάλεσα μνημονιακούς αλλά ναι,θεωρώ ότι αυτή η κριτική,όπως δηλαδή διαμορφώνεται το επιχείρημα στο παραπάνω άρθρο αλλά και σε μεγάλο βαθμό σε πρόσφατα κείμενα σας,είναι σχεδόν ταυτόσημη με αυτή που εκπηγάζει από το μνημονιακό στρατόπεδο-εντός και εκτός των τειχών.
        Ευχαριστώ για την συμπυκνωμένη ανάλυση της κατάστασης στην απάντηση σας,αλλά δυστυχώς και αυτή αναπαράγει τις ίδιες αντινομίες ή μάλλον τα ίδια αδιέξοδα.
        Η κυβέρνηση μόνον κατ όνομα είναι αντιμνημονιακή βέβαια αλλά ακόμη και να ήταν,το ότι εισηγείται κάποιες πολιτικές,των οποίων η συγκεκριμενοποίηση αποτελεί ζητούμενο όταν ο ίδιος ο Σύριζα είναι διχασμένος πάνω στο σύνολο αυτών,δεν σημαίνει ότι αυτές οι πολιτικές είναι οι μόνες που ερείδονται σε μια αντιμνημονιακή λογική.
        Στον χαρακτηρισμό των οπαδών του Αμερικανικού κόμματος ως κυρίως αντιμνημονιακών αποκαλύπτεται μια αντίφαση ακόμη.Αυτοί είναι μεν εναντίον των πολιτικών λιτότητας και υπέρμαχοι της εκείθεν του Ατλαντικού εφαρμοσθείσας πιστωτικής χαλάρωσης αλλά με την υποταγή μας σε αφέντες εκ της Εσπερίας δεν έχουν καμία ένσταση.Για το κατα πόσο οι υπέρμαχοι μιας προσέγγισης με την Ρωσία και την Κίνα απλά επιθυμούν την ανταλαγή αφεντάδων και την διαιώνιση της θέσης μας ως χώρος και όχι χώρα νομίζω-ίσως λαθεμένα-ότι υπερβάλετε.Αυτοί εκκινούν από μια ‘πολιτισμική’ και όχι τεχνοκρατική cost/benefit ανάλυση.
        Αντιλαμβάνομαι τον φόβο της παγίδευσης σε ένα κίβδηλο αντιμνημονιακό μέτωπο,αλλά από την αντιμετώπιση αυτού του λογικού και υπαρκτού κινδύνου μέχρι την άρνηση της ίδιας της ανάγκης για μια αντιμνημονιακή στάση,μεσολαβούν ποικίλοι άλλοι κίνδυνοι οι οποίοι δεν μπορούν να υπερκεραστούν με φαντασιακές κατασκευές και νοητικές ακροβασίες(μυστηριακή αφύπνιση του λαού,νέα Φιλική Εταιρεία..).Καλώς ή κακώς,το μνημόνιο συμβολίζει τόσο την υποτέλεια όσο και τα φάσμα όλων των πολιτικών οικονομικής διαχείρησης που αναλαμβάνουν να συντηρούν και να αναπαράγουν τον παρασιτισμό που διασφαλίζει τη συνέχεια αυτής της υποτέλειας.Και για να γίνουμε συγκεκριμένοι,μιας και ο Ιούνης ζυγώνει,αυτό που θα υπογραφεί τότε θα είναι ένα νέο μνημόνιο.Αν επιθυμούμε να το αποτρέψουμε δεν μπορούμε να στερούμε την πιο κρίσιμη ώρα από την φαρέτρα μας τα καλύτερα επιχειρήματα που διαθέτουμε επειδή τα χρησιμοποιούν και οι ψευδοαντιμνημονιακοί.

        ΥΓ Αναγκαία διευκρίνηση που ίσως έπρεπε να προηγηθεί για να μην σας βάλω στον κόπο να διαβάσετε και τα παραπάνω.Ανήκω με συνέπεια,από την αρχή της κρίσης,σε αυτούς που πιστεύουν ότι μια ρήξη με το ευρώ και την ΕΕ είναι η μόνη λύση για να απελευθερωθεί το δημιουργικό δυναμικό της Ελλάδας.Στους ‘πούρους αντιμνημονιακούς’ όπως κάπως υποτιμητικά λέτε..Όσο αιρετικό και αν ακουστεί,η περαιτέρω φτωχοποίηση μπορεί να είναι ευκαιρία για έναν λαό που ‘ξέρει που πατάει και που πηγαίνει’ ενώ ο μόνος πραγματικός κίνδυνος,ο γεωπολιτικός από την Τουρκία,είναι επίσης διαχειρίσιμος αν υπάρχει η πολιτική ευφυία και πυγμή-αν και εφόσον αυτός εκδηλωθεί.

    • Η φιλική εταιρεία και ο εναλλακτικός πατριωτικός δημοκρατικός πόλος, με το συγκεκριμένο σημερινό άρθρο ευτυχώς ξεκαθάρισαν και δεν είναι πλέον ομιχλώδεις !!
      Εννοεί σαφώς ο αρθρογράφος έναν πατριωτικό – μνημονιακό πολιτικό πόλο που με τον ΄΄ πατριωτικό του λόγο΄΄ να βοηθήσει νέες μνημονιακές συγκλήσεις και συνθέσεις στο πολιτικό σύστημα, που να ονομάζονται πλέον ΄΄πατριωτικές και εθνικά υπερήφανες΄΄.
      Μιλάει επομένως το άρθρο για μια νέα μνημονιακή – αποικιοκρατική υποταγή με αριστερό πρόσημο, με την επίσημη δηλαδή προσχώρηση δυνάμεων της μέχρι πρότινος αντιμνημονιακής αριστεράς στο κρατούν σύστημα εξάρτησης και υποτέλειας.
      Ο θεός της Ελλάδας όμως, σε τέτοιου είδους κρίσιμες στιγμές, ευτυχώς αναδυκνύει ΄΄ ψεκασμένους πατριώτες΄΄ σαν τη Ζωή, τον Κοτζιά και τον Καμμένο,σαν πρωτοπόρες πολιτικές προσωπικότητες για τον πραγματικό νέο αντιμνημονιακό πατριωτικό δημοκρατικό πόλο , που σιγά σιγά συγκροτείται.
      Συμπολίτες, αγρυπνείτε και μαζί με τη Ζωή γρηγορείτε , γιατί οι καιροί ου πλέον μενετοί. Καλό Πάσχα με Ανάσταση ψυχών και πολιτικών ιδεών.

    • Προς όλους τους «επαναστάτες» που σχολιάζουν εδώ:
      Διαβάστε προσεκτικά αυτό το άρθρο:

      http://www.paragogi.net/840/h-ellada-eisagei-mazika-agrotika-proionta

      Η Ελλάδα παράγει μόλις το 32% του μαλακού σιταριού που καταναλώνει! Σημεωτέον ότι το μαλακό σιτάρι είναι η πρώτη ύλη από την οποία γίνεται το ΨΩΜΙ !!!
      ΕΧΕΤΕ ΑΝΤΙΛΗΦΘΕΙ ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΥΤΟ;
      Αν επικρατήσουν οι ζουρλομανδύες και οι ψεκασμένοι και οδηγηθούμε ξαφνικά εκτός ευρώ τι νομίζετε ότι θα κάνουν αυτοί που παράγουν έστω αυτό το 32% που παράγουμε; ΘΑ ΤΟ ΕΞΑΓΟΥΝ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΟΥΝ ΕΥΡΩ Ή ΘΑ ΤΟ ΔΩΣΟΥΝ ΣΤΟΝ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΟ ΤΟΥΣ ΣΥΝΕΛΛΗΝΑ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΟΥΝ ΔΡΑΧΜΕΣ ΜΕ ΤΗ ΦΑΤΣΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΩΝΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ ΕΠΑΝΩ;
      Έλεος πια επαναστάτες του πληκτρολογίου!

  3. Τσιτάτο: «Γι’ αυτό, οι Έλληνες προτιμούν, προσώρας, να κρύβουν το κεφάλι τους στην άμμο, να αποφεύγουν να ασχολούνται με τα πολιτικά τεκταινόμενα, να χαζογελάνε με τις βλακείες της Ζωής, να ξεχνάνε τον Κατρούγκαλο και να κάνουν ότι δεν ακούν πως κυβερνάει «η αριστερά του τίποτα»».
    Αγαπητέ Καράμπελια, πως να ξυπνήσουν οι Έλληνες, ποιός θα τους ξυπνήσει; Εσύ κι’ εγώ με την μίνι εμβέλεια των εκδόσεων μας; Όταν οι Έλληνες ξημεροβραδυάζονται μπροστά στις τηλεοράσεις που τους οδηγούν στον ύπνο ή στο να κρύβουν το κεφάλι τους στην άμμο, όπως γράφεις. Βλέπω, ότι το πρόβλημα των ΜΜΕ δεν λαμβάνεται στα σοβαρά στην Ελλάδα, ελάχιστα θεματοποιείται. Είναι βέβαια το ίδιο και στην Γερμανία, αλλά εδώ δεν έχει φαληρίσει το κράτος όπως στην Ελλάδα. Πρέπει να αντιληφθούμε, ότι τα ΜΜΕ είναι για να μας πηγαίνουν σ’ έναν θανατηφόρο νιρβάνα. Καιρός είναι να κάνουμε τις τηλεοράσεις μας ενυδρεία και να σταματήσουμε να διαβάζουμε τις συστημικές εφημερίδες. Δύσκολο πράγμα βέβαια, αλλά άλλη λύση δεν υπάρχει

  4. Υπάρχει εναλλακτική πρόταση απέναντι στην κυβέρνηση Σύριζα;

    Μια πολύ συχνή και επαναλαμβανόμενη κριτική που εισπράττουμε από συνοδοιπόρους του Σύριζα και κατ’ εξοχήν της κυρίας Κωνσταντοπούλου είναι το ότι με την άποψη μας για την αποφυγή χρεοκοπίας της χώρας και απόρριψης κάθε σκέψης για έξοδο από την ευρωζώνη υπό τις παρούσες συνθήκες συντασσόμαστε με τους μνημονιακούς και τον «συμβιβασμένο» κο Τσίπρα και όχι με τους αδιαλλάκτους επαναστάτες που αρχίζουν απ’ τον Καζάκη και την Ελεύθερη Ωρα και φθάνουν στην πρόεδρο της Βουλής, περνώντας από την Ανταρσύα, τον Αλαβάνο, το Αριστερό Ρεύμα και τον Αντ. Νταβανέλο.
    Για να διευκρινίσουμε λοιπόν τα πράγματα, εμείς απ’ το 2012 είχαμε αντιταχθεί στη λογική μιας μετωπικής αντιπαράθεσης , με άμεση διεκδίκηση της κυβερνητικής εξουσίας, γιατί γνωρίζαμε ότι αυτή είχε μόνο δύο διεξόδους. Είτε την υποταγή με λιγότερες ή περισσότερες υποχωρήσεις, είτε την έξοδο από την ευρωζώνη και το ευρώ. Γι’ αυτό, από τότε, συστήνουμε επίμονα αυτό που έχουμε χαρακτηρίσει ως «ανταρτοπόλεμο» μακράς διάρκειας έτσι ώστε να συγκροτηθούν εκείνες οι δυνάμεις που θα μπορούσαν να ανατρέψουν τα μνημονιακά τετελεσμένα. Και γι΄ αυτό συμμετείχαμε ενεργά στο αντιμνημονιακό κίνημα, προσπαθώντας να επιβάλλουμε μια λογική σοβαρότητας η οποία και στην πραγματικότητα απέφερε συγκεκριμένους πολιτικούς καρπούς, όπως η ανάδειξη του ζητήματος των γερμανικών αποζημιώσεων και του κατοχικού δανείου, η ανάδειξη του ζητήματος της παραγωγικής ανασυγκρότησης και η κατάδειξη του ουσιαστικά παράνομου χαρακτήρα ενός μεγάλου ποσοστού του χρέους που είχε επιβληθεί ιδιαίτερα από τον ΓΑΠ με εξευτελιστικούς και απαράδεκτους όρους.
    Η άποψή μας ήταν πως με την σταδιακή συσσώρευση δυνάμεων στο επίπεδο της κοινωνίας και των θεσμών (ιδιαίτερα τοπική αυτοδιοίκηση) θα γινόταν δυνατή η συγκρότηση ενός κινήματος το οποίο τα επόμενα χρόνια –και οι χρονικοί μας υπολογισμοί το τοποθετούσαν από το φθινόπωρο του 15 και μετά, για χιλιάδες λόγους, ποσοτική χαλάρωση, Ποδέμος στην Ισπανία, τέλος της τυπική μνημονιακής περιόδου– θα ήταν δυνατό να εκφραστεί και στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο, διεκδικώντας ακόμα και την αλλαγή της κυβερνητικής εξουσίας.
    Αντ’ αυτού, επιλέχθηκε η στρατηγική μιας μετωπικής αντιπαράθεσης από δυνάμεις ετερόκλητες με μοναδικό στόχο, την κατάληψη και νομή της εξουσίας. Έχουμε τονίσει αναρίθμητες φορές πως μια τέτοια κατάληψη της κυβερνητικής εξουσίας στην πραγματικότητα δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε ουσιαστικές αλλαγές. Αντίθετα θα οδηγούσε στο κάψιμο όλων των διεκδικήσεων του αντιμνημονιακού κινήματος, είτε μέσω καταιγιστικών υποχωρήσεων, είτε μέσω μιας ακόμα μεγαλύτερης καταστροφής που θα επέφερε τόσο στο οικονομικό πεδίο (με τη δραματική υποτίμηση που θα προκαλούσε) όσο και κυρίως στο γεωπολιτικό επίπεδο, μία έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη υπ’ αυτές τις συνθήκες.
    Παρ’ όλα αυτά στο αντιμνημονιακό κίνημα η άποψή μας παρέμενε μειοψηφική και κυριάρχησαν είτε οι τυχοδιώκτες, είτε αυτούς που αποκαλούν «ψεκασμένους», χωρίς καμία συναίσθηση και συνείδηση των προβλημάτων της χώρας, και οι οποίοι προτείνοντας εύκολες μαγικές λύσεις, παρέσυραν και την πλειοψηφία του αντιμνημονιακού κινήματος. Τι να θυμίσουμε άραγε; Τον χρυσαυγιτισμό ενός μεγάλου τμήματος αυτού του χώρου; Την λογική του γαία, πυρί μιχθείτω; Να ψηφίζουν Κασιδιάρη στις δημοτικές εκλογές της Αθήνας και ταυτόχονα Δούρου στην περιφέρεια; Με μια ηροστράτεια λογική γενικευμένης κατεδάφισης με τη λογική ότι εν τέλει κάτι καλό θα έβγαινε. Πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ και των περιβόητων συνιστωσών του στις οποίες περιλαμβάνονται από παρ’ ολίγον Κουβελικούς (τύπου Παπαδημούλη) έως ακραίους αντιπάλους της ευρωζώνης και του ευρώ, και όλα αυτά κάτω από την κοινή ομπρέλα ενός κόμματος και μιας κυβέρνησης που διακήρυσσε πως η παραμονή στο ευρώ είναι αδιαπραγμάτευτη. Και όμως και οι οπαδοί της «ρήξης» και οι οπαδοί του «συμβιβασμού» συμπορεύονταν χωρίς περίσκεψη και αιδώ για να κατακτήσουν την περιπόθητη εξουσία «και μετά βλέπουμε».
    Επρόκειτο για μια παρά φύση και απόλυτα οπορτουνιστή συμμαχία, στην οποία μόνον εμείς αντιταχθήκαμε – εγώ προσωπικώς και το Άρδην αρνηθήκαμε να συμμετέχουμε στις εκλογές μαζί με τους ΑΝΕΛ, συμμετοχή που θα μας εξασφάλιζε και κάποιους βουλευτικούς θώκους. Γιατί προφανώς θεωρούσαμε αδιανόητη την κοινή κάθοδο στις εκλογές κάτω από το ίδιο σχήμα ανθρώπων με ριζικά αντίθετες επιλογές και κατευθύνσεις και μάλιστα όχι πάνω σε γενικά θεωρητικά ζητήματα αλλά πάνω στα άμεσα και ζέοντα ζητήματα του χρέους, των μνημονίων και της αντιμετώπισής τους. Γι’ αυτό, και θεωρούσαμε ανέντιμη και πολιτικά αδιέξοδη τη στάση όλων εκείνων που έθαβαν αυτή τη ριζική αντίθεση για να κατακτηθεί η εξουσία και «μετά βλέπουμε».
    Θεωρούσαμε λοιπόν πως η άνοδος στην εξουσία κάνω υπ’ αυτές τις συνθήκες απειλούσε με νέες συμφορές τον ελληνικό λαό και με ολοκληρωτική καταστροφή το αντιμνημονιακό κίνημα και τα αιτήματά του:
    1ο Διότι απειλούσε όπως ήδη το έκανε να θάψει το ζήτημα της διαγραφής του χρέους που ήταν το πρώτο πράγμα που έκανε η νέα κυβέρνηση ήδη την πρώτη εβδομάδα της ανόδου της στην εξουσία.
    2ο Διότι στα ίδια πλαίσια κινδύνευε να καταστρέψει το αίτημα του λογιστικού ελέγχου του χρέους όπως και γίνεται σήμερα με τη φιέστα που εγκαινίασε με τόσο ταρατατζούμ η Ζωή Κωνσταντοπούλου. Υπήρχαν δύο πιθανές εκδοχές αντιμετώπισης. Η μία αυτή που πολλοί πρότειναν και συνεχίζουμε να προτείνουμε εμείς, δηλαδή η συγκρότηση μιας επιτροπής από την ελληνική κυβέρνηση, περιβεβλημένη με το κύρος της, η οποία να θέσει το ζήτημα των ίδιων των μνημονιακών δανείων ως δανείων ουσιαστικά παράνομων και βλαπτικών – όταν το ίδιο το ΔΝΤ είχε μιλήσει για τα τεράστια λάθη που είχαν διαπράξει οι δανειστές.
    Μία τέτοια επιτροπή μετά την πραγματοποίηση των απαραίτητων ελέγχων και ενεργειών θα μπορούσε και θα έπρεπε να φέρει το ζήτημα στους ίδιους τους θεσμούς του ευρωκοινοβουλίου, διεκδικώντας την ακύρωση των βλαπτικών για τον ελληνικό λαό δανείων. Αντ’ αυτού επιλέχθηκε και δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς –όταν η γραμμή της κυβέρνησης είναι η αποδοχή του χρέους και η διαπραγμάτευση διευκολύνσεων και μόνον–, μια επικοινωνιακή φιέστα παράτυπη διότι δεν έχει συγκροτηθεί με κανονικές διαδικασίες στη Βουλή και της οποίας τα αποτελέσματα όποια και να είναι, δεν θα έχουν καμία νομική ισχύ. Έτσι, καίγεται ουσιαστικά και το ζήτημα της επιτροπής λογιστικού ελέγχου.
    3ο Όπως επισημαίνουμε εδώ και χρόνια αποφασιστικό όπλο της Ελλάδας στο μπρά ντε φερ με τη γερμανική Ευρώπη είναι το ζήτημα των επανορθώσεων και του κατοχικού δανείου. Και το αντιμνημονιακό κίνημα και εμείς ως Άρδην κάναμε ότι μπορούσαμε για να προβάλλουμε και να αναβαθμίσουμε το ζήτημα – και τα αποτελέσματα ήταν σημαντικά. Ήδη η Τράπεζα της Ελλάδας και η προηγούμενη κυβέρνηση είχε υποχρεωθεί να προχωρήσει στην αποτίμηση των επανορθώσεων και του κατοχικού δανείου και είχε ήδη συγκροτήσει και σχετική κοινοβουλευτική επιτροπή, ενώ με την άνοδο της νέας κυβέρνησης το ζήτημα προβλήθηκε ακόμα περισσότερο. Όμως όταν η συζήτηση γίνεται από μια κυβέρνηση πιασμένη από το λαιμό, τότε καταλήγουμε σε απαράδεκτες δηλώσεις περί ηθικού χαρακτήρα του χρέους, όπως αυτές που έκανε ο πρωθυπουργός στο Βερολίνο.
    4ο Στο ζήτημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας, η λογική της ταχείας ανάληψης της εξουσίας, όπου χρειάζεται άμεσα «ζεστό χρήμα» ώστε να καλυφθούν οι δημοσιονομικές υποχρεώσεις της χώρας, καταστρέφει κάθε προοπτική για ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση. Αντίθετα οδηγούμαστε σε επιστροφή στο μάνα εξ ουρανού που περιμένουμε από τον τουρισμό, βαθαίνοντας και επιτείνοντας τον παρασιτικό και εξαρτώμενο από έναν εξωγενή τομέα χαρακτήρα της οικονομίας της χώρας.
    Και θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε επ’ αόριστον με όλα τα βασικά ζητήματα τα οποία «καίει» μια τυχοδιωκτική ανάληψη της εξουσίας. Μια ανάληψη της εξουσίας που απ’ την αναθεώρηση των συνταγματικών βάσεων του ελληνικού κράτους που επιζητούσε το αντιμνημονιακό κίνημα κατέληξε στην εκλογή του … Προκόπη Παυλόπουλου στην προεδρία της Δημοκρατίας και την ντροπιαστική παραμονή του Κατρούγκαλου στην εξουσία.
    Για άλλα ζητήματα βασικού χαρακτήρα όπως η παιδεία, το μεταναστευτικό, το δημογραφικό, ας μην γίνεται καν συζήτηση γιατί είναι βέβαιο ότι η παρούσα κυβέρνηση θα είναι χειρότερη ακόμα και από τις προηγούμενες.
    Τέλος, και όχι λιγότερο σημαντικό, η προδιαγεγραμμένη αποτυχία μιας τυχοδιωκτικού τύπου κατάληψης της εξουσίας από ένα μέρος των αντιμνημονιακών δυνάμεων, θα έχει σαν συνέπεια το «ξέπλυμα» των παλιότερων μνημονιακών κομμάτων, την αναβάθμιση και «ομαλοποίηση» της παρουσίας της Χ.Α. συνεπικουρούσης και της προέδρου της Βουλής, και την πιθανότατη ενίσχυση, ποιος ξέρει και νεκρανάσταση, των παλιών μνημονιακών κομμάτων γιατί θα έχει αποδειχθεί πως οι αντιμνημονιακοί είναι τα ίδια και χειρότερα με αυτούς.
    Κάτω από αυτές τις συνθήκες, θα είχαμε δύο επιλογές. Είτε μια επιλογή κριτικής στήριξης, όπως κάναμε τους δύο πρώτους μήνες της ανόδου στην εξουσία της κυβέρνησης, παρέχοντάς της την χρονική δυνατότητα να μας εκπλήξει θετικά, είτε την επιστροφή στη σκληρή πραγματικότητα, η οποία κατεδείχθη μετά από δυόμιση μήνες παρουσίας. Η λεγόμενη «κριτική στήριξη» είναι πλέον απολύτως αδιέξοδη διότι αφήνει το πεδίο της αντιπολίτευσης μόνο στις κατεστημένες δυνάμεις, δηλαδή το ακριβώς αντίστροφο από αυτό που ισχυρίζονται οι επικριτές μας. Τον Σαμαρά και την ΝΔ τους ενισχύουν μόνο όσοι της παρέχουν το μονοπώλιο της κριτικής των πεπραγμένων της κυβέρνησης. Έτσι λοιπόν δεν ταυτιζόμαστε ούτε με την Κυβέρνηση, ούτε με τις επικρίσεις των μνημονιακών της αντιπάλων, αλλά αντίθετα, προσπαθούμε να προβάλλουμε μια σοβαρή αντιπολιτευτική πρόταση που επιχειρεί μάλιστα να διασώσει –κατά το δυνατό– τα αιτήματα του αντιμνημονιακού κινήματος.
    Και όσο για τον «ποιον υποστηρίζουμε» ανάμεσα στις δύο γραμμές που αναδεικνύονται στο εσωτερικό της κυβέρνησης, την γραμμή «έντιμου συμβιβασμού» των Τσίπρα– Δραγασάκη, ή της «ρήξης», Κωνσταντόπουλου– Λαφαζάνη, είναι σαφές πως εμείς δεν «υποστηρίζουμε» καμία από τις δύο, γιατί δεν συμφωνούμε ούτως ή άλλως με την κυβέρνηση.
    Απλώς, αντιμετωπίζοντάς τους ως μία διαφορετική από μάς πολιτική πρόταση, η στρατηγική μας συνίσταται στο να εμποδίσουμε κατά το δυνατόν να κυριαρχήσουν οι πιο καταστροφικές επιλογές, δηλαδή εκείνες της εξόδου από το ευρώ και την ευρωζώνη. Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν μέχρι τον Νοέμβρη του 2011 ο Σαμαράς ήταν ενάντια στα μνημόνια σε αντίθεση με την μνημονιακή Ντόρα Μπακογιάννη, προτιμούσαμε τον Σαμαρά στη Ν.Δ. και όχι την Μπακογιάννη, παρότι ποτέ δεν ταυτιστήκαμε με τη ν ΝΔ.
    Έτσι και τώρα, όντας αντίθετοι στη συνολική κυβερνητική πολιτική, προτιμούμε προφανώς την παραμονή στην ευρωζώνη –η οποία θα επιτρέψει αύριο, την ανατροπή πολλών από τα μνημονιακά μέτρα από ένα λαϊκό κίνημα και μια κυβέρνηση που θα βρίσκονται σε καλύτερες συνθήκες–, από μία καταστροφική έξοδο από το ευρώ η οποία θα έχει ανεπανόρθωτες οικονομικές και γεωπολιτικές συνέπειες.
    Όποιος δεν το καταλαβαίνει αυτό και θέλει να αποκαλείται και πατριώτης είναι προφανές ότι δεν έχει καταλάβει τίποτα, ή μάλλον νοιώθει κομμάτι αυτού του χώρου και άρα εμπλέκεται και στις εσωτερικές του διαμάχες και συντάσσεται είτε με τους «συμβιβαστές» είτε με τους δήθεν «ρηξιακούς»!
    Εμείς επειδή επιθυμούμε μια πραγματική ρήξη με τις μνημονιακές και εθνομηδενιστικές ελίτ της χώρας, επιθυμούμε την διαμόρφωση ενός σοβαρού και όχι ψευδεπίγραφου αντιμνημονιακού προγράμματος και γι΄ αυτό διατηρούμε την αυτονομία της σκέψης και της δράσης μας.
    Εμείς, επειδή έχουμε αποφασίσει πως είμαστε έξω και πέρα από αυτόν τον χώρο, γι’ αυτό τους αντιμετωπίζουμε σαν μία ακόμα συστημική κυβέρνηση, που μάλιστα οδηγείται σε νέο μνημόνιο, και κοιτάμε πως θα γίνει η μικρότερη δυνατή ζημιά.
    Επομένως, επιμένουμε σε μια πραγματική επιτροπή λογιστικού ελέγχου, σε μέτρα για την ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, σε αντιμετώπιση του δημογραφικού και μεταναστευτικού ζητήματος, σε στοιχειοθέτηση και οικοδόμηση ενός ισχυρού κινήματος με πανευρωπαϊκές διαστάσεις για το ζήτημα των αποζημιώσεων και του κατοχικού χρέους, και βεβαίως δεν ξεκινάμε φτιάχνοντας ψευδοπρογράμματα επί χάρτου και διεκδικώντας την εξουσία όπως κάνει κάθε καρεκλορήτορας των καφενείων ή πλέον του διαδικτύου, αλλά επιθυμούμε τη συγκρότηση ενός ισχυρού δημοκρατικού και πατριωτικού πολιτικού πόλου που θα αντιμετωπίσει τη δεξιά και ακροδεξιά επιστροφή που απεργάζονται έστω και αθέλητα οι κάθε είδους τυχοδιώκτες.

    9 Απριλίου 2015
    Γιώργος Καραμπελιάς

  5. Χριστίνα

    Σε μια περίοδο τόσο βαθιάς κρίσης που περνάει η χώρα (και η οποία, κατά τη γνώμη μου, είναι πρωτίστως κρίση παρακμής, πνευματικής, πολιτισμικής και ηθικής, και δευτερευόντως οικονομικής), αν συνεχίσουμε να αντιδρούμε υστερικά, το μόνο που θα πετύχουμε είναι να βουλιάξουμε ακόμα πιο βαθιά στον βάλτο και να μην μπορέσουμε να βγούμε ποτέ ξανά. Το περίφημο επιχείρημα ότι «εδώ που φτάσαμε, τι χειρότερο μπορεί να μας συμβεί; Ας προχωρήσουμε τη ρήξη μέχρι τις τελικές συνέπειές της και ας επιστρέψουμε στη δραχμή» αγνοεί ότι υπάρχουν και πολύ χειρότερα. Και το χειρότερο δεν είναι μόνο ότι θα πεινάσουμε (πραγματικά, τότε) αλλά ότι η χώρα θα μεταβληθεί σε ζούγκλα, θα κυριαρχήσει ο πόλεμος όλων εναντίον όλων και, δεδομένης της γεωγραφικής θέσης της χώρας, θα κινδυνέψει με αφανισμό ο ίδιος ο ελληνισμός. Και αυτό δεν είναι σενάριο επιστημονικής φαντασίας γιατί τα δείγματα μιας τέτοιας εξέλιξης είναι ήδη μπροστά μας: η χώρα περνάει πρωτοφανή δημογραφική κρίση, η παραγωγική της βάση έχει καταρρεύσει, οι νέοι την εγκαταλείπουν σωρηδόν για την Εσπερία, ενώ εμείς που έχουμε απομείνει εδώ καυγαδίζουμε μεταξύ μας με άναρθρες καραυγές εκτοξεύοντας ο ένας στον άλλον κατηγορίες για μνημονιακή ή αντιμνημονιακή ρητορική. Και πάνω στη σύγχυση, αρχίσανε και οι «αντιεξουσιαστές» να κατεδαφίζουν την πόλη.
    Αν ο ΣΥΡΙΖΑ ενδιαφερόταν πραγματικά για την έξοδο της χώρας από την κρίση (και δεν ήταν ο τελευταίος πυλώνας του σάπιου πολιτικού συστήματος), δεν θα έδειχνε τέτοια πρεμούρα να καταλάβει την εξουσία, την οποία τώρα δεν ξέρει τι να την κάνει και μας έχει φλομώσει στα πανηγυρτζίδικα εφφέ μήπως και ξεχάσουμε την ανικανότητά του. Αντίθετα, θα φρόντιζε να οργανώσει τον λαό στη βάση, με συνεταιριστικές, αυτοδιαχειριστικές πρωτοβουλίες παραγωγικής ανασυγκρότησης, με οργανώσεις αλληλεγγύης στις γειτονιές και στην επαρχία. Θα έθετε ζητήματα αποκέντρωσης, συγκράτησης της μετανάστευσης των νέων και γενικά θα προετοίμαζε τον κόσμο να αντιμετωπίσει με τις δικές του δυνάμεις την κρίση, διαμορφώνοντας παράλληλα και ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα ανάκαμψης, που, όπως απεδείχθη, απουσιάζει παντελώς. Αντ’ αυτού, προτίμησε να καταλάβει εξ εφόδου τα ερειπωμένα Χειμερινά Ανάκτορα και, με ψευτομαγκιές και πανηγύρια, μας οδηγεί κατ’ ευθείαν σε άλλο ένα πενταετές μνημόνιο με ανυπολόγιστες συνέπειες.

  6. Remali απο το παρελθόν

    Μερικές επισημάνσεις θέλω να κάνω, ήθελα να τις κάνω και στη συζήτηση για τις πρώτες σαράντα μέρες της κυβέρνησης, αλλά δεν βοηθούσε το είδος του διαλόγου που είχε αναπτυχθεί και η γενικότερη ατμόσφαιρα.
    Όποιαδήποτε ανάλυση δεν συμπεριλαμβάνει στους παράγοντες διαμόρφωσης της κοινής γνώμης στην Ελλάδα και των συμπεριφορών (πολιτικών, εκλογικών, δημοσκοπικών κλπ) που αναπτύσονται στη συνέχεια, την παράμετρο διαδίκτυο-social media, έχει ένα ουσιαστικό μειονέκτημα στο εύρος των όποιων αποτιμήσεων και συμπερασμάτων επιχειρεί.
    Μόνο τυχαία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, η περίφημη προεκλογική συνέντευξη Τσίπρα σε χρήστες του Τουήτερ. Είναι ο μόνος που το επιχείρησε κι αυτό δεν συνέβη απλά στα πλαίσια οικοδόμησης ενός σύγχρονου επικοινωνιακού προφίλ, καθώς υπάρχουν ουσιαστικότεροι λόγοι.
    Το εγχείρημα μάλιστα αποτολμήθηκε ακριβώς γιατί ήταν ασφαλές και σε μεγάλο βαθμό ελεγχόμενο, εξαιτίας του επικοινωνιακού επιτελείου που συστηματικά έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια στο Μέσο, με την «επαγγελματική» αποκατάσταση κορυφαίων χρηστών του και τη συστράτευση τους στην επικοινωνιακή εκστρατεία, κάτι το οποίο συνέβη αντίστοιχα και στο facebook.
    Αν η διαπίστωση ότι τα παραδοσιακά ΜΜΕ έχουν υποχωρήσει όσον αφορά την απήχηση της ενημέρωσης που παρέχουν, σε σχέση με το διαδίκτυο που έχει πάρει τη θέση τους είναι μια πραγματικότητα που την αποδέχονται πλέον όλοι, είναι καιρός να αντιληφθούμε ότι η δημόσια σφαίρα όπως διαμορφώνεται στα social media, είναι κυρίαρχη για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και είναι αυτή που φιλτράρει, επεξεργάζεται, τροποποιεί και ανασυνθέτει το σύνολο της δημοσιότητας, επιλέγοντας ποιά κομμάτια της θα συζητηθούν και ποιά θα απορροφηθούν μέχρι τελικής εξαφάνισης (ο Μποντριγιάρ θα έσκιζε τα διπλώματα του).
    Για τον λόγο αυτό, δεν είναι καθόλου σπάνιο το φαινόμενο, η επικοινωνιακή ομάδα πχ κάποιου υπουργού, να θεωρεί προτεραιότητα της να απαντήσει πρώτα σε κάποιο σχόλιο συγκεκριμένης διάσημης περσόνας του facebook ή του τουήτερ και μετά στο δημοσίευμα κάποιου δημοσιογράφου ή στην δήλωση ενός πολιτικού αντιπάλου εκτός διαδικτύου.
    Εδώ ακριβώς αποκτά μεγαλύτερη σημασία η στράτευση με τον Σύριζα, έμπειρων χρηστών που γνωρίζουν το κάθε Μέσο πραγματικά και το χρησιμοποιύν σύμφωνα με τους δικούς του κανόνες επικοινωνίας και όχι προσπαθώντας να αναπαραστήσουν εντός του, τον τρόπο επικοινωνίας που αρμόζει σε έντυπες ή και τηλεοπτικές εκδοχές πληροφόρησης.
    Τα τελευταία τρία χρόνια, σχεδόν όλο το άμεσο «περιβάλλον» των προεδρικών που βρίσκονται δίπλα στον Αλέξη Τσίπρα, στελεχώνεται απο παντελώς άγνωστους στην πραγματική ζωή του κόμματος ανθρώπους (συνδικαλιστικά, πολιτικά, οργανωτικά,κινηματικά) οι οποίοι αναδείχθηκαν απο τα social.
    Οι ταχύτητες παρέμβασης τους σε σχεδόν 24ωρη βάση, στην ερμηνεία των γεγονότων της επικαιρότητας, είναι απίστευτα υψηλές και απέχουν χιλιόμετρα απο τις αντίστοιχες δυνατότητες των υπόλοιπων κομμάτων.
    Απο τη στιγμή που σαν αξιωματική αντιπολίτευση ο Σύριζα, πολλαπλασίασε τις πηγές χρηματοδότησης του, ένα σημαντικό μέρος της διοχετεύτηκε σε sites όπως το Periodista, το Avanti Popolo και το Freepen, τα οποία αποτελούν σημείο αναφοράς της ενημέρωσης των ψηφοφόρων του κόμματος και το γεγονός αυτό εξηγεί και το γιατί η κυβερνητική «ΑΥΓΗ» παραμένει σε χαμηλή τροχιά όπως αναρωτιέται σε άλλο άρθρο ένας συντάκτης σας.
    Αυτή την περίοδο, τα παραπάνω sites όπως και όλο το προσωπικό των social φιλοτεχνεί πολύ διακριτικά και προσεκτικά, ένα απόλυτα εξωραϊσμένο προφίλ για τον Κώστα Καραμανλή. Είναι μια προσπάθεια που ξεκίνησε αμέσως μετά την ανακοίνωση της υποψηφιότητας Παυλόπουλου και συνεχίζεται έκτοτε σε εντατικούς ρυθμούς για ευνόητους λόγους.
    Ταυτόχρονα, συντηρείται μια επιλογή προσωπικών επιθέσεων ,»νεοαυριανιστικού » τύπου σε πολιτικούς αντιπάλους με σκοπό να μην παρεμβαίνουν στις επικοινωνιακές εκστρατείες που έχουν αναπτυχθεί το τελευταίο διάστημα.
    Η διαμόρφωση της κοινής γνώμης σε πολιτικό επίπεδο (όπως και σε εμπορικό, διαφημιστικό, πολιτιστικό) περνάει πλέον όλο και περισσότερο απο την κοινότητα του διαδικτύου και των social media κι αυτό είναι μια πραγματικότητα που πρέπει να γίνει αποδεκτή, όσο κι αν αισθητικά, βιωματικά και συναισθηματικά απωθεί αρκετό πολιτικοποιημένο κόσμο.

  7. Remali απο το παρελθόν

    Συμπληρωματικά και σε σχέση με την αναφορά του άρθρου στην Ζωή Κωνσταντοπούλου, να πω ότι αυτή τη στιγμή στο διαδίκτυο η Κωνσταντοπούλου είναι η απόλυτη ηρωίδα των δυσαρεστημένων του Σύριζα, όσων ανησυχούν για την μετάλλαξη του σε μνημονιακό κόμμα και μάλιστα αυτό δεν αφορά μόνο απλούς ψηφοφόρους και μέλη, αλλά και στελέχη με πολλά χρόνια παρουσίας.
    Οι θεσμικές της εκτροπές αποθεώνονται ως εγγύηση ότι δεν θα διστάσει να τα διαλύσει όλα αν η κυβέρνηση κάνει την περιβόητη «κωλοτούμπα» και τα ποσοστά δημοφιλίας της έχουν εκτοξευθεί.
    Σημεία των καιρών και της ποιότητας των πολιτικών αντιλήψεων.

  8. Η συμπεριφορά αυτή της Ζωής θα είχε ως ένα βαθμό κάποια δικαιολογία και λόγο ύπαρξης αν το πολιτειακό μας σύστημα ήταν προεδρικό. Πράγματι ένας τέτοιος ανταγωνισμός υπάρχει αυτή τη στιγμή ανάμεσα στον Ομπάμα και τον συγκαλούντα (speaker) της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ Μπένερ που είναι ρεπουμπλικάνος, δηλ. στα πλαίσια μίας «συγκατοίκησης» ανάμεσα σε διαφορετικά κόμματα στη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία. Εφόσον στα προεδρικά συστήματα οι εκλογές γίνονται σε προκαθορισμένα διαστήματα και δεν προβλέπεται η έννοια της ψήφου εμπιστοσύνης από το νομοθετικό σώμα για την εκτελεστική εξουσία, υπάρχει η δικλίδα των δημοψηφισμάτων (αντί για προκήρυξη βουλευτικών εκλογών στα κοινοβουλευτικά συστήματα) ελεγχόμενη συνήθως από τον αρχηγό του κράτους και της κυβερνήσεως (πρόεδρο).
    Αντίθετα, στα κοινοβουλευτικά συστήματα η έμφαση δίδεται ακριβώς στην ύπαρξη αρμονίας ανάμεσα στη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία η συμπεριφορά της Κωνσταντοπούλου είναι αντισυνταγματική, ανεύθυνη και αντιδεοντολογική.

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*