του Ζ. Κ. Σερβάν, από το Άρδην τ. 55, Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2005

Οι Κινέζοι αξιωματούχοι που επισκέφθηκαν τον περασμένο Δεκέμβριο τον Πρόεδρο της Αγκόλα, Ζοσέ Εντουάρντο ντος Σάντος, θα πρέπει να βρέθηκαν σε δύσκολη θέση. Μόλις πριν εννιά μήνες, η Τράπεζα Εξαγωγών της Κίνας, Eximbank, είχε εγκρίνει πιστωτικό όριο ύψους 2 δισ. δολαρίων, που θα έδινε τη δυνατότητα στην Αγκόλα να προχωρήσει στην ανοικοδόμηση των δημόσιων υποδομών (δίκτυο ηλεκτρικού, σιδηρόδρομοι, κυβερνητικά κτήρια, κ.λπ.) οι οποίες είχαν καταστραφεί από το τριακονταετή εμφύλιο πόλεμο. Σαν αντάλλαγμα η Κίνα θα λάμβανε 10.000 βαρέλια πετρέλαιο την ημέρα. Όμως, λίγες μέρες πριν την επίσκεψη, το βρετανικό παρατηρητήριο για ζητήματα διαφάνειας, Global Witness, ανακοίνωσε ότι υπήρχε κίνδυνος τα λεφτά του δανείου να χρησιμοποιηθούν σε αλλότριους σκοπούς.
Μέρος του δανείου θα χρηματοδοτούσε την κυβερνητική προπαγάνδα εν όψει των γενικών εκλογών του 2006. Τελικά, οι πιέσεις της κινεζικής πλευράς οδήγησαν τον ενδιάμεσο της συμφωνίας, Αντόνιο Περέιρα Μέντες ντε Κάμπος βαν Ντούνεμ, να παραιτηθεί από τη θέση του Γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου της Αγκόλα. Σε μια στιγμή αδυναμίας, οι Κινέζοι λησμόνησαν μια βασική αρχή της μακράς επιχειρηματικής πορείας τους στην Αφρική: ποτέ μην ανακατεύεσαι με την εσωτερική πολιτική των χωρών που κάνεις δουλειές. Όμως, ο κίνδυνος να μειωθούν οι εμπορικές δοσοληψίες της Κίνας με την Αφρική εξαιτίας αυτού του στιγμιαίου ηθικού ενδοιασμού –ο οποίος αναμφίβολα ερμηνεύεται ως ένα «δωράκι» προς τους διεθνείς επενδυτές σε μια διαβόητη για τη διαφθορά της χώρα– παρέμενε πρακτικά μικρός.


Η Κίνα, αρχικά, είχε διαρρήξει τους δεσμούς της με την μόλις ανεξαρτητοποιηθείσα Αγκόλα, επειδή τη θεωρούσε στενή σύμμαχο της Σοβιετικής Ένωσης. Τριάντα χρόνια μετά διόρθωσε το σφάλμα της. Η πρώην πορτογαλική αποικία αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Κίνας στην Αφρική και εξάγει το 25% της παραγωγής πετρελαίου της στην Κίνα. Απευθείας πτήσεις για το Πεκίνο είναι υπό συζήτηση όπως και η δημιουργία κινέζικης γειτονιάς («Τσάινα Τάουν») στην πρωτεύουσα Λουάντα για να μένουν οι Ασιάτες διευθυντές και τα στελέχη.
Το επιτόκιο –στο 1,5% για 17 χρόνια– ίσως φαίνεται ασύμφορο βραχυπρόθεσμα για την κινέζικη πλευρά, όμως οι κινέζικες επιχειρήσεις εξασφαλίζουν τη μερίδα του λέοντος στα πιο προσοδοφόρα συμβόλαια ανοικοδόμησης. Οι ντόπιοι δεν είναι καθόλου ευτυχείς. Όπως σημειώνει ο ανεξάρτητος οικονομολόγος Ζοσέ Κερκουέιρα: «Υπάρχει όρος στο δάνειο που αναφέρει ότι το 30% θα πρέπει να πηγαίνει σε ντόπιους υπεργολάβους, το 70% όμως χάνεται. Οι επιχειρηματίες της Αγκόλα είναι ανήσυχοι γιατί δεν θα πάρουν αυτοί τις δουλειές και ο κατασκευαστικός τομέας είναι εκείνος όπου οι Αγκολέζοι ήλπιζαν ότι θα βρουν δουλειά»1.


Οι καιροί έχουν αλλάξει και ο πραγματισμός κατανίκησε την ιδεολογική ρητορική στο Πεκίνο, όπου το διεθνές εμπόριο και οι συμφωνίες οικονομικής συνεργασίας ελέγχονται από ένα και μοναδικό υπουργείο. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70, ως συνεργασία εθεωρείτο το κτίσιμο δεσμών αλληλεγγύης μεταξύ των δύο ηπείρων που ανήκαν στον ίδιο υπό ανάπτυξη κόσμο. Η κινέζικη παρουσία στην Αφρική αποτελούνταν από τεχνικούς που στέλνονταν προς ενίσχυση των εθνών που μόλις είχαν απελευθερωθεί από τον αποικιακό ζυγό. Περίπου 15.000 γιατροί και περισσότεροι από 10.000 γεωπόνοι εστάλησαν σε περιοχές του Τρίτου Κόσμου οι οποίες είχαν μετατραπεί σε αρένες του Ψυχρού Πολέμου.
Στα πλαίσια του ρόλου της σαν αντίβαρο στον δυτικό ιμπεριαλισμό, η Κίνα διείσδυσε σε περιοχές του πλανήτη που δεν συγκέντρωναν την προσοχή των ΗΠΑ και της Σοβ. Ένωσης. Υλοποίησε φιλόδοξα προγράμματα, όπως την κατασκευή της σιδηροδρομικής σύνδεσης μεταξύ Τανζανίας και Ζάμπιας, και υπέγραψε συμφωνίες στρατιωτικής συνεργασίας, κυρίως με ιδεολογικούς φίλους στην Ανατ. Αφρική (Αιθιοπία, Τανζανία, Ουγκάντα, Ζάμπια) και με μεγάλες αδέσμευτες χώρες όπως η Αίγυπτος. Μεταξύ του 1955 και του 1977, η Κίνα πούλησε σε χώρες της Αφρικής στρατιωτικό εξοπλισμό ύψους 142 εκατ. δολαρίων. Παράλληλα άνοιξε τις πόρτες των πανεπιστημίων της. 15.000 Αφρικανοί φοιτητές σπούδασαν στην Κίνα από τη στιγμή που οι χώρες τους έγιναν ανεξάρτητες.


Το 1977, το εμπόριο μεταξύ Κίνας και Αφρικής έφτασε στο ύψος ρεκόρ των 817 εκατ. δολαρίων. Στη διάρκεια της δεκαετίας του ’80, όταν οι μεγάλες δυνάμεις της ψυχροπολεμικής εποχής άρχισαν να αποτραβιούνται από την Αφρική και η δυτική βοήθεια έπεσε στο μισό, η Κίνα κράτησε τις επαφές της. Δεν ήταν πια η επανάσταση που ενίσχυε τους φιλικούς δεσμούς αλλά η επικέντρωση στο διεθνές εμπόριο και τις διεθνείς επενδύσεις. Μέχρι η μεταψυχροπολεμική γεωπολιτική και οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή να αναγκάσουν τους παραδοσιακούς παίκτες να επιστρέψουν στην Αφρική, η Κίνα είχε ήδη μετατραπεί στο μεγαλύτερο εργαστήριο του πλανήτη και είχε βάλει στο μάτι τις πρώτες ύλες της Αφρικής.


Η Κίνα είναι σήμερα ο δεύτερος μεγαλύτερος καταναλωτής αργού πετρελαίου στον κόσμο, πραγματοποιώντας το 25% των εισαγωγών πετρελαίου από τον Κόλπο της Γουινέας και το Σουδάν. Η «δίψα» της για ενεργειακές πηγές είναι απεριόριστη. Μέχρι το 2020 θα αναγκαστεί να καλύπτει το 60% των ενεργειακών αναγκών της με εισαγωγές από το εξωτερικό, ακόμα και από κράτη όπως το Τσαντ το οποίο διατηρεί διπλωματικές σχέσεις με την Ταϊβάν2. Παρόλο που το 2004 μόνο το 2% του εμπορίου της Κίνας πραγματοποιούταν με την Αφρική, τα πράγματα πάνε πολύ καλά καθώς η Κίνα ανοίγεται στον κόσμο. Κατά τη δεκαετία του ’90, οι σινο-αφρικανικές εμπορικές συναλλαγές αυξήθηκαν κατά 700%3 ενώ μετά το πρώτο Σινο-Αφρικανικό Φόρουμ4 του Πεκίνου, το 2000, υπογράφτηκαν περισσότερες από 40 συμφωνίες, διπλασιάζοντας τις συναλλαγές στα 20 δισ. δολάρια για τα τέσσερα χρόνια μέχρι το τέλος του 2004. Μέχρι το τέλος του 2005, η Κίνα αναμένεται να μετατραπεί στον τρίτο σημαντικότερο εμπορικό εταίρο της Αφρικής, μετά τις ΗΠΑ και τη Γαλλία, μπροστά από τη Μεγ. Βρετανία. Η μακρά εμπειρία σε προγράμματα της Παγκόσμιας Τράπεζας θα βοηθήσει στο να χτιστεί μια «παρουσία στην Αφρική ενδεικτική των προσπαθειών του Πεκίνου για τη δημιουργία ενός παραδείγματος παγκοσμιοποίησης που θα ευνοεί την Κίνα»5.


Οι 674 κινέζικες κρατικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Αφρική επενδύουν όχι μόνο σε αναπτυσσόμενους τομείς όπως τα ορυχεία, η ιχθυοπαραγωγή, η ξυλεία και οι τηλεπικοινωνίες αλλά και σε άλλους που η Δύση έχει παραμελήσει ή ακόμα και εγκαταλείψει, ως λιγότερο κερδοφόρους. Για παράδειγμα, στη Ζάμπια, τα ορυχεία χαλκού του Ζαμβέζη επαναλειτούργησαν και στην Γκαμπόν γίνονται έρευνες για νέα κοιτάσματα στις υποτίθεται εξαντλημένες πετρελαιοπηγές της. Το 2004, οι κινεζικές επενδύσεις αντιπροσώπευαν περισσότερα από 900 εκατ. δολάρια σε σύνολο 15 δισ. δολαρίων ξένων επενδύσεων στην Αφρική. Από τα χιλιάδες προγράμματα που βρίσκονται σε εξέλιξη, 500 διευθύνονται αποκλειστικά από την Εταιρεία Κινέζικων Δρόμων και Γεφυρών, μια κρατική επιχείρηση που βοηθάει 43 κινέζικες επιχειρήσεις να βρεθούν μέσα στις 225 ηγέτιδες της περιοχής. Στην Αιθιοπία, η Κίνα δραστηριοποιείται στις τηλεπικοινωνίες. στο Κογκό, συνεργάζεται με την Gecamine, την κρατική εταιρεία ορυχείων. στην Κένυα, επισκεύασε τον δρόμο που συνδέει τη Μομπάσα με το Ναϊρόμπι. τέλος, έθεσε σε τροχιά τον πρώτο δορυφόρο της Νιγηρίας. Σαν κίνητρο προς τους Κινέζους πολίτες, οκτώ αφρικανικές χώρες ανακηρύχθηκαν επίσημοι τουριστικοί προορισμοί.


Εκτός της οικονομικής και εμπορικής «επίθεσης», υπάρχει και ιδιαίτερα έντονη διπλωματική δραστηριότητα. Ο Πρόεδρος Χου Γιντάο πραγματοποίησε με τυμπανοκρουσίες επίσκεψη στην Γκαμπόν, την πρώτη αφότου ανέλαβε καθήκοντα τον Μάρτιο του 2003. Τα υπουργεία Εμπορίου κι Εξωτερικών της Κίνας, τα οποία σημειωτέον διαθέτουν και τα δύο Τμήμα Αφρικής, έχουν υποστηρίξει 100 επίσημες συναντήσεις. Σε χώρες με προβληματικές σχέσεις με τη Δύση, η Κίνα αποκομίζει οφέλη από μια πολιτική μη ανάμειξης στο εσωτερικό τους. Η σχέση της με το Σουδάν, χώρα καταδικασμένη από τον ΟΗΕ για την κατάσταση στο Νταρφούρ, είναι χαρακτηριστική μιας στρατηγικής που δεν διαταράσσεται από ηθικές ευαισθησίες.


Η Χε Γουενπίγκ είναι υποδιευθύντρια του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων στον Τομέα Αφρικανικών Σπουδών της Κινεζικής Ακαδημίας Κοινωνικών Επιστημών του Πεκίνου. «Η κοινή αντίληψη για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την εθνική κυριαρχία είναι μόνο μια από τις κοινές αξίες που μοιράζεται η Κίνα με την Αφρική», λέει και συνεχίζει: «Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η επιτυχία της Κίνας στην Αφρική έχει εν μέρει να κάνει μ’ αυτό το γεγονός και είναι αυτές οι κοινές αξίες που έχουν θέσει τα ισχυρά θεμέλια για μια ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση των διμερών σχέσεων μελλοντικά».


Η Κίνα ενδιαφέρθηκε για τα ανεκμετάλλευτα κοιτάσματα πετρελαίου του Μουγκλάντ στο Νότιο Σουδάν πριν από δέκα χρόνια. Σήμερα εισάγει το 50% του αργού πετρελαίου που αντλείται από την περιοχή, ενώ 13 από τις 15 πιο σημαντικές ξένες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στο Σουδάν είναι κινέζικες, από την «Εθνική Επιχείρηση Πετρελαίου της Κίνας» ως την «Επιχείρηση Πετρελαίου Τσονγκγιουάν». Ο κυνισμός της κυβέρνησης του Πεκίνου έγινε ολοφάνερος τον Σεπτέμβρη του 2004, όταν το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ προώθησε το Ψήφισμα 1564, ανακοινώνοντας εμπάργκο στις πωλήσεις όπλων στο Σουδάν. Ο πρεσβευτής της Κίνας στα Ηνωμένα Έθνη, Γουάνγκ Γκουάνγκια, χρησιμοποίησε τις σφαγές στο Νταρφούρ σαν πρόφαση για να απειλήσει με βέτο, πριν τελικά απόσχει της ψηφοφορίας. Εν τέλει το Ψήφισμα, που είχε προταθεί από τις ΗΠΑ, αποδυναμώθηκε σημαντικά. Το συμβάν αποτελεί ένδειξη των ισχυρών δεσμών μεταξύ των κυβερνήσεων Πεκίνου και Χαρτούμ.
Πολλοί Αφρικανοί ηγέτες μιμούνται τον Ομάρ Μπόγκο Οντίμπα, Πρόεδρο της Γκαμπόν και παλαιό φίλο της Κίνας, και εκθειάζουν το πνεύμα «αμοιβαίου σεβασμού» και «το ενδιαφέρον για τη διαφορετικότητα» που χαρακτηρίζει τις συναλλαγές και τη συνεργασία με τους Κινέζους6. Όμως, αυτό το σαφάρι της Κίνας στην Αφρική σήμανε συναγερμό στα επιτελεία των πολυεθνικών που παραδοσιακά εκμεταλλεύονταν τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της ηπείρου7. Αλλά και οι ΗΠΑ, οι οποίες επισήμως στηρίζουν μεθόδους χρηστής διοίκησης, άρχισαν να χάνουν την υπομονή τους με την κινέζικη οικονομική πολιτική. Σύμφωνα με τον Γκαλ Λουφτ, ειδικευμένο σε ζητήματα ενεργειακής ασφάλειας και εκτελεστικό διευθυντή της νεοσυντηρητικής «δεξαμενής σκέψης», Ίδρυμα για την Ανάλυση της Παγκόσμιας Ασφάλειας: «Οι Κινέζοι έχουν την τάση να κάνουν δουλειές μ’ ένα τρόπο που οι Αμερικάνοι και οι Ευρωπαίοι δεν τον αποδέχονται σήμερα – δίνοντας δώρα και μίζες κάτω από το τραπέζι. Νομίζω ότι είναι ευκολότερο για πολλές χώρες της Αφρικής να συνεργάζονται με κινέζικες εταιρείες απ’ ότι με αμερικάνικες ή ευρωπαϊκές, οι οποίες περιορίζονται από την υποχρέωση να δημοσιοποιούν τις δαπάνες τους και γενικά από το αίτημα για μεγαλύτερη διαφάνεια»8.
Ο Υπουργός Οικονομικών της Ρουάντα, Ντόναλντ Καμπερούκα, λέει: «Είναι ένας διαφορετικός τρόπος να κάνεις δουλειές» – σημάδι συναγερμού για τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (ΜΚΟ) που ήδη αγωνίζονται ενάντια στις κυνικές πρακτικές της Δύσης στην Αφρική. Στο παρελθόν διεθνείς οργανισμοί όπως η Παγκόσμια Τράπεζα έχουν κατηγορηθεί ότι δίνουν δάνεια σε χώρες που χρήζουν βοήθειας με αυστηρούς μη-διαπραγματεύσιμους όρους. Η κατάσταση τώρα έχει αντιστραφεί. Η Κίνα χρηματοδοτεί χωρίς όρους, άμεσα, ενισχύοντας τεράστια έργα χωρίς καμία μέριμνα για οικονομική διαφάνεια.
«Η αντίδρασή μου μόλις άκουσα γι’ αυτό το τεράστιο δάνειο από την Κίνα ήταν ότι διαστρεβλώνει την όλη διαδικασία καθώς προσφέρει την ευελιξία στην Αγκόλα να μην συμμορφωθεί με τους όρους άλλων συμφωνιών, όπως αυτής με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ)», λέει ο Ντάγκλας Στάινμπεργκ, απερχόμενος διευθυντής των προγραμμάτων της ανθρωπιστικής ΜΚΟ, Care, στην Αγκόλα. «Επιτρέπει στην κυβέρνηση να ξεπεράσει το αίτημα της διαφάνειας»9. Περιβαλλοντικές οργανώσεις παρακολουθούν την εμπορική ανάπτυξη μιας χώρας που εκπέμπει ρύπανση περισσότερο από κάθε άλλη και δεν έχει υπογράψει το Πρωτόκολλο του Κυότο: Το 60% των 4 εκατ. κυβικών μέτρων ακατέργαστης ξυλείας που εξάγονται από την Αφρική κάθε χρόνο πάνε στην Ασία και σχεδόν όλα στην Κίνα.
Οι πωλήσεις κινέζικων όπλων είναι μια ακόμη αιτία ανησυχίας. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, η Κίνα έβγαλε πάνω από 1 δισ. δολάρια από τον πόλεμο της Ερυθραίας. Υποψίες υπάρχουν ότι κινέζικος εξοπλισμός βρήκε διέξοδο στο Σουδάν ενώ έχει ακόμη στρατιωτική εμπλοκή στη Ζιμπάμπουε, άλλη μια χώρα με κακές σχέσεις με τη Δύση10. Οι Κινέζοι στρατιωτικοί ακόλουθοι έχουν εστιάσει το ενδιαφέρον τους στα κράτη μέλη της Νοτιοαφρικανικής Αναπτυξιακής Κοινότητας11. Σύμφωνα μ’ έναν Αμερικανό αναλυτή: «Στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, κινέζικα όπλα έφταναν στην Αφρική με κίνητρο την ιδεολογία. Σήμερα, το βασικό κίνητρο είναι το κέρδος»12.
Αυτό που οι Κινέζοι βλέπουν σαν μια διαδικασία «κερδίζω-κερδίζεις» –ένα νέο οικονομικό παιγνίδι όπου κανένα μέρος δεν χάνει– μπορεί επίσης να ειδωθεί σαν μια καινούργια μορφή νεοαποικιοκρατίας μεταμφιεσμένη σε ανάπτυξη μεταξύ χωρών του Νότου. Αρκετοί Αφρικανοί αναλυτές αναρωτιούνται για τα όρια της κινέζικης εμπορικής πολιτικής και τον άμεσο ανταγωνισμό που δέχεται η αφρικανική οικονομία από ασιατικά προϊόντα, από τα κλωστοϋφαντουργικά έως το ατσάλι. Η Νότια Αφρική ήταν ο πρώτος συνεργάτης της Κίνας στην Αφρική και σαν ένδειξη αλληλεγγύης διέκοψε τις διπλωματικές σχέσεις με την Ταϊβάν το 1997. Σήμερα, σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο του Νοτιοαφρικανικού Ιδρύματος Διεθνών Σχέσεων, Μοελέτσι Μπέκι, η Κίνα αντιπροσωπεύει «ταυτόχρονα μια δελεαστική ευκαιρία και μια τρομακτική απειλή». Είναι η ίδια γνωστή ιστορία: «Εμείς πουλάμε πρώτες ύλες και αυτοί μας πουλάνε βιομηχανικά προϊόντα με προβλέψιμη κατάληξη – ένα δυσμενές για τη Νότια Αφρική εμπορικό ισοζύγιο»13.
Το έλλειμμα εμπορικών συναλλαγών με την Κίνα έφτασε τα 400 εκατ. δολάρια, από μόλις 24 εκατ. το 1992. Τον Σεπτέμβριο του 2004, μια οργάνωση μέλος του πανίσχυρου Κογκρέσου των Συνδικάτων της Ν. Αφρικής, απείλησε με μποϋκοτάζ όσους πουλάνε κινέζικα προϊόντα, τα οποία θεωρούνται υπεύθυνα για την άνοδο της ανεργίας. Το πρόβλημα είναι φανερό στους πάγκους των αγορών της πρωτεύουσας της Σενεγάλης Ντακάρ, όπου φτηνά κινέζικα προϊόντα, από παπούτσια μέχρι φάρμακα, παραγκωνίζουν τα ντόπια ενώ οι κλωστοϋφαντουργίες του Λεσότο απειλούνται από τη λήξη της πολυϊνικής συμφωνίας τον περασμένο Ιανουάριο14.
Η Κίνα ανταπαντά με υποσχέσεις, δωρεές, αναφορές στο πνεύμα του Μπαντούγκ15 και συμβολικές χειρονομίες: από το 2000 έχει διαγράψει διμερή χρέη ύψους 10 δισ. δολαρίων. Το Ταμείο Ανάπτυξης Ανθρωπίνων Πόρων Αφρικής της κινέζικης κυβέρνησης πληρώνει την εκπαίδευση 10.000 Αφρικανών στο Πεκίνο16.
Από τη Λιβερία μέχρι το Κογκό, η Κίνα ολοένα και πιο πολύ εμπλέκεται σε ειρηνευτικές επιχειρήσεις: το 2004 συμμετείχε με πάνω από 1.500 άνδρες στις ειρηνευτικές δυνάμεις του ΟΗΕ στην ήπειρο. Παρόλο που αναγνωρίζει ότι κάθε τελική απόφαση επαφίεται στην Αφρικανική Ένωση, η Κίνα έχει υποστηρίξει ανοιχτά τις τρεις υποψήφιες αφρικανικές χώρες –Νότια Αφρική, Αίγυπτο και, ιδιαίτερα, Νιγηρία– για μια μόνιμη θέση στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.
Στον εμπορικό τομέα ακόμα ένα μεγάλο άλμα προς τα μπρος αναμένεται το 2006 με την εφαρμογή της Νέας Στρατηγικής Σύμπραξης Ασίας – Αφρικής17, που είναι προσανατολισμένη στον ιδιωτικό τομέα και από την οποία η Κίνα θα είναι ο μεγάλος κερδισμένος. Κατά την επίσκεψή του στη Γκαμπόν το 2004, ο Χου Γιντάο υποσχέθηκε «οικονομική συνεργασία με έμφαση στις υποδομές, τη γεωργία και την ανάπτυξη των ανθρωπίνων πόρων». Ίσως κάτι τέτοιο να μην είναι τίποτε παρά ευσεβείς πόθοι, αλλά είναι βέβαιο ότι «εφεξής (η Κίνα) θα δρα όπως κάθε άλλη δύναμη, σύμφωνα με τα δικά της συμφέροντα. Θα επικεντρώσει τις συνεργασίες της σε χώρες με υψηλή δυναμική, είτε πρόκειται για πρώτες ύλες, δυνητικές αγορές ή διπλωματική επιρροή»18.
Πώς θα προσαρμοστούν οι παραδοσιακοί εταίροι της Αφρικής στην κινέζικη παρουσία; Και πόσο είναι προετοιμασμένοι για κάτι τέτοιο; «Είναι φυσιολογικό η δραστηριοποίηση της Κίνας στην Αφρική να οδηγήσει σε κάποιου είδους σύγκρουση συμφερόντων με τους πρώην αποικιοκράτες», λέει η Χε Γουενπίνγκ. «Δεν νομίζω, όμως, ότι θα πρέπει να ανησυχούμε υπερβολικά για κάτι τέτοιο. Το να βοηθήσουμε τους λαούς της Αφρικής να καλυτερέψουν τη ζωή τους και να αποκομίσουν οφέλη από την παγκοσμιοποίηση είναι κοινός στόχος λαών και κρατών σε όλο τον κόσμο. Ο κινέζικος λαός και οι κυβέρνησή του θα ήθελαν πολύ να συνεισφέρουν σ’ αυτόν τον σκοπό. Και η ιστορία δείχνει ότι αυτό θα είναι ένα μακρύ και δύσκολο ταξίδι».


Σύμφωνα με το ΔΝΤ, η Αφρική θα παρουσιάσει αύξηση στο ΑΕΠ 5,8% για φέτος, την υψηλότερη τα τελευταία 30 χρόνια. Εν μέρει αυτό οφείλεται και στην Κίνα. Προορίζεται, λοιπόν, η Αφρική να βρεθεί, από τα παρασκήνια κάποτε του Ψυχρού Πολέμου, στο κέντρο ενός ολοένα εντεινόμενου εμπορικού πολέμου;


Le Monde Diplomatique
Μετάφραση:
Θόδωρος Ντρίνιας


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. «Αγκόλα: Συγκρατημένη αισιοδοξία για το 2005», Γραφείο Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων του ΟΗΕ, Ν. Υόρκη, 14/1/2005.
  2. Η Κίνα διατηρεί διπλωματικές σχέσεις με 47 από τις 53 χώρες της Αφρικής.
  3. Βλέπε Chine-Afrique: la coopération fructueuse, Chinafrique.com
  4. Το δεύτερο Σινο-Αφρικανικό Φόρουμ πραγματοποιήθηκε στην Αντίς Αμπέμπα τον Νοέμβριο του 2003, όπου και συμφωνήθηκαν οι όροι συνεργασίας μέχρι το 2006.
  5. Drew Thomson, “Economic growth and soft power. China’s Africa strategy”, China Brief, University of Pennsylvania, 7/12/2004. Βλέπε και “Economic growth and soft power; China’ s Africa strategy”, The Jamestown foundation.
  6. Ο Οντίμπα έχει επισκεφτεί επισήμως εννιά φορές την Κίνα, όσες και ο ομόλογός του στο Κογκό, Ντένις Σάσσου Νγκουέσσο.
  7. Βλέπε Howard French, “A resource-hungry China speeds trade with Africa”, The New York Times, 9/8/2004.
  8. Βλέπε “Bottom of the barrel: Africa’s oil boom and the poor”, Catholicrelief.org
  9. “Oil-backed loan will finance recovery projects”, Integrated Regional Information Networks, 21/2/2005.
  10. Η Κοινοπολιτεία και η Ευρωπαϊκή Ένωση επέβαλαν κυρώσεις στη Ζιμπάμπουε εξαιτίας της εκλογικής νοθείας και της πολιτικής βίας.
  11. Αγκόλα, Μποτσουάνα, Λ. Δ. Κονγκό, Λεσόθο, Μαλάουι, Μαυρίκιος, Μοζαμβίκη, Ναμίμπια, Σεϋχέλλες, Νότια Αφρική, Σουαζιλάνδη, Τανζανία, Ζάμπια και Ζιμπάμπουε.
  12. Logan Wright, “Seizing an opportunity: the changing character of Chinese arms sales”, Armed Forces Journal, Ουάσιγκτον, Οκτώβριος 2001.
  13. Βλέπε Paul Mooney, “China’s African Safari”, Yale Global, Νιου Χέιβεν, 3/1/2005.
  14. Η συμφωνία, που υπογράφηκε από 47 χώρες το 1974, επέτρεπε στις αναπτυσσόμενες χώρες να εξάγουν ένα πλαφόν των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων τους στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, μπλοκάροντας τις εισαγωγές.Σ.τ.Μ.: Η Διάσκεψη της Μπαντούγκ ήταν μια συνάντηση Ασιατικών και Αφρικανικών κρατών, τα περισσότερα εκ των οποίων μόλις είχαν ανεξαρτητοποιηθεί,και οργανώθηκε από την Αίγυπτο, την Ινδονησία, τη Βιρμανία, την Κεϋλάνη, την Ινδία και το Πακιστάν. Σκοπός της Διάσκεψης ήταν η προώθηση της Αφρο-Ασιατικής οικονομικής και πολιτιστικής συνεργασίας και η αντίθεση στην αποικιοκρατική ή νέο-αποικιοκρατική στάση των ΗΠΑ, της Σοβ. Ένωσης και οποιασδήποτε άλλης ιμπεριαλιστικής δύναμης. Η Διάσκεψη πραγματοποιήθηκε στη Μπαντούγκ της Ινδονησίας στις 18-24 Απριλίου του 1955 και έστειλαν αντιπροσώπους 29 χώρες οι οποίες αντιπροσώπευαν τον μισό παγκόσμιο πληθυσμό. Η Κίνα έπαιξε σημαντικό ρόλο και ενδυνάμωσε τις σχέσεις της με τα άλλα ασιατικά κράτη. Η Διάσκεψη ομόφωνα υιοθέτησε «διακήρυξη 10 σημείων για την παγκόσμια ειρήνη και συνεργασία», στηριγμένη στις αρχές του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και του Τζαβαχαρλάλ Νεχρού.
  15. Το Ταμείο δημιουργήθηκε μετά το πρώτο Σινο-Αφρικανικό Φόρουμ στο Πεκίνο, το 2000.
  16. Αυτή ακολούθησε τη Συνδιάσκεψη Ασίας – Αφρικής τον Απρίλη του 2005, η οποία οργανώθηκε για να εορταστεί η 50η επέτειος της Διάσκεψης της Μπαντούγκ. Βασιζόμένη στις πολιτικές, οικονομικές και πολιτιστικές ανταλλαγές και συνεργασίες, η σύμπραξη θα προωθήσει το εμπόριο και τις επενδύσεις.
  17. Marc Aicardi de Saint-Paul, «La Chine et l’ Afrique, entre engagement et intérêt», Géopolitique Africaine 14, Παρίσι, 2004.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek