του Π. Πικραμένου, από το Άρδην τ. 70, Ιούνιος-Ιούλιος 2008

Τα εαρινά αρώματα της αττικής γης, ο έναστρος ουρανός που διακρίνονταν ανάμεσα από τα πεύκα της βίλας, δημιουργούσαν ατμόσφαιρα ευφορίας.
Μετά το πλούσιο γεύμα, η συζήτηση είχε ανάψει. Το θέμα είναι τα ελληνοτουρκικά, η Ελλάδα, οι Έλληνες… Η παρέα είναι εκλεκτή. Κάποιοι δημοσιογράφοι, ένας ηθοποιός, ένας πολιτευτής κ.ά

«Η λογική απαιτεί υποχωρήσεις. Η λύση στα ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό θα είναι επώδυνη. Θα το μάθουμε, θέλουμε δεν θέλουμε, εμείς οι Ελληναράδες: δεν είμαστε το κέντρο του κόσμου. Δεν πρόκειται να περάσει το δικό μας», λέει με βροντώδη φωνή ο Οικοδεσπότης.

Γνωστός παράγων της αθηναϊκής κοινωνίας και θεωρητικός του «εκσυγχρονισμού», ο Οικοδεσπότης είναι φανατικός υποστηρικτής της «ελληνοτουρκικής φιλίας». «Ταγμένος σε αυτή την υπόθεση», όπως λέει ο ίδιος. Θαυμαστής του Κώστα Σημίτη και του Γιώργου Παπανδρέου, όχι όμως υποχρεωτικά και του ΠΑΣΟΚ, όπως φροντίζει να υπογραμμίζει. Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, ταυτόχρονα είναι και υποστηρικτής ορισμένων πολιτικών από την άλλη πλευρά: της Ντόρας Μπακογιάννη και του Μητσοτάκη ή, παλαιότερα, του Α. Ανδριανόπουλου. Όλοι όμως γνωρίζουν ότι προέρχεται από τον Συνασπισμό, και ειδικότερα από τον κύκλο του Λεωνίδα Κύρκου.

Σήμερα επαίρεται για τις άριστες σχέσεις του με την αμερικανική Πρεσβεία στην Αθήνα –μάλιστα υποστηρίζει ότι είναι προνομιακός γνώστης της υψηλής πολιτικής της Ουάσιγκτον– και για την φιλία του με υψηλόβαθμα στελέχη της τουρκικής Πρεσβείας αφού ο ίδιος ο πρέσβης, βρίσκεται συχνά στον κατάλογο των προσκεκλημένων του. Πάνω απ’ όλα, ο Οικοδεσπότης είναι περήφανος για τις σχέσεις του με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και την γνωριμία του με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο. Άλλωστε, με την Κωνσταντινούπολη και την Μικρά Ασία τον συνδέει μία βαθιά σχέση αφού η οικογένειά του κατάγεται από την Σμύρνη. Επισκέπτεται σχεδόν κάθε χρόνο την Τουρκία και έχει μάθει μόνος του τουρκικά.

Ο κοντούλης ηθοποιός με την γαμψή μύτη έχει έλθει στην Ελλάδα από την Κωνσταντινούπολη την δεκαετία του 1970: «Γι αυτή την κατάσταση ένας είναι ο υπεύθυνος: ο ελληνικός εθνικισμός που έγινε κυρίαρχη ιδεολογία μετά το ’21. Μέχρι τότε ζούσαμε μία χαρά στην Πόλη με τους Τούρκους. Το 1821 υπήρξε η μεγαλύτερη οπισθοδρόμηση στην ελληνική Ιστορία. Διέλυσε την Οθωμανική Αυτοκρατορία αιματοκύλισε τα Βαλκάνια και δημιούργησε το νεοελληνικό κράτος–έθνος, ένα άχρηστο και ελεεινό εθνικοκρατικό μόρφωμα» λέει με χαρακτηριστική προφορά.

«Οι νεοέλληνες είναι ανίκανοι να δημιουργήσουν και να διοικήσουν ένα σοβαρό κράτος. Υπό οθωμανική διοίκηση θα ευημερούσαν, γιατί οι Τούρκοι είχαν έναν φιλελεύθερο και ανεκτικό διοικητικό μηχανισμό όπου συμβίωναν πολλές γλώσσες, θρησκείες και πολιτισμοί. Αυτό ήταν πολυπολιτισμός. Ο εθνικισμός του 1821 και η αχαριστία των Ελλήνων ξεσήκωσαν τους Οθωμανούς εναντίον μας και έσπειραν το εθνικιστικό μίσος σε ολόκληρα τα Βαλκάνια», συμπληρώνει.

«Καλέ ποίοι Έλληνες;» συμπληρώνει με διαπεραστική φωνή ο Συγγραφέας με τα γυαλιά. «Αυτοί είναι απόγονοι Σλάβων, Αλβανών και Αράβων. Δεν το είπες αυτό. Οι Έλληνες σκοτώθηκαν όλοι από τις επιδρομές των Σλάβων και τις επιδημίες το 700-800 μ.Χ. Οι μόνοι Έλληνες είναι οι πρόσφυγες από την Τουρκία. Ακόμη και οι ήρωες του ’21 ήταν Αλβανοί, δεν μιλούσαν ελληνικά», καταλήγει χειρονομώντας θριαμβευτικά «νευρικός σαν αηδόνι», που θα έλεγε και ο Βάρναλης.

Είναι στέλεχος μεγάλου εκδοτικού συγκροτήματος, γνωστός προπαγανδιστής των απόψεων Φαλμεράγιερ, της ελληνοτουρκικής φιλίας, των αμερικανικών βομβαρδισμών στην πρώην Γιουγκοσλαβία, και εκ του μακρόθεν υποστηρικτής παντός είδους μειονοτήτων και μεταναστών. Έλεγαν ότι το όνομά του ήταν στην λίστα όσων φέρονται να χρηματίζονταν από τα μυστικά κονδύλια του Υπουργείου Εξωτερικών, επί υπουργίας Παπανδρέου. Επίσης πολλά ακούστηκαν για ένα διαμέρισμα που είχε αποκτήσει ξαφνικά, λίγο πριν τις εκλογές του 2004. Όμως ποτέ δεν απεδείχθη κάτι το επιλήψιμο. Όπως και πολλοί άλλοι ομοϊδεάτες του, έχει την πλήρη στήριξη του ιδιοκτήτη του συγκροτήματος όπου εργάζεται.
Όλοι τους είναι γνωστοί υποστηρικτές του Σχεδίου Ανάν για το Κυπριακό, μισούσαν θανάσιμα τον μακαριστό Χριστόδουλο, τον Τάσσο Παπαδόπουλο και το ΚΚΕ, και πολέμησαν όσο μπορούσαν τον Οτσαλάν και τους υποστηρικτές του στην Ελλάδα. Φυσικά, είναι ένθερμοι οπαδοί παντός είδους νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων στην οικονομία. Το περίεργο είναι ότι προέρχονται από διάφορες τάσεις της Αριστεράς.

«Είναι βλάκες», συνέχισε ο οικοδεσπότης. «Τους δόθηκε μία μοναδική ευκαιρία να λυθεί το Κυπριακό με το Σχέδιο Ανάν και άφησαν έναν ακροδεξιό όπως ο Τάσσος Παπαδόπουλος να την καταστρέψει. Δεν βλέπουν τους Γερμανούς και τους Γάλλους που πέτυχαν να εξαλείψουν μία έχθρα αιώνων και να συμβιώσουν αρμονικά. Αλλά αυτοί είναι άνθρωποι, ενώ εδώ είναι ζώα…Φιλία Ελλήνων και Τούρκων», προσθέτει νοσταλγικά. «Εμείς συμβιώναμε μαζί τους για αιώνες. Το πόσο ταίριαζαν αυτοί οι δύο λαοί δεν μπορείτε να το φανταστείτε. Μαζί… Τέτοιο πράγμα δεν έχει ξαναγίνει». «Βιάστηκαν να κάνουν το ’21» συνεχίζει αναστενάζοντας. «Αν περίμεναν, σήμερα οι Ρωμιοί θα είχαν καταλάβει την Οθωμανική Αυτοκρατορία εκ των έσω και ουσιαστικά θα είχε ανασυσταθεί η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, όπως έκαναν οι αρχαίοι Έλληνες με την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία».

Στο βάθος, από την ανοικτή συρόμενη πόρτα του σαλονιού ακουγόταν η τηλεόραση: «Ας καταλάβουν οι χώρες που θέλουν να γίνουν μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ότι δεν είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε οποιαδήποτε έκπτωση…», έλεγε με βλοσυρό ύφος ο Κώστας Καραμανλής, αναφερόμενος στην άρνηση της Τουρκίας να δεχθεί κυπριακά πλοία στα λιμάνια της.

Άθελά του ο Δημοσιογράφος ξαναθυμήθηκε τους στίχους του Σεφέρη: «μας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχθείτε, υποταχθήκαμε και βρήκαμε την στάχτη…»

«Μα τότε τι δουλειά έχετε εδώ; Γιατί δεν πάτε να μείνετε στην Κωνσταντινούπολη, αφού τόσο σας αρέσει» του ήρθε να πει. Όμως σιώπησε. Δεν θέλει να φανεί χυδαίος και το σημαντικότερο: πρέπει να είναι προσεκτικός. Παρά την οικογενειακή φιλία που τον συνδέει με τον οικοδεσπότη, γνωρίζει ότι ο ευρύτερος κύκλος του φημίζεται για τις ολοκληρωτικές απόψεις και το μίσος τους για ό,τι μπορεί να θεωρηθεί «εθνικιστικό».

«Όλα αυτά που λέτε, δεν είναι παρά ορισμένες πτυχές της εκδοχής του Νεοφιλελευθερισμού, που τελευταία επικράτησε στην Ελλάδα» προσπάθησε να πει, ποντάροντας στο αριστερό παρελθόν και στην ελιτίστικη νοοτροπία των συνομιλητών του. «Και τέλος πάντων, δεν σας προβληματίζει ότι, ξαφνικά, μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και την μονοκρατορία των ΗΠΑ, ανακαλύψαμε ότι η Ελλάδα κατοικείται από Αλβανούς, ότι το 1821 ήταν οπισθοδρόμηση, ότι οι Έλληνες και οι Τούρκοι –άκουσον, άκουσον– μπορούν να ζήσουν αρμονικά και μας έχουν τρελάνει με τις μειονότητες και τα προπαγανδιστικά σήριαλ με τους μπακλαβάδες;»

Απάντηση δεν έλαβε, γιατί όλοι την έπεσαν στο μπωλ με τα φραμπουάζ που έφερε η οικοδέσποινα.

«Κατηγορούμε συνεχώς τους Τούρκους για επεκτατισμό, όμως η ελληνική εξωτερική πολιτική είναι επιθετικότερη. Θυμάμαι την τελευταία κρίση στα Ίμια, όταν ο Μολυβιάτης ήταν στην Άγκυρα. Οι Έλληνες προκάλεσαν το επεισόδιο –με τα αλιευτικά, που παρά τις συμφωνίες, συνεχίζουν να ψαρεύουν στην περιοχή των Ιμίων – και όχι οι Τούρκοι. Αφού υπάρχει συμφωνία να μην ψαρεύουν εκεί. Και να φανταστείτε ότι στην Τουρκία ήταν ημέρα αργίας και απέναντι από τα Ίμια, τα σχολεία είχαν οργανώσει εκδρομή για να δουν οι μαθητές τις βραχονησίδες. Ντροπή», ξανακούστηκε η φωνή του Οικοδεσπότη, καθώς έφερνε ένα ακόμη μπουκάλι εκλεκτό γαλλικό κρασί1.

Νεο-Φαναριώτες

Όχι, δεν βρισκόμαστε στον 18ο αιώνα, ούτε και συνομιλεί ο Μέγας Δραγουμάνος με κάποιους σαρικοφόρους αξιωματούχους του Σουλτάνου και της Υψηλής Πύλης. Βρισκόμαστε στην Ελλάδα του 2008, όπου την τελευταία δεκαετία έχει κάνει την επανεμφάνισή της μία ιδεολογική τάση, οι ρίζες της οποίας φτάνουν πολλούς αιώνες πίσω: η φαναριώτικη κοσμοθεωρία και αντίληψη.

Σχεδόν διακόσια χρόνια μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον τουρκικό ζυγό, όσο και να φαίνεται περίεργο, η φαναριώτικη αντίληψη εξακολουθεί να επιζεί. Και όχι μόνο επιζεί, αλλά κατά την περίοδο του σημιτικού εκσυγχρονισμού, μπολιάστηκε με άλλα ιδεολογήματα που και αυτά φυτοζωούσαν στις παρυφές της ελληνικής κοινωνίας.

Οι φαναριώτικης προέλευσης οικουμενικές ιδέες, για «διοικητική ένωση Ελλάδας Τουρκίας», ταίριαξαν θαυμάσια με τις θεωρίες του Φαλμεράγιερ, με άλλες, περί διεθνισμού μεταλλαγμένες ιδέες αριστερής προέλευσης καθώς και με τα οικονομικίστικα ιδεολογήματα του νεοφιλελευθερισμού για «αναδιάταξη» των οικονομικών και διοικητικών ζωνών στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο. Δημιουργήθηκε έτσι ένα «μίνι» ιδεολογικό σύστημα, το οποίο αν και ουσιαστικά είναι περιθωριακό, εδώ και περισσότερο από δέκα χρόνια έχει καταταλανίσει τον δημόσιο βίο και έχει επηρεάσει την αντίληψη περί εξωτερικής πολιτικής.

Πάνω απ’ όλα όμως, με τον σημιτικό εκσυγχρονισμό–νεοφιλελευθερισμό, ταίριαξε ο παραδοσιακός κοσμοπολιτισμός των Φαναριωτών. Ο φιλόδοξος διπλωμάτης και ο ανώτερος διοικητικός υπάλληλος –με τα «στρογγυλεμένα» χαρακτηριστικά τους, χωρίς ιδεολογικοπολιτικές ή εθνοτικές «αιχμές»–, ο γλωσσομαθής έμπορος που «κοιτάει την δουλειά του» και ασχολείται με την πολιτική μόνο όσο αφορά την επιχείρησή του, ο διερμηνέας που πρέπει να γνωρίζει την γλώσσα και την νοοτροπία και «των δύο πλευρών», ο ευκατάστατος γραφειοκράτης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ζουν ακόμη στην ψυχή του Φαναριώτη.

Ή μάλλον του νεο–Φαναριώτη, γιατί πολλοί από τους υποστηρικτές αυτών των αντιλήψεων ούτε από την Μικρά Ασία και την Κωνσταντινούπολη κατάγονται, ούτε έχουν ζήσει ποτέ στην Τουρκία, και ούτε καν μιλούν τουρκικά. Άλλωστε, η Ιστορία για τον Φαναριώτη τελείωσε το 1821. Από τότε, έπαψε να διαδραματίζει κάποιον σημαντικό ρόλο, είτε στην Ελλάδα είτε στην Τουρκία και μέχρι σήμερα θρηνεί τις ανθηρές κοινότητες, την δύναμη και τον χαμένο πλούτο που είχε όταν ήταν προσκολλημένος στην οθωμανική εξουσία.

Η πίκρα, αλλά και η κρυφή περηφάνια, είναι έκδηλη ακόμα και στην ιστοσελίδα Κωνταντινουπολιτών «Μέγα Ρεύμα»2, όταν αναφέρεται στους Φαναριώτες: «Eφοδιασμένοι με τέτοια εκπαιδευτικά εφόδια, κατόρθωσαν να αποκτήσουν την εμπιστοσύνη των Τούρκων και σιγά σιγά να εκτοπίσουν τους ξένους διερμηνείς τους οποίους χρησιμοποιούσαν είτε στην Υψηλή Πύλη είτε στον Στόλο, είτε στο στράτευμα. Πρώτος ομογενής Δραγουμάνος ήταν ο διάσημος Παναγιωτάκης ο Νικόσιος. Κατόπιν, δεύτερος ομογενής με το ίδιο αξίωμα υπηρέτησε ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Μετά τον Αλέξανδρο άνοιξε ο προς τις παραδουνάβιες Ηγεμονίες δρόμος για τους αριστοκράτες ομογενείς του Φαναρίου. Πρώτος ηγεμών διορίσθηκε ο υιός του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, Νικόλαος. H προνομιούχος αυτή θέση των ομογενών μας διήρκεσε μέχρι το 1821».

Παρεμπιπτόντως, το 1821, για τους υπόλοιπους Έλληνες, ήταν το ορόσημο που σήμαινε Ελευθερία, Ανεξαρτησία και Αξιοπρέπεια, λέμε εμείς…

Η ιστορία του «ελληνοτουρκισμού»

Ο νεο-Φαναριώτης είναι απότοκο, μίας εκκλησιαστικής, πολιτικής και ιδεολογικής διαμάχης που διαρκεί εδώ και σχεδόν 1000 χρόνια. Βαθιά στην ψυχή του, αναδεύονται ακόμη οι βυζαντινές έριδες και ειδικά αυτή των «ενωτικών» με τους «ανθενωτικούς», η οποία εμφανίστηκε στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία αμέσως μετά το σχίσμα των Εκκλησιών Ανατολής-Δύσης, το 1054. Την ίδια εποχή, μετά την ήττα των Βυζαντινών στο Ματζικέρτ το 1071, τα πρώτα τουρκικά φύλα άρχισαν να εγκαθίστανται στην Μικρά Ασία.
Οι ενωτικοί ήταν φιλοδυτικοί και επιθυμούσαν την επανένωση των εκκλησιών. Προέρχονταν κυρίως από τις τάξεις των Βυζαντινών διανοούμενων και πολιτικών. Οι διανοούμενοι γοητεύονταν από τις θεωρητικές αναζητήσεις των διανοουμένων της Δύσης και, αργότερα, από τα πρώτα μηνύματα της επερχόμενης Αναγέννησης, ενώ οι πολιτικοί επεδίωκαν την ένωση των Εκκλησιών για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας. Πρώτιστα τους ενδιέφερε να εξασφαλίσουν συμμαχίες και στρατιωτική βοήθεια, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τους κινδύνους στα ανατολικά σύνορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και ειδικότερα τους Τούρκους.
Οι ανθενωτικοί, πέραν των θεολογικών και εκκλησιαστικών επιχειρημάτων τους, σε πολιτικό επίπεδο, υποστήριζαν ότι την Αυτοκρατορία δεν την απειλούσαν τόσο οι βάρβαροι της Ανατολής όσο οι Φράγκοι και οι Ιταλοί. Ας μην ξεχνάμε ότι η Άλωση της Πόλης το 1204, από τους Λατίνους Σταυροφόρους, και οι βαρβαρότητες που διέπραξαν, ήταν αυτές που ουσιαστικά διέλυσαν την Αυτοκρατορία και ήταν πρόσφατες στην μνήμη όλων των Ελλήνων. Κύριος υποστηρικτής αυτής της αντίληψης ήταν ο Πατριαρχικός Κλήρος, που συμπαρέσυρε από τους άμβωνες την πλειοψηφία των Βυζαντινών, παρουσιάζοντας τον κίνδυνο εξ Ανατολών ως υποδεέστερο και ευκολότερο στην αντιμετώπισή του.

Σύντομα όμως έγινε σαφές ότι ο εξ Ανατολών κίνδυνος δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητος, και η σχέση του τουρκογενούς στοιχείου με τους ελληνικούς πληθυσμούς ήταν εξ αρχής ανταγωνιστική, όπως ακριβώς είναι και σήμερα. Τότε, στην ελληνική πλευρά, και ειδικότερα στους κύκλους των ανθενωτικών-αντιδυτικών, άρχισε να παρουσιάζεται ένα φαινόμενο, η εξήγηση του οποίου, εκτός από το πεδίο της πολιτικής, ίσως μπορεί να αναζητηθεί και στο πεδίο της μαζικής ψυχολογίας: η επιθυμία ειρηνικής συνύπαρξης δια του κατευνασμού των Τούρκων που επέλαυναν προς την Δύση και η σφυρηλάτηση μίας ελληνοτουρκικής φιλίας.

Η αντίληψη αυτή, μπορεί να θεωρηθεί ως ο μακρινός ιδεολογικός πρόγονος των σημερινών υποστηρικτών της ελληνοτουρκικής φιλίας και του ελληνοτουρκισμού, αφού παρουσιάζει αδιάλειπτη συνέχεια ως τις ημέρες μας, ενώ από την εμφάνισή του έχει παράλληλη ιστορική παρουσία με το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.

Ελληνοτουρκική φιλία επί τουρκοκρατίας

Πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι σκοπός του παρόντος άρθρου δεν είναι να συμβάλει στην ηθική και ιστορική αξιολόγηση ή διευκρίνιση αυτών των ζητημάτων, αλλά να παρουσιάσει ορισμένα φαινόμενα στην σημερινή ελληνική κοινωνία, επισημαίνοντας τις ιστορικές ρίζες τους.

Η Ορθοδοξία είναι αναπόσπαστο συστατικό της νεοελληνικής συνείδησης, και οι όποιες αρνητικές αναφορές στον Κλήρο ή στην πολιτική του Πατριαρχείου δεν έχουν στόχο την ορθόδοξη θρησκεία, ούτε την ελλαδική Εκκλησία, η οποία έχει συμβάλει τα μέγιστα στην υπόθεση της ανεξαρτησίας των Ελλήνων.

Βέβαιο όμως είναι ότι, από την εποχή της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους μέχρι και σήμερα, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, και η ανώτερη τάξη των Ρωμιών της Κωνσταντινούπολης, που μετά τον 17ο αιώνα έγιναν γνωστοί ως Φαναριώτες, εκτός ολίγων εξαιρέσεων, δεν έπαψαν να υποστηρίζουν θεωρήματα περί της αναγκαιότητας της ελληνοτουρκικής συνύπαρξης.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, σε αντίθεση με την νεώτερη ελλαδική Εκκλησία, συχνά λειτούργησε ως μοχλός των Οθωμανών για τον έλεγχο των υποδουλωμένων Ελλήνων αλλά και άλλων ορθοδόξων λαών, κηρύσσοντας σε διάφορες μορφές τον ελληνοτουρκισμό, την ελληνοτουρκική φιλία ή την αναγκαιότητα της τουρκικής εξουσίας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι οι Τούρκοι επέτρεψαν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο να διατηρήσει τα προνόμιά του, ή ότι καθαιρούσαν και θανάτωναν όσους Πατριάρχες ακολουθούσαν αντιτουρκική πολιτική.
Έτσι, ενώ η αναφώνηση του Πλήθωνα Γεμιστού «Έλληνες εσμέν το γένος, ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί», αντηχούσε ακόμη από το Μυστρά, ο ανθενωτικός διανοούμενος και πρώτος Πατριάρχης μετά την Άλωση Γενάδιος Σχολάριος, έκαιγε τα βιβλία του λέγοντας «ουκ αν ποτέ φαίην Έλληνες είναι…».

Ήταν ο ίδιος που επέβαλε από τους άμβωνες την άποψη ότι «ήταν θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει», κηρύσσοντας την αναγκαία κατά το Πατριαρχείο υποταγή στον Τούρκο κατακτητή, αφού τον είχε στείλει ο Θεός για να τιμωρήσει τους Ρωμιούς για τις αμαρτίες τους.
Και όμως, αμέσως μετά την Άλωση, ο διεθνούς ακτινοβολίας –και δυστυχώς άγνωστος σήμερα– Έλληνας πολέμαρχος και άρχοντας της Μάνης Κροκόνδειλος Κλαδάς, τον Οκτώβριο του 1479, επικεφαλής 1.600 πολεμιστών, ξεκινούσε από την ενετοκρατούμενη Κορώνη, σε «απόσταση αναπνοής» από τον Μυστρά των Παλαιολόγων, ξεσήκωνε την Μάνη και, συγκεντρώνοντας 16.000 στρατιώτες, έγινε για χρόνια ο εφιάλτης των Οθωμανών, σε μία περιοχή που άρχιζε από την Πελοπόννησο και τελείωνε στην Χιμάρα της Ηπείρου. Ήταν η πρώτη ελληνική εξέγερση μετά την Άλωση της Πόλης.

Εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι μιλάμε για δύο διαμετρικά διαφορετικές αντιλήψεις οι οποίες συγκρούονταν καθ’ όλη την διάρκεια της Τουρκοκρατίας και επιζούν μέχρι σήμερα. Από την μία όσοι προσπαθούσαν να εξωραΐσουν την παρουσία των Τούρκων στην Ελλάδα, από την άλλη όσοι επιθυμούσαν την εκδίωξή τους.

Όμως, οι συνεχείς εξεγέρσεις των υπόδουλων Ελλήνων, καθ’ όλη την διάρκεια της Τουρκοκρατίας, διαψεύδουν τις παράδοξες θεωρίες των ελληνοτουρκιστών, ότι δηλαδή Έλληνες και Τούρκοι ζούσαν μαζί ειρηνικά, αφού παρατηρούνται με ρυθμό τουλάχιστον μίας μεγάλης εξέγερσης σε κάθε γενιά. (Ρόδος 1512, Πελοπόννησος 1531, Ρίο-Αντίριο, Πελοπόννησος, Μάνη, Πάτρα, Κέρκυρα, Χιμάρα 1532, μάχη της Κύπρου 1570, Ναύπακτος–Πελοπόννησος–Στερεά Ελλάδα–Μακεδονία 1571-73, Ήπειρος, Δυτ. Στερεά Ελλάδα 1585, Δυτ. Ελλάδα, Πελοπόννησος, Μάνη, Κως 1600, Ιωάννινα 1611, Κρήτη 1645-69, Μάνη, Μονεμβάσια, Λήμνος, Τένεδος, Καλαμάτα 1670, 1680-1699 Επτάνησα, Πελοπόννησος, Στερεά Ελλάδα, Πελοπόννησος, Θεσσαλία, Κρήτη, Στερεά Ελλάδα, Επτάνησα 1770-74, νησιά Αιγαίου 1788, Ήπειρος, Στερεά Ελλάδα 1806-1807 κ.λπ.).

Πρέπει να αναφέρουμε ότι υπήρξαν Οικουμενικοί Πατριάρχες που ακολούθησαν αντιτουρκική πολιτική. Ο Νεόφυτος Β΄ το 1608, ζήτησε από τον βασιλιά της Ισπανίας, Φίλιππο Γ΄, να απελευθερώσει την Ελλάδα. Κατηγορήθηκε όμως από τους αντιπάλους του για «αντιτουρκισμό» και καθαιρέθηκε δύο φορές. Το ίδιο συνέβη με τον Πατριάρχη Κύριλλο Β΄, ο οποίος κατηγορήθηκε για «φιλολατινισμό», κακοδιοίκηση του Πατριαρχείου, καθαιρέθηκε τρεις φορές και το 1636 θανατώθηκε από τους Τούρκους. Ο Πατριάρχης Σεραφείμ Β΄, το 1769, ενώ είχε καθαιρεθεί από τον Σουλτάνο, εξέδωσε εγκύκλιο που καλούσε τους Έλληνες να εξεγερθούν υποστηριζόμενοι από την Ρωσία. Τελικά κατέφυγε στην Ρωσία.
Η σύγκρουση αυτών των δύο διαφορετικών αντιλήψεων περί της τουρκικής κατοχής, στα εδάφη των ορθοδόξων της πρώην Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, κορυφώνεται με την έναρξη της Επανάστασης του 1821.

Στις 23 Μαρτίου 1821, την ίδια ημέρα που στην Καλαμάτα υψωνόταν το λάβαρο της Επανάστασης, στην Κωνσταντινούπολη, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ αφόριζε τον Υψηλάντη. Πρέπει να σημειωθεί ότι η απόφαση δεν ελήφθη μόνο από τον Πατριάρχη ούτε καν από τους Συνοδικούς Αρχιερείς, αλλά από μία μεγάλη Συνέλευση, που αποτελείτο από 72 εγκρίτους Ρωμιούς της Πόλης, εκ των οποίων οι 49 ήταν λαϊκοί και οι 23 Κληρικοί. Ο Γρηγόριος βέβαια εξιλεώθηκε δια του απαγχονισμού του, όμως το γεγονός παραμένει ως μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες σελίδες της ελληνικής ιστορίας.

Θα ήταν παράληψη να μην αναφέρουμε τα λεγόμενα των υποστηρικτών της πολιτικής του Πατριαρχείου, ότι δηλαδή η φιλοτουρκική πολιτική είχε προσωρινό χαρακτήρα και αποσκοπούσε στην προστασία των ελληνικών πληθυσμών, κυρίως της Πόλης και της Μικράς Ασίας, που ευρισκόμενοι στην «καρδιά» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δεν μπορούσαν να επαναστατήσουν. Οι ίδιοι κύκλοι δεν έπαψαν ποτέ να υπενθυμίζουν ότι κάποιοι Φαναριώτες υπήρξαν μέλη της Φιλικής Εταιρείας και ορισμένοι εξ αυτών βοήθησαν έμπρακτα την ελληνική Επανάσταση, ενώ οι αφορισμοί του Υψηλάντη και των αγωνιστών του ’21 ήταν απλώς «στάχτη στα μάτια των Τούρκων».

Δεν πρέπει όμως να συγχέουμε την στάση του Πατριαρχείου με το σύνολο των ιερωμένων του ελλαδικού χώρου, πολλοί εκ των οποίων πρωτοστάτησαν το 1821. Ούτε και πρέπει να καταφύγουμε σε εύκολα «ισοπεδωτικά» συμπεράσματα περί «προδοσίας» κ.ά. Ο ρόλος του εκάστοτε Πατριάρχη ήταν αυτός του ηγέτη των ορθοδόξων υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ειδικότερα των ελληνικών πληθυσμών. Ως ηγέτες λοιπόν, οι Πατριάρχες βρίσκονταν πάντα ανάμεσα στις συμπληγάδες πέτρες, μεταξύ των απαιτήσεων της οθωμανικής εξουσίας και των συμφερόντων των ορθοδόξων πληθυσμών.

Τεκτονισμός και ελληνοτουρκική φιλία


Όπως αναφέρει σε άρθρο του ο δικηγόρος Ν. Τσοκανάς, το Οικουμενικό Πατριαρχείο «διαδέχθηκε στον ρόλο του εμπνευστή και ουσιαστικού υπέρμαχου της «ελληνοτουρκικής φιλίας» μετά τη δεκαετία του 1870, ο τεκτονισμός, ταυτόχρονα με την έξαρση του Ανατολικού Ζητήματος και τις πιέσεις που άρχισε να δέχεται η Ελλάς λόγω αυτού από τη Δύση, τη Ρωσία και τα Βαλκάνια.

Ο μεγαλοτραπεζίτης Στέφανος Σκουλούδης3 επικεφαλής του αγγλικού τεκτονικού δόγματος στην Πόλη, ο Γεώργιος Ζαρίφης, τέκτονας και προσωπικός τραπεζίτης του Σουλτάνου, και ο Καραθεοδωρής Πασάς, επίσης τέκτονας, εκπρόσωπος της Πύλης στο συνέδριο του Βερολίνου, υποστήριζαν ένθερμα την επανένταξη του ελληνικού κράτους στην οθωμανική αυτοκρατορία.

Ο «πρώιμος αντιτουρκικός βενιζελισμός» ήταν ο μεγάλος αντίπαλος αυτών των προσπαθειών και έτσι οι δύο «Μεγάλες Στοές» (της Αθήνας και της Πόλης) δημιούργησαν την «Οργάνωση Κωνσταντινουπόλεως» υπό τον Αθ. Νικολαΐδη – Σουλιώτη, με σκοπό την ενοποίηση του ελληνοτουρκικού χώρου και οραματίσθηκαν μία ελληνοτουρκική τελωνειακή ένωση. Τέλος σε αυτές τις προσπάθειες δόθηκε με τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913)», αναφέρεται στο άρθρο.

Τελικά η «ελληνοτουρκική φιλία» πραγματώθηκε με τον «ύστερο φιλοτουρκικό βενιζελισμό» από τον ίδιο τον Βενιζέλο και τον Κεμάλ Ατατούρκ. Αργότερα, ακολούθησαν και άλλοι Έλληνες πολιτικοί, όπως ο Ι. Μεταξάς, ο Ν. Πλαστήρας (που θα προτείνει στον Μεντερές μία «Ελληνοτουρκική Ένωση»), αλλά και ο δικτάτορας Γ. Παπαδόπουλος που, σε δηλώσεις του ανήμερα της Άλωσης (29/5/1971), στη Μιλλιέτ, αναφέρθηκε σε μία «Ανατολική Ομοσπονδία» μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας που θα πραγματωνόταν τα επόμενα 20 ή 50 χρόνια.

Οπορτουνιστής ή ήρωας τραγωδίας;

Αρνητική φιγούρα της ελληνικής Ιστορίας, έχοντας κληρονομήσει την σκιά της προδοσίας, ο νεο-Φαναριώτης, με την στήριξη του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, του αμερικανικού παράγοντα (που βλέπει το Πατριαρχείο ως εξισορροπητικό παράγοντα στην ανερχόμενη δύναμη του Πατριάρχη Αλέξιου της Μόσχας) και του εκσυγχρονιστικού ρεύματος, καταβάλλει σήμερα εργώδεις προσπάθειες για να «νομιμοποιήσει» τις περιθωριακές απόψεις του. Χαρακτηριστική είναι η αντιπάθειά του προς την ελλαδική Εκκλησία και ειδικά προς τον μακαριστό Χριστόδουλο. Αν θελήσουμε να διακινδυνεύσουμε και μία ερμηνεία της συμπεριφοράς του, πέρα από το πεδίο της Πολιτικής, θα λέγαμε ότι, εκτός από τους όποιους άλλους λόγους, κατά βάθος ο νεο-Φαναριώτης προσπαθεί εναγωνίως να δικαιώσει τους φυσικούς ή ιδεολογικούς προγόνους του.

Επιπλέον, ο νεοφιλελευθερισμός, με την παγκοσμιοποιημένη οικονομία, τον κοσμοπολιτισμό και την συρρίκνωση του κράτους-έθνους, με την σημασία που δίνει στις μειονότητες και στα «ανθρώπινα δικαιώματα», φαίνεται στον νεο-Φαναριώτη ως η μεγάλη ευκαιρία. Ίσως να πιστεύει ότι θα δημιουργηθεί ένας διαφορετικός κόσμος, ο οποίος θα ξαναγράψει την Ιστορία και εκεί οι πρόγονοί του θα έχουν την θέση που τους αξίζει: θα εμφανίζονται ως κοσμοπολίτες πρωτοπόροι που μεγαλούργησαν σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον και όχι ως προδότες. Άσε που ο εκδημοκρατισμός της Τουρκίας και η ενίσχυση του ρόλου του Οικουμενικού Πατριαρχείου θα δημιουργήσουν κάθε λογής ευκαιρίες, πολιτικές, οικονομικές και άλλες…
Ας μην βιαστούμε να υποθέσουμε ότι η παραπάνω ερμηνεία είναι απλοϊκή. Πολλοί εκ των συνειδητών νεο–Φαναριωτών έχουν όχι μόνο βαθιά γνώση της ιστορίας και παιδεία υψηλού επιπέδου, αλλά και οικογενειακές ρίζες στην εποχή που το Φανάρι μεσουρανούσε. Το πάθος με το οποίο ο νεο–Φαναριώτης υποστηρίζει τις απόψεις του περί ελληνοτουρκισμού και ελληνοτουρκικής φιλίας (τις οποίες μέχρι πρόσφατα σπανιότατα συζητούσε με μη ομοϊδεάτες ή συμπολίτες του) πείθει τον συνομιλητή του για τα κίνητρα που προαναφέραμε.

Η αντίληψη αυτή των ελληνοτουρκικών σχέσεων, εκτός από τα αμιγώς πολιτικά κίνητρα, αναμφίβολα έλκει την καταγωγή της σε ένα βαθύ φοβικό σύνδρομο για την τουρκική εξουσία και μία αίσθηση αδυναμίας, που με τα χρόνια έχουν αποκρυσταλλωθεί και εκφράζονται ως πολιτική άποψη για το πόσο αρμονικά μπορούν να συμβιώσουν Έλληνες και Τούρκοι. Το ουτοπικό και ανιστόρητο αυτής της άποψης, παρά τα όσα επικαλούνται οι φορείς της, φυσικά παραμένει αυτονόητο.

Άραγε πρέπει να δούμε τον νεο-Φαναριώτη ως οπορτουνιστή ή ως ήρωα τραγωδίας; Ή και τα δύο;

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek