του Βλάσση Αγτζίδη, από το Άρδην τ. 75, Μάιος-Ιούνιος 2009

Οι Αυτόνομες Ελληνικές Περιοχές
[ ] Στα τέλη της δεκαετίας του ’20 άρχισε να διαμορφώνεται το αίτημα της διοικητικής-εδαφικής αυτονομίας. Είχε προηγηθεί η ανακήρυξη της ελληνικής γλώσσας σε κύρια γλώσσα, μαζί με τη ρωσική και τη γλώσσα της Δημοκρατίας, στις περιοχές που υπήρχε συμπαγές ελληνικό στοιχείο. Ως το 1938 είχαν δημιουργηθεί τέσσερις αυτόνομες ελληνικές περιοχές με τάση επέκτασης και σε άλλες, όπου κατοικούσε συμπαγής ελληνικός πληθυσμός6. Αρχικά ανακηρύχτηκαν αυτόνομες οι περιοχές της Νότιας Ουκρανίας, του Ντονιέτσκ και της Μαριούπολης κατά το πρώτο μισό του 1928 με απόφαση της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Ουκρανίας. [ ]
Στις 27 Φεβρουαρίου 1930, με διαταγή της Εκτελεστικής Επιτροπής Περιοχής του Κόμματος (Κράι Ις Ποκόμ), δημιουργήθηκε μέσα στα διοικητικά όρια της περιφέρειας Μαύρης Θάλασσας (Τσερνομόρσκι Όκρουγκ) η τέταρτη Ελληνική Περιοχή (Γκρέτσισκι Ραγιόν) με κέντρο την κωμόπολη Κριμσκ. …«ο ελληνικός νομός στο Κουμπάν ξεκίνησε από Έλληνες κομμουνιστές. Ο ελληνικός νομός ήταν σοβιετικός νομός με επίσημη γλώσσα τα ελληνικά. Ήταν πιο μικρός από την Αττική. Σε ένα μικρό κομμάτι από μισό εκατομμύριο και παραπάνω Ελλήνων έδωσαν αυτονομία για παράδειγμα. Δηλαδή να ξέρει ο ελληνικός λαός ότι και εμείς έχουμε αυτονομία. Αυτό ήταν πολιτική. Ότι δηλαδή το Κομμουνιστικό Κόμμα υπηρετεί όλα τα έθνη».
Η Ελληνική Περιοχή δημιουργήθηκε στις 2 Απριλίου 1930 παίρνοντας ένα μέρος από την περιοχή του Αμπίνσκ (Αμπίνσκι Ραγιόν) της περιφέρειας Κουμπάν και ένα μέρος της περιοχής του Κριμσκ (Κριμσκι Ραγιόν).
Στην Ελληνική Περιοχή ανήκουν 32 χωριά. Η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι Έλληνες, οι οποίοι υπολογίζονται από 30.000 έως 60.000. Πρώτος γενικός γραμματέας του κολχόζ είναι ο Διαμαντίδης, τον οποίο αντικαθιστά το 1935 ο Κουντούρης, που θεωρείται ότι κατάφερε να πάρει την έγκριση για την υλοποίηση της ιδέας της ελληνικής περιοχής. Η ίδρυση της Ελληνικής Περιοχής –στην οποία επικρατεί η ελληνική γλώσσα, ενώ οι επιγραφές των δρόμων, των δημοσίων καταστημάτων, των σχολείων, των αστυνομικών τμημάτων έχουν πινακίδες στα ελληνικά– λειτουργεί ως μαγνήτης για τους Έλληνες, οι οποίοι συρρέουν σε αυτήν. [ ]
Στην κωμόπολη Κριμσκ, στην πρωτεύουσα δηλαδή της Ελληνικής Περιοχής, βρίσκεται εγκατεστημένος –το 1936 θα μεταφερθεί από το Ροστόβ επί του Ντον– ο μεγαλύτερος ελληνικός εκδοτικός οίκος της Σοβιετικής Ένωσης, ο «Κομυνιςτις», ο οποίος εκδίδει και την ομώνυμη εφημερίδα. Η ελληνική εφημερίδα Κόκινος Καπνάς (Kόκκινος Καπνάς) που εκδίδεται στο Σοχούμι, την πρωτεύουσα της Αμπχαζίας στη Γεωργία –όπου υπήρχε σημαντική ελληνική κοινότητα με μεγάλη ελληνική ενδοχώρα– μας πληροφορεί τον Οκτώβριο του 1933 ότι η εφημερίδα Κομυνιςτις αγωνίστηκε για τη δημιουργία ελληνικής περιφέρειας στο Σοχούμι.


Οι διώξεις κατά του ελληνισμού
Το φθινόπωρο του 1937 έρχεται το τέλος της ανάπτυξης του ελληνισμού. Με το πρόσχημα της αντεπαναστατικής δράσης των Ελλήνων και της συνεργασίας τους με ξένα κέντρα κορυφώνονται οι διώξεις που σε μεγάλο βαθμό είχαν αρχίσει ήδη μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση.
Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση
Η περίοδος που ακολουθεί την Οκτωβριανή Επανάσταση χαρακτηρίζεται από το ρεύμα φυγής προς την Ελλάδα σαν αποτέλεσμα της εμπλοκής και της συμμετοχής των Ελλήνων του Πόντου στα ιστορικά γεγονότα. Οι περιουσίες των Ελλήνων της Ρωσίας, κινητές και ακίνητες, δημεύονται αμέσως μετά την επικράτηση των Σοβιέτ. [ ] Οι Έλληνες μενσεβίκοι της Γεωργίας αναγκάζονται να καταφύγουν στη Δύση. Δύο μεγάλα και πλούσια ελληνικά χωριά της Μαριούπολης που συντάσσονται με τους μαχνοβίτες καταστρέφονται από τον Κόκκινο Στρατό και οι κάτοικοί τους εκτελούνται. Την πρώτη αυτή περίοδο οι διώξεις κατά των Ελλήνων έχουν πολιτικά κυρίως κριτήρια. H αρχή του τέλους για τους Έλληνες Πόντιους της ΕΣΣΔ συμπίπτει με την έναρξη της κολεκτιβοποίησης. Επειδή ο ποντιακός πληθυσμός, εξαιτίας συγκεκριμένων ιστορικών και κοινωνικών συνθηκών είχε αναπτύξει σε μεγάλο βαθμό την αυτόνομη, πρωτοβουλιακή δραστηριότητα, δεν αποδέχεται την πολιτική της δημιουργίας μεγάλων κρατικών και συνεταιριστικών αγροκτημάτων. Έτσι βρίσκεται στο στόχαστρο της σοβιετικής εξουσίας. [ ]


Αντίσταση στην κολεκτιβοποίηση
Η αντίσταση των αγροτών στην πολιτική της κολε­κτιβοποίησης δίνει την ευκαιρία στις σοβιετικές αρχές να καταπιέσουν ιδιαίτερα όσους δεν έχουν αποδεχτεί τη σοβιετική υπηκοότητα και επιμένουν στη διατήρηση της ελληνικής. Οι Έλληνες που αρνούνται να ενταχθούν στα κολχόζ καταδικάζονται σε πολυετείς καθείρξεις και οι οικογένειές τους εκτοπίζονται στην Κεντρική Ασία. Η πλέον συνηθισμένη κατηγορία είναι «συμμετοχή στην αντεπανάσταση». Όπως μας πληροφορεί στις 16-8-1933 ο πρεσβευτής της Ελλάδας στη Μόσχα, Σπύρος Πολυχρονιάδης: «…Προκαλεί κατάπληξιν η ύπαρξη τόσων καταδίκων (Ελλήνων υπηκόων). Οι Έλληνες χωρικοί θέλοντας να μένουν εκτός των κολχόζ προκαλούν την εχθρότητα των αρχών, καταδιώκονται και τα δικαστήρια βρίσκουν εύκολα αιτίες για την καταδίκη τους. [ ]»


Τα εθνικά κριτήρια των διώξεων
[ ] Η πλειοψηφία των Ελλήνων Ποντίων θεωρεί τις σταλινικές διώξεις συνέχεια της γενοκτονίας που είχαν υποστεί στον ιστορικό Πόντο από τους νεότουρκους εθνικιστές. Με τις διώξεις του 1937-1939 τίθεται εκτός νόμου και ο ελληνικός πολιτισμός. Τα ελληνικά σχολεία μετατρέπονται κυρίως σε ρώσικα, αλλά και γεωργιανά, αρμένικα κ.λπ., ανάλογα με τη δημοκρατία που βρίσκονται. Τα θέατρα κλείνουν. Τα τυπογραφεία καταστρέφονται. Τα τυπογραφικά στοιχεία του ελληνικού τυπογραφείου της Μαριούπολης πετιούνται στην Αζοφική Θάλασσα συμβολικά, «ώστε να μη ξανατυπωθεί στη Ρωσία ελληνικό βιβλίο».
Οι διώξεις κατά των Ελλήνων Ποντίων χαρακτηρίζονται από εθνικά κριτήρια. Ειδικά στις περιοχές που ανήκουν στη Ρωσική Δημοκρατία, οι διώξεις παίρνουν τη μορφή πογκρόμ. Μεγάλες περιοχές με συμπαγή ελληνικό πληθυσμό εκκαθαρίζονται. Δεν εξαιρούνται από τις διώξεις ούτε τα μέλη του Κόμματος.
Οι Έλληνες που έζησαν τις διώξεις συμφωνούν στην ολότητά τους στην παρακάτω διαπίστωση, όπως τη διατυπώνει ένας από αυτούς:
«Όπως φαίνεται, είχε δημιουργηθεί τάση για δημιουργία αυτόνομων ελληνικών περιοχών, γι’ αυτό ο Στάλιν έδωσε διαταγή το 1936 να φυλακίσουν όλους τους Έλληνες που ήσαν πάνω από 18 ετών. Αυτό έγινε μόνο για τους Έλληνες. Για τους άλλους ήταν να καθαρίζουν τους εχθρούς. Ενώ για τους Έλληνες ήταν γενικό. Είτε ήσουν κομμουνιστής είτε φασίστας, σε παίρνανε. Δεν ήθελαν την οργάνωση του ελληνικού πληθυσμού. Οι πιο πολλοί που ζήτησαν αυτονομία πέθαναν στην εξορία. Και όσοι ζήσαν δεν μιλούν για αυτό… Προπάντων στο Κρασνοντάρ έγιναν οι σφαγές».
Τον Αύγουστο του 1938, δίχως να έχει προηγηθεί δημόσια ανακοίνωση, κλείνουν όλα τα ελληνικά σχολεία. Η διδασκαλία αρχίζει να γίνεται στη ρωσική γλώσσα, αλλά αρκετές φορές στη γλώσσα της Δημοκρατίας. Το «Ελληνικό Σχολείο» στο Βατούμι μετονομάζεται σε «8ο σχολείο». Η διδασκαλία γίνεται μόνο στη ρωσική, ενώ η σύνθεση των μαθητών είναι πλέον πολυεθνική. Μερικά από τα ελληνικά εκπαιδευτήρια αλλάζουν χρήση. Το ελληνικό σχολείο του χωριού Καμπαρτίκα παραχωρείται στην αστυνομία και στεγάζει τις υπηρεσίες της. Το ελληνικό δεκατάξιο σχολείο της ίδιας πόλης μετατρέπεται σε ρωσικό, ενώ τα σχολεία των ελληνικών χωριών της Αμπχαζίας μετατρέπονται αρχικά σε γεωργιανά. Υπάρχουν περιπτώσεις ελληνικών σχολείων που μετατρέπονται σε αμπχάζικα.
Με τον ίδιο τρόπο παύει η έκδοση των ελληνικών εφημερίδων, ενώ κλείνουν και οι ελληνικοί εκδοτικοί οίκοι. [ ] Αντίστοιχη είναι και η τύχη των ελληνικών εκκλησιών. Οι ιερείς είναι από τους πρώτους που συλλαμβάνονται. Αρκετούς τους εξαναγκάζουν να ποδοπατήσουν τις εικόνες. Μια τέτοια περίπτωση είναι ο ιερέας Βασίλειος Τρανταφυλλίδης, που εγκαταστάθηκε ως πρόσφυγας στη Θεοδόσια της Κριμαίας το 1922. Το 1937 συλλαμβάνεται και υποχρεώνεται από τα όργανα του σταλινικού καθεστώτος να ποδοπατήσει μια εικόνα που είχαν πετάξει κάτω. Αυτός αρνείται λέγοντας: «Εγώ εικόνας ‘κι πατώ». Την ώρα που τον συλλαμβάνουν, λέει στη μητέρα του «Μάνα μη κλαις που θα παίρνε με και πάνε χάνε με. Εγώ χριστιανός γεννήθηκα και χριστιανός θ’ αποθάνω». Την τελευταία του πνοή ο ιερέας Τριανταφυλλίδης την αφήνει το 1939, εξορισμένος κάπου στα Ουράλια. Οι εκκλησίες αλλάζουν χρήση. Η μεγάλη ελληνική εκκλησία στο Σοχούμι μετατρέπεται σε κοινόβιο μαθητών. Η μητρόπολη του Γελεντζίκ μετατρέπεται σε αποθήκη σιτηρών και στο τέλος στεγάζει την κομσομόλ. Η εκκλησία του χωριού Ντάγβα ανατινάσσεται. Το ίδιο συμβαίνει και με την εκκλησία του χωριού Μερτσάν, στην Ελληνική Περιοχή. Στη θέση της χτίζεται σχολείο. Η εκκλησία του χωριού Αχαλσιόν μετατρέ­πεται σε αποθήκη σιτηρών, ενώ ο ιερέας και ο ψάλτης συλλαμβάνονται και στέλνονται στη Σιβηρία. [ ] H εκκλησία του Αγ. Ιωάννου στο χωριό Κούμα μετατρέπεται σε στάβλο. Παρόμοια είναι η τύχη των περισσότερων ελληνικών εκκλησιών. [ ]


Στην κοιλάδα του Κουμπάν
Oι μεγαλύτερης έκτασης συλλήψεις Ελλήνων γίνονται στην κοιλάδα του Κουμπάν. Οι αρχές γυρίζουν σπίτι σπίτι στις ελληνικές κοινότητες και κατάσχουν τα πάντα, ελληνικά διαβατήρια, φωτογραφίες και γράμματα από την Ελλάδα. Οι Έλληνες κάτοικοι της περιφέρειας Κρασνοντάρ, όπου έγιναν οι μεγαλύτερες συλλήψεις, εγκαταλείπουν τα σπίτια τους τρομοκρατημένοι και καταφεύγουν σε σπίτια ντόπιων για να σωθούν. Η κύρια κατηγορία που απαγγέλλεται στην Ελληνική Περιοχή είναι ότι ανήκουν σε παράνομες ελληνικές εθνικιστικές οργανώσεις που στοχεύουν στη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και στη δημιουργία Ελληνικής Δημοκρατίας στη Νότια Ρωσία. [ ]
­Οι διώξεις στην Ελληνική Περιοχή βασίζονται στην κατηγορία ότι οι Έλληνες είχαν συστήσει παράνομες εθνικιστικές οργανώσεις. Τα στοιχεία για τα περισσότερα από τα 77 μέλη μιας από τις ομάδες αυτές έχουν έρθει ήδη στο φως. Όλοι καταδικάζονται σε θάνατο, εκτός από δύο οι οποίοι καταδικάζονται σε δεκαετή κάθειρξη σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η κατηγορία είναι ότι ίδρυσαν μια «ελληνική, αντεπαναστατική, εθνικιστική, αποσχιστική, τρομοκρατική, κατασκοπευτική οργάνωση».
Οι διώξεις κατά των Ποντίων ολοκληρώθηκαν μέσα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν εκατοντάδες χιλιάδες μεταφέρθηκαν στις άγονες στέπες της Κεντρικής Ασίας και της Σιβηρίας. Ο Ρώσος ιστορικός Ν. Μπουκάι υποστηρίζει ότι η εκτόπιση του ελληνικού πληθυσμού έγινε με απόφαση του ίδιου του Στάλιν, για να εκτονώσει την εθνικιστική ένταση που επικρατούσε στον Βόρειο Καύκασο και στην Κριμαία, όπως και να απομακρύνει από τις συνοριακές περιοχές τους εκπροσώπους των «μη έμπιστων» εθνοτήτων.
[ ] Η ένταση των διωγμών φαίνεται από το γεγονός ότι μόνο από το χωριό Μερτσάν της κοιλάδας του Κουμπάν συλλαμβάνονται και εκτελούνται ή πεθαίνουν στη Σιβηρία 175 Έλληνες από 1500 συνολικά. Στην περιοχή του Σότσι, μέσα σε μισό χρόνο συλλαμβάνεται το 70% των ενήλικων Ελλήνων ανδρών. Απ’ αυτούς, το σύνολο σχεδόν βασανίζεται και τουφεκίζεται στη συνέχεια. Εκατοντάδες επίσης είναι τα θύματα από την πόλη του Γελεντζίκ.


Στην Αμπχαζία
Στην Αμπχαζία οι συλλήψεις ξεκινούν αμέσως μετά τον εορτασμό των 15 χρόνων από τη δημιουργία της αυτόνομης δημοκρατίας [ ] Στις συλλήψεις συμμετέχουν και Έλληνες συνεργάτες της μυστικής αστυνομίας. Το κύμα συλλήψεων απλώνεται και στα ελληνικά χωριά της περιφέρειας. Μόνο από το χωριό Κούμα συλλαμβάνουν 75 άτομα. Ακόμα και ασήμαντοι λόγοι γίνονται αιτίες για την καταδίκη κάποιου. Ένας Έλληνας γιατρός, ο Αλεξανδρόπουλος, καταδικάζεται με την κατηγορία ότι είχε αποκαλύψει στις ελληνικές μυστικές υπηρεσίες ένα μικρό ψάρι, το οποίο χρησιμοποιούνταν για τον εξάλειψη των κουνουπιών σε περιοχές με έλη. Αυτό πoυ είχε συμβεί είναι ότι απλώς είχε γράψει για αυτό σε γράμμα που έστειλε στους συγγενείς του.


Βασανιστήρια: μέσο απόσπασης των ομολογιών
Οι συλληφθέντες βασανίζονται σκληρά για να δεχτούν να υπογράψουν την κατηγορία που τους βαραίνει. Τα βασανιστήρια περιλαμβάνουν σωματική και ψυχική βία και αρχίζουν ουσιαστικά από τη στιγμή της σύλληψης.
Μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα βασανισμών είναι τα παρακάτω: Για να ομολογήσει ο Δ. Μουρατίδης από το Βατούμι ότι έβρισε τον Στάλιν, του κάρφωναν στα νύχια καρφίτσες. Συνέχιζαν τα βασανιστήρια δίνοντάς του μια βαλίτσα γεμάτη πέτρες να την κρατάει ψηλά επί μερόνυχτα, μέχρι να λιποθυμήσει. Τον ξανασήκωναν και τον υποχρέωναν να συνεχίσει το κράτημα της βαλίτσας. Τον άφηναν νηστικό και έπειτα τον υποχρέωναν να φάει παστά ψάρια δίχως να του δίνουν νερό για μέρες. [ ] Την ίδια περίοδο εξοντώνεται και ο Δ. Σακαρέλος, ο οποίος είχε διατελέσει διευθυντής της εφημερίδας Σπάρτακος που έβγαινε στο Νοβοροσίσκ στις αρχές της δεκαετίας του ‘20. Έπειτα, ο Σακαρέλος αναλαμβάνει επικεφαλής του ελληνικού δελτίου ειδήσεων στον ραδιοσταθμό της Μόσχας. Αργότερα συμμετέχει ως εθελοντής στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο και εξαφανίζεται με τις σταλινικές εκκαθαρίσεις.


Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης
Όσοι καταδικάζονται σε καταναγκαστικά έργα στέλνονται στη Σιβηρία. Οι κρατούμενοι ζουν σε άθλιες συνθήκες ζωής, αντιμετωπίζουν το υπερβολικό κρύο και τη βία των φυλάκων. Χρησιμοποιούνταν σαν δωρεάν εργατική δύναμη. Οι κρατούμενοι στα στρατόπεδα δουλεύουν σκληρά από 12 έως 16 ώρες κάθε μέρα. Η έλλειψη ικανοποιητικής διατροφής αποδεκατίζει τους κρατούμενους. Οι κρατούμενοι που χάνουν το φως τους, ή αρρωσταίνουν βαριά, εκτελούνται από τους φρουρούς. Τα περισσότερα στρατόπεδα βρίσκονται στη Βορκουτά, στην Καμτσάτκα, στη Σαχαλίνη, στο Ιρκούτσκ και στο Μαγκαντάν της Κολυμά. Σε μερικές περιοχές της Σιβηρίας, της Σαχαλίνης και της Κεντρικής Ασίας δημιουργούνται ελληνικές κοινότητες με βάση τους Έλληνες που επιζούν από τα στρατόπεδα και δεν επιστρέφουν μετά την απελευθέρωσή τους. Ίσως το μεγαλύτερο παράδειγμα κοινότητας τέτοιου τύπου να είναι στο Κιζίλ Κιά του Κιργιζιστάν, που δημιουργήθηκε από εξόριστους της περιοχής Κρασνοντάρ. [ ]


Οι πρόσφυγες του 1939
Υπολογίζεται ότι την περίοδο αυτή περίπου 20.000 Ελληνίδες με τα παιδιά τους πιέζονται από τις σοβιετικές αρχές να εγκαταλείψουν την ΕΣΣΔ. [ ] Εκτός της πίεσης των αρχών, επανεμφανίζεται αυθόρμητα τάση μετανάστευσης στην Ελλάδα «… ως μια λύτρωση από την δημιουργηθείσα κατάσταση».
[ ] Από την άνοιξη του 1938 αρχίζουν να καταφθάνουν σε ελληνικούς λιμένες ομάδες Ελλήνων από τη Σοβιετική Ένωση. Τον Οκτώβριο του ιδίου έτους ο αριθμός αυξάνει. Η ελληνική πρεσβεία της Μόσχας είχε εντολές να χορηγεί άδεια σε όποιον επιθυμούσε να εγκαταλείψει τη Σοβιετική Ένωση. Το Σωματείον των εκ Ρωσίας Ελλήνων αναφέρει σε υπόμνημά του την αλλαγή αυτής της στάσης των ελληνικών αρχών. Επισημαίνει ότι η δυνατότητα εξόδου δεν είχε γίνει γνωστή στους ελληνικούς πληθυσμούς. Το σωματείο επαναλαμβάνει την έκκληση να δραστηριοποιηθεί η ελληνική κυβέρνηση για να σωθούν οι «… χιλιάδες των φυλακισμένων συμπατριωτών». Όπως θυμούνται οι πρόσφυγες αυτής της περιόδου, οι ελληνικές αρχές τους αντιμετωπίζουν ως ύποπτους. Το αποκορύφωμα αυτής της στάσης είναι η υποχρεωτική απομάκρυνση, κατά τη διάρκεια του πολέμου με τον Άξονα, των «Ρωσοπροσφύγων», όπως τους αποκαλούν, από τη Χαλκίδα, όπου υπήρχε η στρατηγικής σημασίας γέφυρα. [ ] Για πολλά χρόνια τραγουδούν οι πρόσφυγες στα γλέντια τους και τα πικρά τραγούδια για τις διώξεις που υπέστησαν από τον σταλινισμό. Οι διώξεις κατά των Ελλήνων παίρνουν τέτοια έκταση, ώστε ο πρέσβης της Βρετανίας στη Μόσχα δηλώνει ότι εάν η κυβέρνηση της Σοβιετικής Ένωσης δεν άλλαζε πολιτική και δεν σταματούσε τη σύλληψη και τον εκτοπισμό των Ελλήνων, σύντομα θα έκλεινε το κεφάλαιο του ελληνισμού που είχε ανοίξει επτά αιώνες προ Χριστού. Οι εκτιμήσεις από σοβιετικής πλευράς, που συμπίπτουν με ελληνικούς υπολογισμούς για τον αριθμό των Ελλήνων θυμάτων αυτής της περιόδου, είναι 50.000.


Οι μαζικές εκτοπίσεις στην Κεντρική Ασία
Mε την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου αρχίζουν νέοι διωγμοί. Ολόκληροι λαοί θεωρούνται ύποπτοι για προδοσία. Το 1939-1941 εκτοπίζονται μεγάλοι πληθυσμοί από τις πρόσφατα προσαρτημένες περιοχές της Βαλτικής, της Δυτικής Ουκρανίας κ.λπ. [ ] Οι πρώτοι Έλληνες που μετατοπίζονται ανατολικά είναι οι κάτοικοι της κοιλάδας του Κουμπάν, περιοχής της νότιας Ρωσίας, που έχουν την ελληνική υπηκοότητα. Ένα μέρος τους μεταφέρεται στις περιοχές κοντά στο Βλαδιβοστόκ. Οι υπόλοιποι εκτοπίζονται στο σιβηρικό Καζαχστάν. Η μετατόπιση γίνεται λίγο πριν την κατάληψη της περιοχής από τα ναζιστικά στρατεύματα. Η πλειοψηφία των Ελλήνων υπηκόων που κατοικούν στη νότια Ρωσία εκτοπίζεται το 1942 κυρίως στις περιοχές του σιβηρικού Καζαχστάν. Οι Έλληνες Πόντιοι που παραμένουν στις κατεχόμενες από τους Γερμανούς περιοχές συμμετέχουν στην αντίσταση. Οι θυσίες των «τιμωρημένων λαών» στον αντιναζιστικό πόλεμο αποσιωπούνται μετά την απελευθέρωση, όταν εγκαινιάζεται μια τεράστια επιχείρηση παραχάραξης της ιστορικής μνήμης. Το 1944, μετά την αποχώρηση των Γερμανών, εξορίζονται 70.000 Έλληνες της Κριμαίας στο Καζαχστάν και στη Σιβηρία. Από την Κριμαία εκδιώκονται όλες οι εθνότητες εκτός από τους Ρώσους και τους Ουκρανούς. Ο Αλεξάντερ Νέκριτς ερμηνεύοντας τις εξορίες του 1944, γράφει ότι τη χρονιά αυτή ο Στάλιν διατύπωσε μια θεωρία σύμφωνα με την οποία η ταξική πάλη εντείνεται όσο εδραιώνεται ο σοσιαλισμός, με αποτέλεσμα τη δημιουργία «επιθετικών λαών» και «ειρηνικών λαών». Έτσι η εκτόπιση των επιθετικών λαών είναι αναγκαία συνέπεια της ταξικής πάλης. Οι σταλινικές αρχές δεν αρκούνται στην εκδίωξη των ντόπιων πληθυσμών από τη Κριμαία, αλλά με μυστικό διάταγμα αλλάζουν όλα τα τοπωνύμια που έχουν ελληνική, γερμανική ή ταταρική καταγωγή. [ ] To 1949, εκατό χιλιάδες περίπου Έλληνες Πόντιοι του Καυκάσου κατατάσσονται στην κατηγορία των «ειδικώς απελαθέντων» και εξορίζονται στις 13 Ιουνίου 1949 στην Κεντρική Ασία. Ειδικές δυνάμεις της Κρατικής Ασφάλειας περικυκλώνουν τη νύχτα τα ελληνικά χωριά. Οπλισμένοι άντρες υποχρεώνουν τους Έλληνες Πόντιους να τα εκκενώσουν. Στον εξορισμένο πληθυσμό συμπεριλαμβάνεται ολόκληρος ο ελληνικός πληθυσμός της Αμπχάζιας και ο μισός της Ατζάριας. [ ] Το ταξίδι της εξορίας κρατά δεκαπέντε μέρες. Οι περιουσίες των Ελλήνων κατάσχονται. Εκατοντάδες άτομα πεθαίνουν στο ταξίδι της εξορίας. Στους τελικούς τόπους διαμονής πεθαίνουν τα περισσότερα μικρά παιδιά και γέροντες. Υπολογίζεται το ποσοστό των θανάτων φτάνει το 20-25% των εκτοπισμένων. Αυτό αντιστοιχεί σε 40-50.000 άτομα. [ ] Ο Νέκριτς αναφέρει ότι οι Έλληνες χαρακτηρίστηκαν από τους σταλινικούς «απάτριδες κοσμοπολίτες» και από αυτή την άποψη η εκτόπισή τους ικανοποιούσε τον στρατηγικό στόχο της δημιουργίας ενός «εμπίστου συνοριακού πληθυσμού». Ο Ρ. Γκορντεζιάνι, διευθυντής του Ινστιτούτου Μεσογειακών Μελετών του Πανεπιστημίου της Τιφλίδας, αναφέρει ότι η εκτόπιση των Ελλήνων εντάσσεται στην προσπάθεια του Στάλιν για εκκαθάριση των συνοριακών περιοχών, με στόχο την καλύτερη προετοιμασία της επίθεσης της ΕΣΣΔ κατά της Δύσης. Η εκτόπιση του ελληνικού πληθυσμού ευνοείται και από το γεγονός της έναρξης του πεντάχρονου σχεδίου ανάπτυξης και της δυσκολίας εξεύρεσης εργατών. Οι εξόριστοι Έλληνες Πόντιοι μεταφέρονται σε περιοχές του Καζαχστάν και του Ουζμπεκιστάν όπου υπάρχουν μεταλλεία μολύβδου και βαμβακοφυτείες. Μέχρι τον θάνατο του Στάλιν το 1953, οι συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι εκτοπισμένοι πληθυσμοί θυμίζουν στρατόπεδα συγκέντρωσης. Με την επικράτηση του Χρουτσόφ αρχίζει η μαζική αποφυλάκιση των κατάδικων από τη Σιβηρία. Επιτρέπεται σε όσους εκτοπισμένους έχουν τη σοβιετική υπηκοότητα να επιστρέψουν στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας. Δεν τους επιστρέφονται όμως οι καταπατημένες τους περιουσίες. Οι Έλληνες της Σοβιετικής Ένωσης αποκαλούν «γενοκτονία και εθνοκτονία μαζί…» τις διώξεις, οι οποίες αλλάζουν ριζικά τη δημογραφική κατάσταση στις παραθαλάσσιες περιοχές του Κουμπάν, της ανατολικής Κριμαίας, του Ντονμπάς και άλλων περιοχών όπου παραδοσιακά κατοικούν οι Έλληνες. Έτσι οι Έλληνες, που κάποτε αποτελούσαν την πλειοψηφία σ’ αυτά τα μέρη, έγιναν μειοψηφία. Η σχετική φιλελευθεροποίηση επιτρέπει να δημιουργηθούν ελληνικά θέατρα στον Καύκασο και στην Κεντρική Ασία. Εμφανίζεται και μια μικρή κίνηση στη Τιφλίδα για επαναφορά της ελληνικής γλώσσας στην εκπαίδευση. Οι μικρές αυτές προσπάθειες σταματούν την περίοδο του Μπρέζνιεφ εξαιτίας της συμπεριφοράς της σοβιετικής εξουσίας. Οι Έλληνες Πόντιοι αντιμετωπίζονται όλη τη μπρεζνιεφική περίοδο ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Μέχρι την εποχή της περεστρόικας υπήρχε μυστικό διάταγμα που απαγόρευε την προώθηση Ελλήνων σε υψηλές θέσεις στην κομματική, την κρατική, τη συνδικαλιστική και τη στρατιωτική ιεραρχία. Ακόμα και στην επιστημονική ιεραρχία ήταν πολύ δύσκολο να ανέβει ένας Έλληνας Πόντιος.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek