Αποτέλεσμα εικόνας για Ματέο Σαλβίνι σκιτσο

Του Ματέο Πουτσιαρέλι* από το Άρδην τ. 115

Ένας αντίπαλος εξουδετερώνεται

Οι αντίπαλοί του για καιρό τον αντιμετώπιζαν ως ένα άτομο ιδιόμορφο και απείθαρχο, ικανό μόνο για μηντιακή πολυπραγμοσύνη. Ωστόσο, σε ένα ιταλικό πολιτικό περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από ακραία προσωποποίηση[1], ο γενικός γραμματέας της Λέγκας είχε στα χέρια του ένα σημαντικό πλεονέκτημα. Ενώ ο Μπερλουσκόνι απευθύνεται στο έθνος μέσα από τα τηλεοπτικά κανάλια του, στο μεγάλο γραφείο του, στη βίλα του Αρκόρε, ο Ρέντσι οργανώνει εκδηλώσεις με τη χρήση πολυμέσων στη Φλωρεντία, όπου εμφανίζεται πλάι σε συγγραφείς και αστέρες της μουσικής. Όσον για τον Τζουζέπε (Μπέπε) Γκρίλλο, ο οποίος επιδείκνυε ένα ιδιαίτερα δηκτικό πνεύμα την εποχή που ήταν κωμικός ηθοποιός και μπορούσε να οργανώνει τεράστιες λαϊκές συγκεντρώσεις, μετά την ίδρυση του Κινήματος των 5 Αστέρων, προτίμησε να μείνει στη σκιά και να κατευθύνει το κίνημά του από απόσταση. Ο Σαλβίνι, από την πλευρά του, εμφανίζεται ως ένας γνήσιος άνθρωπος του λαού, αυθεντικός, ο οποίος δεν αγαπά τίποτε άλλο όσο το να αναμειγνύεται με τις μάζες. Αρκεί να τον δει κάποιος σε δράση σε μια ντίσκο, με το ποτήρι στο χέρι, περιστοιχιζόμενο από ακτιβιστές και περίεργους θαυμαστές που συνωστίζονται για μια φωτογραφία: κανένας Ιταλός ηγέτης δεν θα μπορούσε να προσφέρει με τόσο φυσικό τρόπο τέτοιες εικόνες.

Ενώ η Αριστερά, ή ό, τι απομένει από αυτήν, καταφεύγει στα σύμβολα του παρελθόντος, διασπάται και χάνεται σε εσωστρεφείς διενέξεις, ο Σαλβίνι συναντάει τους εργάτες μπροστά στα εργοστάσια, σέρνοντας πάντα στο κατόπι του τις τηλεοπτικές κάμερες. Τους προσφέρει μια στιγμή μηντιακής προσοχής μετά από δεκαετίες αδιαφορίας. Ενώ η Αριστερά διαχειρίζεται το μικροσκοπικό εκλογικό της σώμα πολλαπλασιάζοντας συμφωνίες και συμμαχίες, επαναλαμβάνοντας αδιάκοπα τις μάταιες εκκλήσεις της για ενότητα, ο Σαλβίνι αστράφτει και βροντά ενάντια στις μετεγκαταστάσεις των εργοστασίων και απαιτεί τη λήψη προστατευτικών μέτρων κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού από τις χώρες που καταπατούν τα δικαιώματα των εργαζομένων. Τα αποτελέσματα δεν αργούν να έρθουν. Το 2016, η Λέγκα γίνεται το δεύτερο κόμμα της «Κόκκινης Τοσκάνης», επιτυγχάνοντας τα καλύτερα ποσοστά της στα λαϊκά προάστια. Παράλληλα, κερδίζει έδαφος στην Εμίλια Ρομάνα, την Ούμπρια ή τις Μάρτσε – περιοχές που κάποτε ανήκαν στο ΙΚΚ.

Οι γενικές εκλογές της 4ης Μαρτίου 2018 σηματοδοτούν ένα αποφασιστικό βήμα. Σε συμμαχία με τον Μπερλουσκόνι και τους Fratelli d’Italia (Αδελφοί της Ιταλίας), ένα κατάλοιπο του μεταπολεμικού νεο-φασισμού, η Λέγκα –που πλέον έχει εγκαταλείψει τον γεωγραφικό προσδιορισμό «του Βορρά»– τετραπλασιάζει τα ποσοστά της και φτάνει το 17,3% των ψήφων. Αν και η βάση της παραμένει στον Βορρά, έχει πλέον ριζώσει και στον Νότο. Για πρώτη φορά, ξεπερνάει τη Forza Italia, το κόμμα του Μπερλουσκόνι. Ο συνασπισμός της Κεντροδεξιάς κερδίζει το 37% των ψήφων και καταλαμβάνει τις διπλάσιες έδρες από την Κεντροαριστερά, έστω και αν ο πραγματικός νικητής τον εκλογών παραμένει το Κίνημα των 5 Αστέρων, με επικεφαλής τον τριαντάχρονο Ναπολιτάνο Ντι Μάιο, που ξεπερνά όλους τους άλλους, κερδίζοντας το 32% των ψήφων.

Επειδή κανένα από τα τρία μπλοκ δεν διέθετε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ήταν υποχρεωμένοι να καταλήξουν σε έναν γάμο συμφέροντος. Μετά τριών μηνών μπλόφες και διαπραγματεύσεις, το Κ5Α και η Λέγκα συμφώνησαν τελικά σε ένα «συμβόλαιο διακυβέρνησης» το οποίο περιγράφει, με πολύ γενικούς όρους, τους τομείς δικαιοδοσίας του καθενός. Μία πρώτη κυβέρνηση σχηματίζεται τον Ιούνιο. Οι Σαλβίνι και Ντι Μάιο γίνονται αντιπρόεδροι της κυβέρνησης, ενώ η θέση του πρωθυπουργού προσφέρεται σε ένα μέλος του Κ5Α, τον κ. Κόντε, έναν άγνωστο στο ευρύ κοινό καθηγητή του δικαίου. Αυτός ο «κίτρινο-πράσινος» συνασπισμός –τα χρώματα του Κ5Α και της Λέγκας αντιστοίχως– προκαλεί μια  γενικευμένη αποπληξία στα μεγάλα ΜΜΕ, που απεχθάνονται τον «λαϊκισμό» σε όλες τις μορφές του. Πόσο μάλλον, όταν δύο από τους εκπροσώπους του συμμαχούν…

Στην πραγματικότητα, οι ομοιότητες μεταξύ των δύο κομμάτων αφορούν περισσότερο τη συμπεριφορά τους παρά την πολιτική: μια διαρκής παραφορά, μια αντισυστημική ρητορική, συνεχείς αναφορές στους εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς, η επίκληση του «λαού», μια κάθετη οργάνωση, μια επιθετική παρουσία στο διαδίκτυο που τείνει να μετατρέπει οποιοδήποτε θέμα σε σύνθημα ή κακόγουστο αστείο. Το βασικό ιδεολογικό κοινό σημείο τους είναι η εχθρότητα προς τις Βρυξέλλες και ο σκεπτικισμός σε σχέση με το ενιαίο νόμισμα, το οποίο θεωρείται υπεύθυνο για τη λιτότητα και την οικονομική στασιμότητα στην Ιταλία. Αλλά τα προγράμματα που ο καθένας σκοπεύει να εφαρμόσει, σπάζοντας αυτές τις αλυσίδες, καταδεικνύουν μια μείζονα πολιτική διαφωνία. Η  Λέγκα θέλει να εισαγάγει έναν ενιαίο φόρο (αναλογικό φόρο), την κλασική συνταγή της Δεξιάς για να προσελκύσει τους μικρούς επιχειρηματίες που αποτελούν την κοινωνική της βάση στον Βορρά. Όσον για το Κ5Α, θέλει να δημιουργήσει ένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα για να βοηθήσει τους ανέργους, τους επισφαλείς εργαζόμενους και τους φτωχούς, κυρίως στον Νότο. Σε ό,τι αφορά στην ανακατανομή του εισοδήματος, οι συνέπειες αυτών των δύο διαμετρικά αντίθετων επιλογών καταλήγουν σε μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο κομμάτων σύμφωνη με την κλασική διαίρεση Δεξιάς-Αριστεράς.

Ως προς τη σύνθεση της κυβέρνησης, το Κ5Α αναλαμβάνει υπουργεία με ισχυρό κοινωνικοοικονομικό βάρος, ενώ η Λέγκα καταλαμβάνει εκείνα που έχουν μια συμβολική και ταυτοτική διάσταση. Από τους νέους υπουργούς, το 90% δεν διέθετε καμία πρότερη εμπειρία εκτελεστικής εξουσίας.Ο Σαλβίνι γίνεται υπουργός Εσωτερικών και ο Ντι Μάιο παίρνει τα ηνία της οικονομικής ανάπτυξης, της εργασίας και των κοινωνικών υποθέσεων. Με μια πρώτη ματιά, το Κ5Α, ο νικητής των εκλογών, κέρδισε τις καλύτερες θέσεις –συγκεκριμένα τις υποδομές, την υγεία και τον πολιτισμό– εκείνες που έχουν τη μεγαλύτερη δυνητική επιρροή στο εκλογικό σώμα.

Ωστόσο, ο σχηματισμός της κυβέρνησης υπόκειται, από την αρχή, στην εποπτεία του ιταλικού «βαθέως κράτους»: την Προεδρία της Δημοκρατίας (Σέρτζιο Ματαρέλα), την Τράπεζα της Ιταλίας, το Χρηματιστήριο και ιδιαίτερα την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Και αυτό φροντίζει ώστε τα υπουργεία που έχουν πραγματικά σημασία για την οικονομία (χρηματοπιστωτική πολιτική και ευρωπαϊκές υποθέσεις) να μην υπόκεινται στον έλεγχο των δύο κομμάτων. Επίσης, όταν ο συνασπισμός προτείνει υποψηφίους που ο Ματαρέλα θεωρεί ανεπαρκώς ελεγχόμενους από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ο πρόεδρος δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει το βέτο του για να μπλοκάρει τις ενέργειές τους. Κατά συνέπεια, η επίδραση του Κ5Α στις δημοσιονομικές πολιτικές εξουδετερώθηκε σε μεγάλο βαθμό ευθύς εξ αρχής. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι, μόλις μία από τις προτάσεις του Κ5Α ή της Λέγκας απειλούσε να μετατραπεί σε νόμο (είτε αφορούσε το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα είτε τη μείωση της ηλικίας συνταξιοδότησης), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οι ενδοϊταλικοί μηχανισμοί της παρενέβαιναν. Μήνες διαρκών αντιπαραθέσεων κατέληξαν να φαλκιδεύσουν αυτά τα μέτρα και να τα αποστραγγίσουν από κάθε νόημα. Με αποτέλεσμα, ο Ντι Μάιο να μην έχει, μέχρι στιγμής, να επιδείξει στο ενεργητικό του καμία επιτυχία.

«Λεγκοποίηση» της πολιτικής

Από τη δική του πλευρά, ο Σαλβίνι μεγιστοποίησε την παρουσία του. Ως υπουργός Εσωτερικών, φοράει σχεδόν πάντα το σακάκι του αστυνομικού ή του Καραμπινιέρου, σαν ένας καλός σερίφης. Έχει αναθέσει στο δεξί του χέρι το υπουργείο Οικογένειας, ένα άλλο εξαιρετικό βήμα για δηλώσεις με μεγάλο αντίκτυπο στα μέσα ενημέρωσης. Ωστόσο, έχει κρατήσει για τον εαυτό του την πιο σημαντική ηθική ευθύνη μιας έντιμης κυβέρνησης: μια σταυροφορία κατά της παράνομης μετανάστευσης, η οποία διεξάγεται μέσω της άρνησης των λιμενικών δικαιωμάτων σε μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ) που σώζουν ζωές στη Μεσόγειο. Τα χρόνια προπαγάνδας του Κ5Α ενάντια στην «εισβολή» έχουν αφήσει ίχνη, αναγκάζοντάς το σήμερα να ακολουθήσει τη Λέγκα σε αυτό το ναρκοθετημένο πεδίο, με κάποιες αναποτελεσματικές κριτικές απέναντι σε ξενοφοβικές ενέργειες ιδιαίτερα απεχθείς.

Λίγους μήνες μετά την άνοδο στην εξουσία του «κιτρινο-πράσινου» συνασπισμού, δεν υπάρχει πλέον καμία αμφιβολία για το χρώμα που κυριαρχεί[2]. Η Λέγκα, παρότι έλαβε τις μισές ψήφους από τον συνεταίρο της, έχει επιβάλει την ηγεμονία της, σαν να είχε λάβει τις διπλάσιες. Οι τρεις περιφερειακές εκλογές που διεξήχθησαν από τον Ιανουάριο έως τον Απρίλιο του 2019 μετέβαλαν αυτή την ανατροπή σε αναμφισβήτητο πολιτικό γεγονός. Όλες έγιναν στον Νότο, όπου, το 2018, είχε παρατηρηθεί ένα παλιρροϊκό κύμα υπέρ του Κ5Α. Στο Αμπρούτσο, αυτό έπεσε από 39,8 στο 19,7%, όταν η Λέγκα σημείωσε άνοδο από 13,8 σε 27,5%. Στη Σαρδηνία, κατέρρευσε (από 42,4 σε 9,7%), ενώ το κόμμα του Σαλβίνι αυξήθηκε ελαφρώς (από 10,8 σε 11,4%). Τέλος, στη Βασιλικάτη, το κίνημα του Ντι Μάιο υποδιπλασίασε το ποσοστό του (από 44,3 σε 20,3%), όταν η Λέγκα τριπλασίασε το δικό της (από 6,3 σε 19,1%). Συμμαχώντας με τη Forza Italia, τους Fratelli d’Italia και διάφορες άλλες ομάδες, πήρε στα χέρια της τον έλεγχο αυτών των τριών περιοχών. Έτσι, κερδίζει σε όλα τα μέτωπα, συναντώντας τη Forza Italia και την άκρα δεξιά στο τοπικό επίπεδο και διατηρώντας ταυτόχρονα τη συμμαχία της με το Κ5Α στη Ρώμη.

Η Λέγκα καταλαμβάνει πλέον το κέντρο της ιταλικής πολιτικής ζωής. Ο Σαλβίνι μοιράζει τα χαρτιά και καθορίζει τους κανόνες του παιχνιδιού, υποχρεώνοντας τα ΜΜΕ να ακολουθούν δουλικά αυτά που λέει – τις υποσχέσεις του, τις προκλήσεις του και την «κοινή λογική» του, η οποία μεταδίδεται εδώ και χρόνια από την τηλεόραση, τις εφημερίδες και το Διαδίκτυο, και φαίνεται να έχει γίνει αποδεκτή σαν τέτοια. Η ιταλική πολιτική έχει υποστεί μια «λεγκοποίηση» (leghizzazione). Τώρα πια θεωρείται φυσιολογικό –και αυτό ισχύει και για την Κεντροαριστερά– να κατηγορούνται ορισμένες ΜΚΟ ότι είναι «θαλάσσια ταξί» σε συνεργασία με λαθρεμπόρους· να δηλώνεται ότι οι πολίτες χρειάζονται πρωτίστως ασφάλεια· ή να αντιμετωπίζεται η μετανάστευση αποκλειστικά ως πρόβλημα. Απόψεις που κάποτε αποτελούσαν αποκλειστικότητα της Λέγκας και νεο-εθνικιστικών κύκλων, σήμερα, γίνονται σχεδόν ομόφωνα αποδεκτές.

Από όλους τους ηγέτες της ευρωσκεπτικιστικής Δεξιάς των μεγάλων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Σαλβίνι είναι ο μόνος που μπορεί να διατηρεί την ελπίδα να ηγηθεί μιας κυβέρνησης. Πράγματι, διαθέτει ένα σημαντικό πλεονέκτημα. Στην Ιταλία, ο νεοφασισμός είναι από καιρό ενταγμένος στο πολιτικό σύστημα, γεγονός που επιτρέπει στη Λέγκα να παρουσιάζεται ως «διαφορετική». Αν και ιδεολογικά ανήκει στη ριζοσπαστική Δεξιά, ο ηγέτης της δεν έχει ποτέ απαρνηθεί την ημι-αριστερές του ρίζες. «Όταν με θεωρούν φασίστα, γελάω, λέει σήμερα. Ο Ρομπέρτο Μαρόνι με υποπτευόταν για κομμουνιστή στους κόλπους της Λέγκας, γιατί, από ορισμένες πλευρές, εγώ ήμουν πιο κοντά σε αυτούς, ακόμα και από τον τρόπο που ντυνόμουν». Μέχρι το 2015, εξακολουθούσε να είναι θαυμαστής του ΣΥΡΙΖΑ, του αριστερού κόμματος της Ελλάδας, και συνεχίζει να υποστηρίζει διεκδικήσεις που κάποτε χαρακτήριζαν την Αριστερά, όπως η ανάγκη για μια δημόσια τράπεζα επενδύσεων ή η κατάργηση των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων του συνταξιοδοτικού συστήματος.

Ο Σαλβίνι έχει το πλεονέκτημα να κινείται σε ένα περιβάλλον από όπου η Αριστερά, ρεφορμιστική ή ριζοσπαστική, έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Στη Γαλλία, την Ισπανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, ακόμη και στη Γερμανία, εξακολουθούν να υπάρχουν λαϊκές δυνάμεις που αντιστέκονται στη λογική της εξουσίας από τα αριστερά του πολιτικού φάσματος. Τίποτα τέτοιο δεν υπάρχει στην Ιταλία.

Οι κοινωνικο-οικονομικές και γεωγραφικές συνθήκες έπαιξαν επίσης ρόλο. Καμία από τις μεγάλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν υπέφερε περισσότερο από τη ασφυξία του ευρώ όσο η Ιταλία, της οποίας το κατά κεφαλήν εισόδημα αυξήθηκε ελάχιστα από τότε που τέθηκε σε ισχύ το ενιαίο νόμισμα[3] και της οποίας οι ρυθμοί ανάπτυξης ήταν μηδαμινοί. Επιπλέον, όντας η χερσόνησος με τη μεγαλύτερη συνεχόμενη ακτή από όλες τις χώρες της Ένωσης, η Ιταλία μεταβλήθηκε σε ένα μεταναστευτικό σταυροδρόμι. Μια κατάσταση στην οποία αυτή η παραδοσιακή χώρα μεταναστών, που έχει τροφοδοτήσει αφειδώς τις παγκόσμιες πληθυσμιακές μετακινήσεις, δεν ήταν συνηθισμένη, και η οποία εκδηλώθηκε σε μια συγκυρία οικονομικής ύφεσης, όταν μαίνεται ο ανταγωνισμός για μια θέση απασχόλησης ή για κοινωνικά βοηθήματα. Καθώς αυτές οι εντάσεις γίνονται ολοένα και πιο ηλεκτρισμένες, ο Σαλβίνι παρουσιάζεται ως το ιδανικό αλεξικέραυνο για να εκφορτώσει μια πιθανή ταξική σύγκρουση και να την μετατρέψει σε αγώνα των φτωχών εναντίον των φτωχών.

Άραγε, αν κατόρθωνε να αναρριχηθεί στο πρωθυπουργικό ανάκτορο Τσίγκι, θα γινόταν ένας νέος Μπερλουσκόνι, ο οποίος, παρά τους φανφαρονισμούς του, δεν άλλαξε και πολλά πράγματα; Η στάση του απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα αποφασιστικό τεστ. Ο «Καβαλιέρε» διακρίθηκε περισσότερο από τις γκάφες του παρά από την κακή συμπεριφορά του στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Ο Σαλβίνι είναι πιο αδίστακτος και πιο ιδεολογικός. Στην προεκλογική εκστρατεία του για τις ευρωεκλογές του 2019 υποσχέθηκε τη συγκρότηση της ενός λαϊκιστικού δεξιού συνασπισμού – τη «Διεθνή της εθνικής κυριαρχίας», επινόηση του Στήβεν Μπάνον, πρώην συμβούλου του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ. Για πολύ καιρό υπήρξε θαυμαστής του Βλαντιμίρ Πούτιν. Αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν μεγαλύτερη σημασία από τη Ρωσία και οι συγγένειές του –όσον αφορά το ύφος και την προσωπικότητα– είναι πολύ μεγαλύτερες με τον κάτοχο του Λευκού Οίκου παρά με εκείνον του Κρεμλίνου. Αυτό σημαίνει ειδικότερα μια ευθυγράμμιση με την προσπάθεια του Τραμπ να υποτάξει την Κίνα. Αντίθετα, και προς μεγάλη λύπη του Σαλβίνι, ο Ντι Μάιο υποδέχτηκε στην Ιταλία τον Πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ, ο οποίος ήρθε φορτωμένος με δώρα που σχετίζονται με τους νέους δρόμους του μεταξιού.

 

Ρυθμίσεις µε τις Βρυξέλλες

Η διαφορά είναι εξίσου ορατή στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου ο ηγέτης του Κ5Α υιοθέτησε μια πολύ πιο ριζοσπαστική προσέγγιση, εκφράζοντας μια θερμή υποστήριξη στα «κίτρινα γιλέκα» της Γαλλίας, τα οποία ο Σαλβίνι θεωρεί «μπαχαλάκηδες».

Στο επίπεδο της Ένωσης, ο ηγέτης της Λέγκας αρκέστηκε να χτυπήσει τα κάγκελα του κλουβιού των Βρυξελλών, χωρίς να προσπαθήσει να τα σπάσει. Ενέκρινε τον τρέχοντα ιταλικό προϋπολογισμό, σε συμφωνία τελικά με τις «συμβουλές» της Κομισιόν. Η δέσμευση που έχει αναλάβει για θεσμική και όχι μόνο λεκτική σύγκρουση με την Ευρώπη φαίνεται λιγότερο πιθανή από μια πραγματιστική προσαρμογή στο status quo. Η κοινωνική βάση της Λέγκας μπορεί να είναι εχθρική προς τις μεγάλες τράπεζες, τους κοινοτικούς κανονισμούς και τις πολυεθνικές, αλλά η ευαισθησία της παραμένει αναμφισβήτητα καπιταλιστική. Στην εποχή του, ο Μπόσι είχε επίσης καταφερθεί κατά των Βρυξελλών, αλλά αυτό δεν εμπόδισε τη Λέγκα του Βορρά να ψηφίσει υπέρ των Συνθηκών του Μάαστριχτ και της Λισαβόνας.

Για τον Σαλβίνι, το ενιαίο νόμισμα υπήρξε ένα σκιάχτρο χρήσιμο για την άνοδό του, αλλά μόλις έφτασε στην κορυφή, μπορεί να παραμεριστεί. Η καταγγελία των «διάτρητων συνόρων» παραμένει το αληθινό διαβατήριό του για την εξουσία. Και στο θέμα αυτό, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν του θέτει κανένα εμπόδιο.

 

[1] Βλ.  Mauro Calise, La Democrazia del leader (Η Δημοκρατία του ηγέτη), Laterza, Ρώμη-Μπάρι, 2016.

[2] Βλ. Stefano Palombarini, « En Italie, une fronde antieuropéenne ? », Le Monde diplomatique, Νοέμβριος 2018.

[3] Ο μέσος ακαθάριστος μισθός αυξήθηκε σε σταθερές τιμές από 28.939 ευρώ, το 2001, σε 29.214 ευρώ, το 2017.

Διαβάστε και το πρώτο μέρος του άρθρου:

Πως ο Ματέο Σαλβίνι κατέκτησε την Ιταλία (μέρος Α΄)

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek