του Β. Στοϊλόπουλου, από το Άρδην τ. 62, Νοέμβριος 2006 -Ιανουάριος 2007

Τα συμπεράσματα πρόσφατης ενδελεχούς έρευνας στη Γερμανία για τις αρετές και την αποδοχή της αστικής δημοκρατίας προκάλεσαν σεισμό: Η κοινοβουλευτική δημοκρατία, «το πιο δίκαιο από τα πολιτεύματα», έχει παρακμάσει, βρίσκεται σε μια συνεχώς αυξανόμενη κρίση νομιμοποίησης και δεν παρουσιάζει, προς το παρόν, ικανά αποθέματα δυνάμεων για να ανακάμψει.
Μέχρι τώρα γνωρίζαμε πως ήταν οι νεοφιλελεύθεροι ακραίοι καπιταλιστές που χλεύαζαν τη δημοκρατία, οι ποικιλώνυμοι εξουσιαστές που την απαξιούσαν, οι κεφαλαιοκράτες που την εκμεταλλεύονταν και οι νεοσυντηρητικοί που την υπονόμευαν. Ξαφνικά εμφανίστηκε και άλλη κοινωνική ομάδα που αμφισβητεί τη δημοκρατία, για τους δικούς της φυσικά λόγους. Για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η πλειοψηφία των Γερμανών πολιτών δεν εμπιστεύεται το δημοκρατικό πολίτευμα, απαξιώνει πλήρως τους πολιτικούς και αμφιβάλλει για την κρίση των δικαστών. Ποιος θα μπορούσε μέχρι τώρα να διανοηθεί ότι το 66% των Γερμανών θεωρούν ότι ζουν σε μια χώρα όπου βασιλεύει η κοινωνική αδικία! Και όπως είναι γνωστό: η συνεχιζόμενη αύξηση της κοινωνικής αδικίας υποσκάπτει δραστικά τα θεμέλια της δημοκρατίας.
Από τους «ακραίους» διανοούμενους, όπως ο Νόαμ, Τσόμσκι, που κάνει λόγο για «μοντέρνα μορφή απολυταρχίας», ο Φρίτχοφ Μπέργκμαν, που χρησιμοποιεί τον όρο «τυραννία» και Ρίτσαρντ Σέννετ, που αναφέρεται σε «ήπια μορφή φασισμού», έως τον φιλελεύθερο Ράλφ Ντάρεντορφ, που μιλά για «κλοπή συμμετοχικών δικαιωμάτων», όλοι σχεδόν οι σοβαροί αναλυτές αναγνωρίζουν ότι πλέον υφίσταται μέγα θέμα νομιμοποίησης της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Το σημαντικότερο πρόβλημα νομιμοποίησης του δημοκρατικού πολιτεύματος που εντοπίζει, σύμφωνα με την έρευνα, ο μέσος σκεπτόμενος Γερμανός στο δημοκρατικό πολίτευμα της χώρας του είναι το αδιόρατο πλέγμα πολιτικών – οικονομικών σχέσεων, εκτός εθνικού κοινοβουλίου, ο ρόλος του οποίου γίνεται σταδιακά όλο και πιο αδύναμος. Πολυδαίδαλα δίκτυα συμφερόντων, χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση και κοινοβουλευτικό έλεγχο, θέτουν τους όρους ακόμη και τα μέσα επίλυσης των οικονομικών, πολιτικών, οικολογικών και κοινωνικών θεμάτων που αφορούν στη ζωή των ανθρώπων. Τα κέντρα αποφάσεων και η εξουσία, σε περίοδο παγκοσμιοποίησης και αδιαφάνειας, ελέγχονται από όλο και λιγότερα πρόσωπα.
Οι διαπιστώσεις των ειδικών για τον συνεχιζόμενο κατήφορο του δημοκρατικού πολιτεύματος είναι σαφείς: Τα τελευταία 20-25 χρόνια οι ιθύνουσες τάξεις (ελίτ) όχι μόνο δεν πέτυχαν την επιθυμητή αναδιάρθρωση του ευρύτερου δημόσιου τομέα προς όφελος των πολιτών και την ανάδειξη της υπευθυνότητας του ελεύθερου ατόμου, αλλά με οξύτατες καταγγελίες απαξίωσαν κοινωνικές αρετές όπως αλληλεγγύη, εντιμότητα, ενσωμάτωση κ.λπ. και διέλυσαν κρατικούς – εθνικούς θεσμούς που στόχευαν στην κοινωνική ειρήνη και ανάπτυξη. Η ουσία του δημοκρατικού πολιτεύματος, όπως και το έθνος-κράτος, υπονομεύεται συστηματικά και αθόρυβα και οι πολιτικές ελίτ, σε όλο τους το κομματικό φάσμα, υποτάσσονται ευχαρίστως σε δήθεν «καταναγκασμούς», «αυτοματισμούς», «ρεαλισμούς», «απαιτούμενες προσαρμογές» κ.λπ., που επιβάλλει μια παγκόσμια καπιταλιστική υπεραγορά με συνεχώς διογκούμενο δημοκρατικό έλλειμμα.
Η ηγεμονική πολιτική ελίτ και η οικονομική ολιγαρχία εξακολουθούν βέβαια να μιλούν για «ρεαλισμό», ο λαός όμως, που σπρώχνεται μεθοδικά προς την ανέχεια, την εξαχρείωση και τη λάθος εξατομίκευση, γίνεται όλο και πιο καχύποπτος. Όλο και περισσότεροι πολίτες επιλέγουν προειδοποιητικά μέσα διαμαρτυρίας, όπως η αποχή από τις εκλογές, το λευκό, το άκυρο ή ακόμα και την ψήφο σε «ακραία» κόμματα.
Σήμερα, μπορεί να μην υπάρχουν τα απαραίτητα θεσμικά μέσα (π.χ. δημοψήφισμα, λειτουργική αποκέντρωση) για να ελεγχθούν κάπως οι εξουσιαστικές ελίτ, που αποφασίζουν «στο σκοτάδι» με δικά τους κριτήρια. Αν δώσουμε βάση όμως στις πολιτικές θεωρίες και στον Μοντεσκιέ, τότε η συνέχιση της σημερινής «ρεαλιστικής πολιτικής», που εξαθλιώνει συνεχώς και περισσότερα κοινωνικά στρώματα, θα βάλει μελλοντικά ευρύτερα το ερώτημα της νομιμοποίησης μη δημοκρατικών μέσων, μεταξύ των οποίων δικτατορίες, πραξικοπήματα ή ακόμη και «ειρηνικές επαναστάσεις».

Επ’ αυτού δύο σχόλια, με ελληνικό ενδιαφέρον.
1ο ΣΧΟΛΙΟ
Αν σε μια χώρα με το βιοτικό και θεσμικό επίπεδο της Γερμανίας η πλειονότητα των πολιτών αμφιβάλλει πλέον για τις αρετές της σύγχρονης δημοκρατίας, τι θα μπορούσε να πει κανείς για την Ελλάδα, όπου, κατά γενική ομολογία, το πολιτικό σύστημα (από τα κόμματα, τους πολιτικούς, το συνδικαλισμό και τη δικαιοσύνη έως την υποταγμένη «διανόηση» και τους ιδιώτες «τηλεκανίβαλους» της δήθεν ενημέρωσης και του εκμαυλισμού συνειδήσεων), νοσεί βαθύτατα;
Ενδεικτικά αναφέρω δύο ελληνικά παραδείγματα, γιατί, κατά τη γνώμη μου, ο σκεπτόμενος (Γερμανός και όχι μόνον) πολίτης θα αγανακτούσε και θα αμφισβητούσε ευθέως τους «κανόνες παιχνιδιού» που τίθενται σήμερα στο πλαίσιο του αστικού δημοκρατικού πολιτεύματος:
• Στον τομέα π.χ. της έρευνας αποφασίζονται από κάποια κέντρα εξουσίας φοροαπαλλαγές δισεκατομμυρίων ευρώ προς όφελος τραπεζών και μεγάλων βιομηχανικών επιχειρήσεων, προκειμένου να προχωρήσουν σε επενδύσεις στο ερευνητικό πεδίο. Κάποιοι προφανώς «ξέχασαν» (όλως τυχαίως;) να θεσμοθετήσουν αξιόπιστους, ανεξάρτητους και ισχυρούς ελεγκτικούς μηχανισμούς κι έτσι, παρ’ όλα τα «δωράκια», το επίπεδο της έρευνας στην Ελλάδα παραμένει τραγικά χαμηλό.
• Πολλοί, καθ’ όλα νόμιμοι, «ανοικτοί διαγωνισμοί» ανάθεσης έργων που υλοποιούν Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (από τους πλέον διεφθαρμένους φορείς στη χώρα μας), είναι κατά κοινή ομολογία «στημένοι». Αυτό που ποτέ δεν γίνεται γνωστό όμως είναι πόσοι και ποιοι εμπλέκονται στα στησίματα, αλλά και με τι… «μέρισμα» για τον καθένα.
Ποιο είναι σήμερα το ποσοστό των Ελλήνων που αμφισβητούν ευθέως το αστικό δημοκρατικό πολίτευμα, έτσι όπως λειτουργεί πλέον, ουσιαστικά ως άλλοθι και υπέρ των πάσης φύσεως ολιγαρχιών; Προφανώς ακόμη μειοψηφικό. Παρά τη γενική απαξίωση των κομμάτων και την αυξανόμενη κοινωνική δυσφορία, η ρουσφετολογική αλληλεξάρτηση κόμματος – ψηφοφόρου, σε συνδυασμό με την τηλεοπτική πλύση εγκεφάλου, εξασφαλίζουν τις αναγκαίες αντοχές στην παρακμάζουσα δημοκρατία.
2ο ΣΧΟΛΙΟ
Την ώρα που τα «φιλέτα» του δημοσίου, ακόμη και στρατηγικής σημασίας, ετοιμάζονται συστηματικά για ιδιωτικοποίηση, οι αρμόδιοι πολιτικοί, σε συνδυασμό με τα ΜΜΕ των ιδιωτών – ολιγαρχών, αξιολογούν ότι το δημόσιο γενικώς και αορίστως «έχει τα χάλια του». Άλλωστε στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι Έλληνες πολίτες συμφωνούν, ελαφρά τη καρδία, με την άποψη ότι όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι τεμπέληδες και διεφθαρμένοι. Η λεγόμενη «επανίδρυση του κράτους» φαίνεται ότι θ’ αργήσει πολύ και είναι άγνωστο προς ποια κατεύθυνση θα στρέφεται. Άπαντες σε αυτή τη χώρα κάνουν το παν, ακόμη και η πλειονότητα των δημοσίων υπαλλήλων, για να απαξιωθεί πλήρως το δημόσιο, ώστε την κατάλληλη ώρα να πέσει βορά στον ιδιωτικό τομέα.
Ένα ενδεικτικό παράδειγμα, από την πρώτη μάλιστα γραμμή της προσπάθειας για ανάπτυξη της χώρας, που είναι οι διαχειριστικές αρχές για το Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης (ΚΠΣ):
• Στα επιχειρησιακά προγράμματα πολλών υπουργείων, πάμπολλες εταιρείες «τεχνικών συμβούλων» ξεκίνησαν εδώ και καιρό «μεγάλο φαγοπότι», προσφέροντας «υπηρεσίες συμβούλου» προς τις διαχειριστικές αρχές του Γ΄ ΚΠΣ. Στην πράξη ροκανίζονται απίστευτα χρηματικά ποσά για υπηρεσίες αμφιβόλου ποιότητας, που πολύ συχνά θα μπορούσαν να διεκπεραιώσουν υπάλληλοι με μισθό απλού γραμματέα! Παράλληλα με τη συστηματική και γενικευμένη απαξίωση, του έτσι κι αλλιώς βαρέως πάσχοντος δημόσιου τομέα, προσφέρεται στους «τεχνικούς συμβούλους» η μοναδική ευκαιρία να οικειοποιηθούν την εξειδικευμένη τεχνογνωσία πολλών ικανότατων στελεχών των (εσκεμμένα) αποδεκατισμένων διαχειριστικών αρχών. Έτσι, στο 4ο ΚΠΣ (2007 – 2013) ο ιδιωτικός τομέας θα είναι πιθανότατα αυτός που «θα κάνει πάρτι» με τον πακτωλό των κοινοτικών πόρων.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek