Μια επισκόπηση της κοινωνικής κατάστασης στην Αμερική

Στις 1 Ιουνίου, οι Ηνωμένες Πολιτείες κατέγραψαν 730 θανάτους από τον Κορωνοϊό, φτάνοντας έτσι σε σύνολο 106.925 ενώ ταυτόχρονα μετρούσαν 6 νεκρούς στις διαδηλώσεις και τις συγκρούσεις κατά της δολοφονίας του Τζόρτζ Φλόυντ, πάνω από 4.000 συλληφθέντες και 40 πόλεις σε καθεστώς απαγόρευσης κυκλοφορίας. 

Το σκοτεινό αυτό παρόν υπόσχεται την συνέχειά του στο μέλλον: Σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε το αμερικάνικο υπουργείο εργασίας την Τετάρτη 27/05, οι αιτήσεις πρόσβασης στα προγράμματα υποστήριξης των ανέργων έφτασαν τα 40.8 εκατομμύρια, πράγμα που σημαίνει ότι ένας στους τέσσερις Αμερικάνους έμεινε προσωρινά (ή/και μονιμότερα) άνεργος από τον Μάρτιο μέχρι σήμερα. Τα 7 εκατομμύρια από αυτούς, έχασαν την πρόσβασή τους στο σύστημα υγείας. 

Ανάμεσα σε αυτούς, οι αφροαμερικάνοι και οι λατίνοι πλήττονται περισσότερο. Δεν είναι κάτι νέο για την πραγματικότητα των Ηνωμένων Πολιτειών, «απλώς» η φυλετική διάσταση διαπλέκεται με την κοινωνική διαχρονικά. Για μια εξαιρετική επισκόπηση των διαφυλετικών σχέσεων στις ΗΠΑ, μπορεί κανείς να ανατρέξει στην παρουσίαση που πραγματοποίησε ο Δημοσθένης Γκαβέας, στην ελληνική ιστοσελίδα της Huffington Post.  

Οι φυλετικές μειονότητες στις ΗΠΑ εκτέθηκαν δυσανάλογα στο τίμημα της πανδημίας σε ανθρώπινες ζωές, αλλά και παραμένουν εκτεθειμένες κατά πολύ περισσότερο στις οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας:  H Washington Post, σε δημοσίευμά της αναφέρει ότι το 60% των θανάτων από κορωνοϊό που συνέβησαν στις ΗΠΑ προέρχεται από κομητείες όπου η μαύρη κοινότητα πλειοψηφεί· την ίδια στιγμή, το Associated Press σε έρευνά του δείχνει πως οι έγχρωμοι και οι γυναίκες τείνουν να εργάζονται περισσότερο στις χαμηλόμισθες εκείνες δουλειές που επιβαρύνθηκαν περισσότερο κατά την διάρκεια του λοκντάουν, και που τώρα απειλούνται περισσότερο από την οικονομική κρίση. 

Σε πολλούς κλάδους επιχειρήσεων εξανάγκασαν τους εργαζόμενους να δουλεύουν δίχως μέσα ατομικής προστασίας, αδιαφορώντας για το αν θα αρρωστήσουν ή για το αν έχουν να καλύψουν το κόστος της ίασής τους. Ένα γκάλοπ της εταιρείας IPSOS, που δημοσιεύθηκε στην Washington Post, φωτίζει και την σχέση φτώχειας, χαμηλόμισθης απασχόλησης και κακής κατάστασης της υγείας του εργατικού της δυναμικού: Έτσι το 1/3 των εργαζόμενων σε χαμηλόμισθες δουλειές που απαιτούν φυσική παρουσία εμφανίζει υποκείμενα νοσήματα (παχυσαρκία, υψηλή πίεση κ.ά.)

Χαρακτηριστικά τα όσα συνέβησαν στο Ντιτρόιτ. Η πόλη συνιστά ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κρίσης της αποβιομηχάνισης, η πρωτεύουσα, ίσως, της «ζώνης της σκουριάς»: Θα χρεοκοπήσει επισήμως το 2013, και θα μπει σε πρόγραμμα επιτήρησης. Λίγο αργότερα θα γίνει κέντρο μιας ‘εναλλακτικής ανάκαμψης’ καθώς μιλένιαλς από τις δυο ακτές της χώρας, που δεν αντέχουν την εκτόξευση του κόστους ζωής σε πόλεις όπως η Νέα Υόρκη και το Σαν Φρανσίσκο, μετακομίζουν εκεί. Η παρουσία τους θα συμβάλει στον εξευγενισμό πολλών συνοικιών –η φθηνή στέγη θα συμβάλει σε αυτό, καθώς και η κλασική βιομηχανική αισθητική τους, και έτσι θα εισάγουν μια αύρα από την νέα, δημιουργική οικονομία, μια αγορά εναλλακτικών τρόπων ζωής κ.ο.κ. 

https://www.ft.com/__origami/service/image/v2/images/raw/https://d1e00ek4ebabms.cloudfront.net/production/ae668add-bf20-4f95-91db-dc5ed4c8a7f7.jpg?source=next&fit=scale-down&quality=highest&width=1067

Η σχετική αυτή ανάκαμψη, θα χτυπηθεί βάναυσα από την πανδημία και τα μέτρα κοινωνικού περιορισμού. Οι Financial Times, γράφουν ότι με βάσει μιας έρευνας που δημοσιοποίησε το πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, περίπου ένας στους τέσσερις εργαζόμενους της πόλης βρέθηκε χωρίς δουλειά μέσα στην πανδημία. 

Σημασία έχει και σε ποια κοινωνική κατάσταση έρχεται να προστεθεί αυτή η ούτως ή άλλως συντριπτική πίεση. Οι στατιστικές απεικονίσεις, πάντως ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν συνέλθει ακόμα από την ύφεση του 2008-2009· μέσα στο 2019, το Pew Research Center, δημοσιοποίησε εκτεταμένες έρευνες για την εισοδηματική κατάσταση της αμερικάνικης κοινωνίας. Εκεί, φάνηκε, καθαρά ότι τα χαμηλότερα και τα μεσαία εισοδήματα όχι μόνο δεν ‘σήκωσαν κεφάλι’ στα δέκα χρόνια που μεσολάβησαν από την κρίση του 2008, αλλά μάλλον κατέβηκαν πολλές σκάλες στην κλίμακα της κοινωνικής ανασφάλειας (πηγή διαγράμματος): 

Το διάγραμμα καταγράφει την μεγάλη κοινωνική καθίζηση των κατώτερων και μεσαίων στρωμάτων, και μέσα σε αυτήν, και την επίταση των φυλετικών ανισοτήτων. Για μια χώρα που τα περισσότερα κοινωνικά αγαθά (η περίθαλψη ή η παιδεία) αποτελούν πανάκριβες ιδιωτικές υπηρεσίες, το να χάσει κανείς το 21%, το 39,87% ή το 46,26% του εισοδήματός του, όπως συνέβη αντίστοιχα με τους λευκούς, τους μαύρους, και τους λατινόφωνους της μεσαίας τάξης, σηματοδοτεί δραστική επιδείνωση της ποιότητας ζωής. 

Πολύ συχνά, οι αριθμοί εκφράζουν μεν την κλίμακα της πτώσης, ωστόσο δεν μπορούν να μεταφραστούν εύκολα σε μια εικόνα του τι σημαίνει η πτώση αυτή για την πραγματικότητα που βιώνουν οι άνθρωποι μέσα σε αυτήν. 

Η κατάπτωση των μεσοστρωμάτων αποτυπώνεται χαρακτηριστικά σε αυτό το τριπλό εξώφυλλο του περιοδικού Time, το οποίο κυκλοφόρησε πριν από μερικά χρόνια –το 2018– και αναδεικνύει ακριβώς το απελπιστικό στένεμα των κοινωνικών οριζόντων που χτύπησε μια διόλου ευκαταφρόνητη μερίδα της Αμερικής. 

https://api.time.com/wp-content/uploads/2018/09/teachers-covers.jpg?quality=85

«Το παιδί μου κι εγώ μοιραζόμαστε το ίδιο κρεββάτι σ’ ένα μικρό διαμέρισμα, ξοδεύω 1.000$ για τα χρειώδη, και έχω απολυθεί τρεις φορές εξαιτίας περικοπών στους προϋπολογισμούς. Είμαι δασκάλα στην Αμερική [ ] Έχω μεταπτυχιακό, 16 χρόνια προϋπηρεσία, δουλεύω σε δυο επι πλέον δουλειές, και είμαι αιμοδότρια πλάσματος στο νοσοκομείο για να πληρώσω τους λογαριασμούς μου· είμαι δασκάλα στην Αμερική [ ] Έχω 20 χρόνια προϋπηρεσία, αλλά δεν μπορώ να πάω να φτιάξω το αμάξι μου, να δω έναν γιατρό για τους πονοκεφάλους μου, ή να εξασφαλίσω τα απαραίτητα για το μέλλον του παιδιού μου. Είμαι δασκάλα στην Αμερική». Οι μαρτυρίες αυτές, λένε πολύ περισσότερα απ’ όσο 1.000 στατιστικές για την κατάσταση της ζωής στις ΗΠΑ. Διόλου τυχαία, το Ταίμ επίλεξε να παρουσιάσει μια ισπανόφωνη, μια μαύρη, και μια λευκή, για να δείξει την διαφυλετική κατάπτωση της μεσαίας τάξης, μέσα από ένα χαρακτηριστικό της επάγγελμα. Οι δάσκαλοι άλλοτε ήταν φιγούρες που έχαιραν ιδιαίτερης εκτίμησης μέσα στις κοινότητές τους.    

Αξίζει, βέβαια, να αναφερθούμε και στην στατιστική των κατώτερων στρωμάτων, για να καταλάβουμε την έκταση που πήρε η βίαιη καθοδική κοινωνική κινητικότητα. Την  μεγαλύτερη υποβάθμιση θα την επωμιστεί η λευκή εργατική τάξη, που θα χάσει το 46,37% των εισοδημάτων της [και θα στραφεί μαζικά προς τον Τραμπ κατά τις εκλογές του 2016]· οι ισπανόφωνοι θα χάσουν μόλις 500$/έτος, ενώ οι μαύροι θα κερδίσουν…  700$/έτος. Σε τόσο χαμηλά εισοδήματα βέβαια, 7.900$ και… 5.000$ αντίστοιχα, που αναρωτιέται κανείς πως ζουν αυτοί οι άνθρωποι. Μια ένδειξη που έχουμε από το Ντιτρόιτ: Οι Financial Times αναφέρουν ότι χιλιάδες νοικοκυριά της πόλης, κατά το ξέσπασμα και την εξάπλωση της πανδημίας, δεν είχαν καν πρόσβαση σε τρεχούμενο νερό: Οι αφροαμερικάνοι –εγγόνια εκείνων που ήρθαν από τον Νότο στην πόλη για να δουλέψουν στις μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες– έχουν την πλειοψηφία, και βέβαια υπεραντιπροσωπεύονται και στους θανάτους από τον κορωνοϊό στην πολιτεία του Ντιτρόιτ, το Μίσιγκαν. 

Από την άλλη βέβαια, οι ανώτερες τάξεις κατάφεραν πολύ γρήγορα να ρεφάρουν τις απώλειές τους από την κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, αλλά και να αυξήσουν κατά τι τα εισοδήματά τους τα τελευταία χρόνια, διατηρώντας την εισοδηματική τους διαφορά από την υπόλοιπη κοινωνία σε δυσθεώρητα, αστρονομικά επίπεδα. 

Δεν είναι, πάντως, μόνο ότι η ένταση της κοινωνικής ανισότητας δεν έχει προηγούμενο· είναι και η καθήλωση της κοινωνικής κινητικότητας: Τα χαμηλά και τα μεσαία εισοδήματα δεν θα μπορέσουν ποτέ να έχουν πρόσβαση στο επίπεδο της εκπαίδευσης εκείνο που διασφαλίζει πρόσβαση σε επαγγέλματα που αμείβονται καλύτερα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες πλέον, έχει συγκροτηθεί ένα σύστημα κοινωνικών ανισοτήτων το οποίο έχει έντονη κληρονομικότητα: Με την εξαίρεση των ανώτερων εισοδηματικά νοικοκυριών, δηλαδή του 19% της κοινωνίας, ένα μεγάλο κομμάτι του 52% των μεσαίων εισοδηματικά νοικοκυριών, και σίγουρα το 29% των κατώτερων εισοδηματικά νοικοκυριών δεν έχουν να ελπίζουν σε καμία βελτίωση της κοινωνικής τους θέσης. Τι σηματοδοτεί αυτή η κατάσταση αν όχι το τέλος του αμερικανικού ονείρου;  

Σκιαγραφόντας αυτό το κοινωνικό προφίλ, αντιλαμβανόμαστε τους λόγους για τους οποίους το κύμα των διαδηλώσεων και των ταραχών που ξέσπασαν έπειτα από την εγκληματική on camera δολοφονία του Τζωρτζ Φλόϋντ, έχουν παναμερικανική εμβέλεια. Κάτι που τις διακρίνει από την εξέγερση του Λος Άντζελες, το 1992, η οποία ήταν εντοπισμένη σε μια μόνον πολιτεία. 

Και η ίδια η αστυνομική δολοφονία έχει την κοινωνική και φυλετική της σημειολογία, η οποία ειρήσθω εν παρόδω δεν έχει σχέση ούτε με τα ρατσιστικά, ούτε με τα αντιρατσιστικά κλισέ: Από το 2015 κι ύστερα ο αριθμός των φόνων που διαπράττονται από αστυνομικούς στις ΗΠΑ άγγιζαν τους χίλιους, ή τους ξεπερνούσαν για λίγες εκατοντάδες. Από αυτούς, το 28%-33% αφορά περιστατικά με θύματα που ήταν άοπλα, βρισκόταν στο όχημά τους, ή δεν έχει διασαφηνιστεί το αν οπλοφορούσαν ή όχι. To 2015, το 33% αφορούσε τo κατώτατο 20% της εισοδηματικής κλίμακας, ενώ ένα άλλο 22,9% το αμέσως κατώτερο. Το πρώτο που θα είχε να σχολιάσει κανείς μπροστά σε αυτή την εικόνα, είναι ότι οι φτωχοί κινδυνεύουν περισσότερο από την θανάσιμη κατάχρηση εξουσίας της αστυνομίας.  

Είναι αλήθεια ότι η αφροαμερικάνικη κοινότητα υπεραντιπροσωπεύεται στα θύματα, 24% των ετήσιων θυμάτων, αν και αντιπροσωπεύει το 14% του γενικού πληθυσμού· από την άλλη το ίδιο υπεραντιπροσωπεύεται στην φτώχεια, αλλά και στην εγκληματικότητα, κάτι σήμερα στις ΗΠΑ απαγορεύεται να ειπωθεί ελέω πολιτικής ορθότητας. Αν όμως μια κοινωνία αποφεύγει να εξετάσει ψύχραιμα την συσχέτιση που υπάρχει ανάμεσα στην φτώχεια, τον φυλετικό διαχωρισμό και το έγκλημα πως θα μπορέσει να γλυτώσει από αυτόν τον φαύλο κύκλο τις κοινότητες που εμπλέκονται μέσα του;

Η κρίση της πανδημίας, έφερε στην επιφάνεια όλα τα καλά κρυμμένα αδιέξοδα του αμερικάνικου μοντέλου. Το οποίο, μπορεί να επιδεικνύει ένα επίχρυσο περιτύλιγμα –η ξέφρενη χρηματιστηριοποίηση, οι τεχνολογικοί γίγαντες, τα τεράστια SUV, και η Νέα Υόρκη ή το Σαν Φρανσίσκο σαν κέντρα μιας παγκόσμιας αυτοκρατορίας– ωστόσο είναι από μέσα του σάπιο. 

Κρύβει κάτω από το χαλί του επιδεικτικού της πλούτου μια τεράστια κοινωνική κατάρρευση που δεν έχει μόνον εισοδηματική διάσταση, αλλά εκείνην μιας κρίσης και παρακμής υπαρξιακού τύπου. Γιατί φάνηκε τώρα; Μια υγειονομική κρίση σαν κι αυτή που ζήσαμε φέρνει σε πρώτο πλάνο τα δίχτυα κοινωνικής προστασίας που έχει καταφέρει να διατηρήσει η κάθε χώρα. Και εκεί ακριβώς είναι το μεγάλο έλλειμμα της Αμερικής, το οποίο ξεδιπλώθηκε περίτρανα. 

Δεν είναι μόνον η απουσία ενός εθνικού συστήματος ασφάλισης και υγείας, σαν κι αυτών που έχει απομείνει κουτσά-στραβά στην Ευρώπη. Είναι και η απουσία προστατευτικών μέτρων που χαρακτηρίζει την αμερικάνικη αγορά εργασίας, κυρίως τις χαμηλότερές τις κλίμακες. Και βέβαια οι φυλετικές διακρίσεις που επιμένουν, στην με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο το κάνουν σε όλες τις φάσεις της Αμερικανικής ιστορίας. 

Εν τέλει όλα αυτά μαζί είναι ο περίφημος ‘αμερικάνικος εξαιρετισμός’. Ο Alberto Alesina, που πρόσφατα πέθανε στα 63 του χρόνια από καρδιάκη προσβολή, ήταν καθηγητής οικονομίας στο Χάρβαρντ –από τους επιδραστικότερους οικονομολόγους της γενιάς του, θα γράψει η Washington Post. Ένα από τα αξιοσημείωτα κομμάτια του έργου του, το αφιέρωσε στο να καταδείξει γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν τόσο εκτεταμένα και ‘γενναιόδωρα’ δίχτυα κοινωνικής προστασίας σε σχέση με την Ευρώπη.  

Σε αυτό, θεωρεί πως το φυλετικό ζήτημα έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Κεντρική σημασία για την ανάπτυξη μιας αναδιανεμητικής πολιτικής, λέει ο Αλεσίνα, είναι να έχει το κοινωνικό σύνολο ένα αίσθημα ενιαίας οντότητας λαού, όπως αποδεικνύουν χώρες με υψηλό βαθμό εθνικής ομοιογένειας και υποδειγματικά κοινωνικά κράτη, όπως η Σουηδία ή η Νότιος Κορέα. 

Στις ΗΠΑ, αντίθετα, η επέκταση των αναδιανεμητικών πολιτικών σκοντάφτει πάντοτε στον φυλετικό διαχωρισμό, που δυσκολεύει πολύ την κοινωνική συναίνεση ως προς την ανάπτυξη πανεθνικών μηχανισμών αλληλεγγύης. Σε μια από τις δημοσιεύσεις του, το 2003, ένα από τα ευρήματα που ανακοίνωσε με τους συνεργάτες του ήταν ότι οι πόλεις των ΗΠΑ με μεγάλο εθνοτικό κατακερματισμό εμφανίζονταν λιγότερο αποτελεσματικές σε πολιτικές κατασκευής δρόμων, συλλογής απορριμμάτων αλλά και επενδύσεων στην εκπαίδευση. [πηγή]

Κατά την ‘ευτυχή φάση’ της παγκοσμιοποίησης, μέχρι το 2001 και την πτώση των δίδυμων πύργων, οι ΗΠΑ θεωρούνταν χώρα-πρότυπο του νέου, υπερεθνικού 21ου αιώνα: Μια νεοφιλελεύθερη, διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς, και μια πολυφυλετική, πολυπολιτισμική κοινωνία αντιπροσώπευε το κατ εξοχήν σύμβολο της παγκοσμιοποίησης. Κι όμως μόλις δεκατέσσερα χρόνια μετά, η Αμερική αποδυναμώνεται μπροστά στα μάτια όλου του πλανήτη και γι’ αυτό φταίνε τα ίδια της υποτιθέμενα προτερήματα: Ο νεοφιλελευθερισμός, η υπερδιεθνοποίησή της, το γεγονός ότι τόνισε αντί να κοιτάξει να απαλύνει τους φυλετικούς και πολιτισμικούς της διαχωρισμούς. Το 2006, οι Τάιμς της Νέας Υόρκης έγραψαν ανέφεραν μια δήλωση του Γούορεν Μπάφετ: «Ναι, ζούμε έναν ταξικό πόλεμο, σύμφωνοι, αλλά είναι η δική μου η τάξη, οι πλούσιοι που διέξαγουμε αυτόν τον πόλεμο, και ναι, νικάμε». Κανείς δεν ήξερε τότε πόσο θα κόστιζε η νίκη του στην ίδια την Αμερική… 

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek