του Σωτήρη Δημόπουλου, από το Άρδην τ. 101-102, Αύγουστος-Νοέμβριος 2015

Κάτι που φαίνεται να μη λαμβάνεται πολύ σοβαρά υπ’ όψιν στις έως τώρα αναλύσεις, σχετικά με τα τρομοκρατικά κτυπήματα του Ισλαμικού Κράτους (Daesh) στο Παρίσι, είναι η κατάσταση στην οποία αυτό έχει βρεθεί το τελευταίο διάστημα στη Μέση Ανατολή. Όποιος παρακολουθεί στενά την πορεία του πολέμου στη Συρία και στο Ιράκ, διαπιστώνει ότι το ΙΚ για πρώτη φορά έχει περάσει σε θέση άμυνας. Η πίεση που δέχεται, μετά την έναρξη των ρωσικών βομβαρδισμών και την πρόσφατη εντατικοποίηση της παρέμβασης των ΗΠΑ, είναι πλέον αφόρητη από όλες τις πλευρές και καταγράφει σοβαρές ήττες. Ωστόσο, αυτό δεν συνεπάγεται μια ταχεία κατάρρευσή του, εφόσον διαθέτει ικανό ανθρώπινο δυναμικό, έτοιμο μάλιστα να πεθάνει πολεμώντας, αλλά και πολεμοφόδια αρκετά για να αντέξει επί μεγάλο διάστημα. Τα κτυπήματα, όμως, στο Παρίσι, μπορούν να εκληφθούν ως κίνηση επιθετικού αντιπερισπασμού και εξαγωγής του πολέμου. Κτυπήματα που σίγουρα ήταν προετοιμασμένα από καιρό, όπως ασφαλώς είναι και σε άλλες χώρες, από πυρήνες τρομοκρατών, που απλώς αναμένουν την άνωθεν εντολή.

Οι ηγέτες του ΙΚ προχώρησαν σ’ αυτή την απόφαση ακόμη και αν, σε στρατιωτικό επίπεδο, μπορεί να προκαλέσει τα αντίθετα αποτελέσματα με την περαιτέρω ένταση της πίεσης. Κι αυτό διότι οι ισλαμιστές είχαν επειγόντως ανάγκη να αναπτερώσουν το ηθικό των μαχητών τους, που είχε καμφθεί μετά την έναρξη των ρωσικών βομβαρδισμών. Πολλοί ήσαν πλέον οι μαχητές που κατέφευγαν στην Τουρκία για να διασωθούν, όπως συνέβη πριν από λίγες μέρες ανατολικά του Χαλεπιού από δύο ολόκληρες μονάδες μαχητών του ΙΚ.

Στη λογική της εξαγωγής του πολέμου εντάσσονται επίσης η ανατίναξη του ρωσικού επιβατικού αεροπλάνου στο Σινά (31/10) και η διπλή βομβιστική επίθεση αυτοκτονίας στη Βηρυτό (12/11), με εκατοντάδες νεκρούς και τραυματίες -τα οποία όπως ήταν φυσικό, δεν προκάλεσαν τα ίδια αισθήματα αποτροπιασμού στη διεθνή κοινότητα με αυτά του Παρισιού, και της πλέον πρόσφατης στο Μάλι της Αφρικής.

Ο Ερντογάν και η τουρκική κυβέρνηση, με τη γνωστή τους υποκρισία, θέλουν να εμφανίζονται επίσης ως θύματα της τρομοκρατίας του ΙΚ, λόγω των κτυπημάτων στην Άγκυρα, στο Ντιγιάρμπακιρ και στο Σουρούτς, στα οποία, όμως, καθόλου συμπτωματικά, είχαν ως θύματα Κούρδους και εν γένει αντιπάλους του ΑΚΡ.    

Η τερατογένεση του ΙΚ, μία από τις πολλές που έχει δημιουργήσει ο ισλαμικός κόσμος τις τελευταίες δεκαετίες, τροφοδοτήθηκε εν πολλοίς από τον τρόπο της πτώσης του Σαντάμ Χουσεΐν και το αίσθημα εξευτελισμού της σουνιτικής μειοψηφίας του Ιράκ. Και είναι πράγματι αξιοπερίεργη αυτή η μεταμόρφωση κάποιων ανθρώπων που υποστήριζαν μια κοσμική εθνικιστική ιδεολογία, σε υπέρμαχους των πιο ακραίων δογμάτων του ουαχαμπισμού. Φαινόμενο που αποδεικνύει και σε αυτή την περίπτωση τη στενή διασύνδεση εθνοτικής συνείδησης, θρησκευτικής πίστης και πολιτικής πρακτικής.

Η εμφάνιση του ΙΚ τη δεδομένη στιγμή -όταν δηλαδή έγινε αντιληπτό ότι η «αραβική άνοιξη» δεν θα ανέτρεπε τον Άσαντ- ήταν πολλαπλά ωφέλιμη για αρκετούς από τους παίκτες της περιοχής. Επαναλήφθηκε και στη Συρία το γνωστό και άκρως επικίνδυνο πείραμα -όπως για παράδειγμα στο Αφγανιστάν της δεκαετίας του ’80 και στη Λιβύη πρόσφατα- «αφήνουμε τους βάρβαρους να κάνουν τη βρόμικη δουλειά και μετά ερχόμαστε να βάλουμε τάξη». Μια τακτική που επιβάλλεται άλλωστε εκ των πραγμάτων, έπειτα από τα παθήματα των αμερικανικών επεμβάσεων σε Αφγανιστάν και Ιράκ. Δύσκολα πλέον κάποιος δυτικός ηγέτης θα ρίσκαρε το ενδεχόμενο να υποδέχεται φέρετρα σκοτωμένων στρατιωτών με τη δικαιολογία της ανατροπής του «δικτάτορα» Άσαντ. Κι αυτό ισχύει τόσο για τις ΗΠΑ, όσο και για τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία, οι οποίες θεωρούν ότι έχουν ακόμη το πλειοψηφικό πακέτο των πρώην αποικιών τους στη Μέση Ανατολή.
Ειδικότερα για τη Γαλλία, ήταν προφανής η διαρκής και αγωνιώδης προσπάθεια του Παρισιού να επανεμφανιστεί ως παρεμβατικός παράγων, με τα ανάλογα οφέλη, τόσο στη Βόρειο Αφρική όσο και στη Μέση Ανατολή. Οι επιλογές της γαλλικής ηγεσίας δεν εκπορεύονται μόνον από μεγαλοϊδεατικές φιλοδοξίες, αλλά κυρίως από την πιεστική ανάγκη αναζήτησης διεξόδου από την παρατεταμένη οικονομική καχεξία, που επιβαρύνεται από τη γερμανική οικονομική αλλά και πολιτική ηγεμονία στον ευρωπαϊκό χώρο. Εξ ου και η γαλλική στροφή προς την Ουάσιγκτον, στην οποία το Παρίσι προσφέρει υπηρεσίες, όπως με τη μη παράδοση των Μιστράλ στη Ρωσία ή με την υπονόμευση του Βερολίνου, ακυρώνοντας κατά κάποιον τρόπο την ντεγκωλική παράδοση.

Το ΙΚ ήταν, επίσης, χρήσιμο για κράτη όπως η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ, που ήθελαν να τελειώνουν με τους «αιρετικούς» σιίτες πάνω από το κεφάλι τους. Εξέλιξη που θα τους έδινε επιπλέον τη δυνατότητα να απλώσουν τους αγωγούς τους –οι μεν πετρελαίου, οι δε φυσικού αερίου- ως την Τουρκία και από εκεί στην Ευρώπη. Δεν ήταν κρυφή σε κανέναν επομένως η, με κάθε μέσο, υποστήριξη των εξτρεμιστών από τον Κόλπο.
Όπως κρυφή δεν είναι η αμέριστη υποστήριξη της Άγκυρας όχι μόνον στις αντικαθεστωτικές οργανώσεις, κλάδους της Αλ-Κάιντα, αλλά και προς το ΙΚ. Ειδικά για την Τουρκία τα κέρδη ήταν σε πολλά επίπεδα. Άμεσα από τις μπίζνες με το λαθραίο πετρέλαιο, που αποδίδει περί το ένα εκατομμύριο δολάρια την ημέρα, αλλά και με όπλα, τρόφιμα, εφόδια, αντικείμενα αρχαιοκαπηλίας. Όλα υπό την κάλυψη της ΜΙΤ, όπως αναφέρουν οι πληροφορίες. Την Άγκυρα, επίσης, την ευνοούσε το ΙΚ στον σχεδιασμό της για την ανατροπή του Άσαντ. Έτσι ώστε τουρκικός στρατός να εισέλθει στο συριακό έδαφος στον ρόλο του ειρηνοποιού. Παράλληλα, το ΙΚ ήταν ο βασικός αντίπαλος των Κούρδων, που και στη Συρία, μετά το Ιράκ, είχαν αποκτήσει τη δική τους οντότητα ντε φάκτο, έχοντας γίνει αναντικατάστατοι για την Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ, αλλά και χρήσιμοι για τον Άσαντ, την Τεχεράνη και την Μόσχα. Όσο για τους Σύρους πρόσφυγες που βρίσκονται στο έδαφός της, η Τουρκία τους χρησιμοποιοιεί ως όπλο πίεσης για τη δημιουργία ζώνης ασφαλείας, αλλά και περιβάλλον ευρείας εκπαίδευσης και αποστολής μαχητών κατά του Άσαντ σε όλες τις φίλιες οργανώσεις. Και όταν τα σχέδια έδειχναν να ναυαγούν, έκανε και η Άγκυρα εξαγωγή του προβλήματος, στέλνοντας μαζικά τους πρόσφυγες στην Ελλάδα – διευκολυνόμενη και από την Αθήνα, που είχε δώσει το δικό της μήνυμα των ανοιχτών συνόρων…  

Ο παράγων που άλλαξε τα δεδομένα για το ΙΚ ήταν, χωρίς αμφιβολία, οι ρωσικοί βομβαρδισμοί. Έως τα τέλη Σεπτεμβρίου, η κατάσταση φαινόταν σχεδόν προδιαγεγραμμένη. Ο Άσαντ μετρούσε μέρες μέχρι την ανατροπή του και οι αντικαθεστωτικές δυνάμεις της Αλ-Νούσρα, των άλλων τζιχαντιστών και του Ελεύθερου Συριακού Στρατού κέρδιζαν συνεχώς έδαφος. Αλλά και το ΙΚ, αν εξαιρέσουμε τη νίκη των Κούρδων στο Κομπάνι και την εδραίωση της επιρροής τους στο μεγαλύτερο τμήμα της βορείου Συρίας, έδειχνε ότι είχε μια συμπαγή παρουσία, ενώ αύξανε τα κέρδη του στις περιοχές του Χαλεπιού, της Παλμύρας και της Νταραά στον νότο. Οι ανελέητοι, όμως, ρωσικοί βομβαρδισμοί θα αλλάξουν το ισοζύγιο του πολέμου. Τα κτυπήματα θα εξολοθρεύσουν σε μεγάλο βαθμό τις υποδομές τόσο των αντικαθεστωτικών όσο και του ΙΚ, ενώ θα αλλάξουν ριζικά τη ψυχολογία των εμπολέμων.

Ο συριακός στρατός, με τη βοήθεια της λιβανέζικης Χεζμπολάχ, των Ιρακινών πολιτοφυλάκων και των Ιρανών μαχητών της Κουντς, πήρε κεφάλι σε όλα τα μέτωπα. Εκτός από την απώθηση των αντικαθεστωτικών σε Λατάκεια, Χάμα, νοτιοδυτικό Χαλέπι, στις συνοικίες της Δαμασκού και της Χομς, πέτυχε και μικρές αλλά καθοριστικές νίκες εναντίον του ΙΚ. Συγκεκριμένα, στην ευρύτερη περιοχή του Χαλεπιού απελευθέρωσε το αεροδρόμιο Κέουρις, μετά από δυόμισι χρόνια πολιορκίας από το ΙΚ. Φαίνεται μάλιστα ότι ο στρατός του Άσαντ επιχειρεί, εκτός από την προώθησή του προς τα δυτικά, στο Ιντλίμπ, να μπει και σφήνα βορείως, ανάμεσα στο κουρδικό καντόνι Αφρίν και στο ΙΚ. Στα κεντρικά της χώρας, στην Παλμύρα, έχει δημιουργήσει κατάσταση πολιορκίας για τους μαχητές του ΙΚ, ενώ και στα νοτιοδυτικά έχει ενισχύσει τις θέσεις του στη πόλη Νταράα, όπου δρουν τόσο το ΙΚ όσο και οι αντικαθεστωτικοί.  
Η αλλαγή στο τοπίο του πολέμου σήμανε, όπως ήταν φυσικό, συναγερμό σε όλους τους εμπλεκόμενους και πρωτίστως στις ΗΠΑ. Μια πιθανή κατάρρευση σε κάποια από τα μέτωπα συνεπάγεται την απειλή ζωτικών αμερικανικών συμφερόντων. Διότι, παρά την ανέλπιστη ρωσική εμπλοκή, η Ουάσιγκτον ήλπιζε σε μια μακρά στρατιωτική φθορά των Ρώσων και, εν πάση περιπτώσει, ένα μοίρασμα της μεταπολεμικής Συρίας που θα αφήσει τις βασικές πετρελαιοφόρους περιοχές υπό τη δική της επιρροή.
Ωστόσο, και για τη Μόσχα η αμερικανική ανάμειξη είναι θεμιτή. Γιατί γνωρίζει ότι για να κατοχυρώσει τα όσα, πολλά, έχει κερδίσει, πρέπει να έρθει σε συμφωνία με την Ουάσιγκτον. Επιπλέον, ο Πούτιν γνωρίζει ότι, για να υπάρξει μια βιώσιμη κατάσταση στα εδάφη της Συρίας, όπως και του Ιράκ, επιβάλλεται να δημιουργηθεί χώρος που θα συγκεντρώσει μεγάλο τμήμα των σουνιτών. Και το ιδανικότερο είναι αυτή η οντότητα να καταλαμβάνει περίπου τα εδάφη που σήμερα έχει υπό την κατοχή του το ΙΚ.
Στον ρωσικό σχεδιασμό, ίσως βέβαια να υπάρχει και ο στόχος της δημιουργίας μιας ζώνης στον νότο –μέσω της Παλμύρας–, η οποία θα ενώνει τα αλαουίτικα παράλια, με το σιιτικό Ιράκ και εν συνεχεία με το Ιράν. Έτσι ώστε να δημιουργηθεί η δυνατότητα μεταφοράς πετρελαίου από το Ιράν και το Ιράκ στη Μεσόγειο, με ρωσική συμμετοχή, ενώ ταυτόχρονα θα ανοιγόταν, μέσω της Κασπίας, μια νέα δίοδος των Ρώσων προς τις θερμές θάλασσες.
Το νέο σκηνικό έδωσε, λοιπόν, το σύνθημα της γενικής αντεπίθεσης κατά του ΙΚ. Πρώτα, στη περιοχή της Χασάκαχ, που βρίσκεται πλησίον της πρωτεύουσας των ισλαμιστών, τη Ράκα. Η επίθεση αυτή, που βρίσκεται σε εξέλιξη, διενεργείται από τις «συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις» (SDF) –που αποτελούνται κυρίως από τους Κούρδους τουYPG και του YPJ, το χριστιανικό Συριακό Στρατιωτικό Συμβούλιο (Ασσύριοι), την αραβική φυλή Al-Sananeed, τις ταξιαρχίες Al-Jazeera, την ομάδα Jaish al-Thuwar και το τάγμα Burkan al-Furat. Οι SDF κερδίζουν σταθερά έδαφος, καταλαμβάνοντας πολλά χωριά, την ώρα που τα αμερικανικά βομβαρδιστικά έχουν αρχίσει να επιδεικνύουν πλέον εξαιρετική ευστοχία, η οποία περιέργως τους έλειπε όλο το προηγούμενο διάστημα.

Την ίδια ώρα, στο Ιράκ, 7.500 Κούρδοι Πεσμεργκά, μαζί με 1.500 εθελοντές Γιαζίδι, ανακατέλαβαν σε μεγάλο ποσοστό το Σιντζάρ, το οποίο βρίσκεται στον δρόμο που ενώνει Ράκα και Μοσούλη– επίσης κατεχόμενη πόλη από το ΙΚ.

Στα νοτιοανατολικά, ο σιιτικές δυνάμεις του Ιράκ, με την ενίσχυση των Ιρανών, έχουν ανακόψει τον δρόμο του ΙΚ και επιχειρούν αντεπίθεση σε διάφορα μέτωπα (Ramadi, Baiji).

Οι ηγέτες του ΙΚ, ευρισκόμενοι σε αυτόν τον κλοιό πυρός, με συνεχείς βομβαρδισμούς πάνω από το κεφάλι τους, που τους εξασθενούν συστηματικά σε υποδομές, οχυρώσεις και άνδρες, πέρασαν στη δική τους αντεπίθεση, όπως είπαμε, με την τρομοκρατία. Δεν υπάρχει αμφιβολία, όμως, ότι τα γεγονότα του Παρισιού θα επιταχύνουν τις εξελίξεις. Οι επιθέσεις θα ενταθούν. Γύρω, όμως, από τη νέα μεγάλη συμμαχία που συγκροτείται εναντίον των τζιχαντιστών του ΙΚ, παίζεται ένα μεγάλο παιχνίδι που έχει να κάνει όχι μόνον με τη μοίρα της Συρίας την επόμενη μέρα, αλλά με όλο το φάσμα των γεωπολιτικών ισορροπιών. Ήδη η προσέγγιση της Γαλλίας με τη Ρωσία και η κατ’ αρχήν συμφωνία Ουάσιγκτον-Μόσχας για την ανάγκη εξεύρεσης λύσης στο συριακό πρόβλημα, δείχνει ότι βαδίζουμε σε νέα μονοπάτια. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι όλα θα κυλήσουν κατ’ ευχήν. Όσο εγγύτερα θα πλησιάζουμε σε μια λύση του συριακού δράματος, τόσο οι διάφοροι παίκτες θα γίνουν νευρικοί και ανυπόμονοι. Όλοι θα επιδιώξουν πριν την τελική συμφωνία να βρεθούν με περισσότερα χαρτιά στα χέρια τους. Και αυτό μπορεί να προκαλέσει ατυχήματα και καραμπόλες.

Το χειρότερο, όμως, είναι ότι το ΙΚ όσο θα σπαρταράει, πριν την εδαφική του εξάλειψη, τόσο θα δείχνει τα δόντια του, όπως και όπου μπορεί. Κι αυτό μεταφράζεται σε μια μεγάλη δοκιμασία για πολλούς λαούς και κράτη και ιδιαίτερα της Ευρώπης, που έως τώρα είχαν γνωρίσει έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο. 

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek