του Γ. Καραμπελιά από το Άρδην τ. 5 Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1996

Αξίζει ιδιαίτερης µνείας γιατί φωτίζει ικανοποιητικά τόσο τη νέα εποχή και την υφή τῆς όσο Και τη φύση των διαπλεκομένων συμφερόντων, των ΜΜΕ και του περιβόητου ηµικόσμου της δήθεν διανόησης της χώρας.

Ο κ Μητσοτάκης αποτελεί μαζί µε τον Καραμανλή και τον Παπανδρέου την κυρίαρχη τριάδα της πολιτικής ζωής της µεταπολίευσης. Και αν υστερεί από τους δύο πρώτους σε επίπεδο οραµατικότητας και χαρισµατικότητας, είναι πιο αποτελεσματικός και πραγµατιστής, µε µεγάλη ικανότητα για δουλειά και εκτέλεση. Έχει µια πολιτική δραστηριότητα δεινοσαύρου, από τα χρόνια της Κατοχής µέχρι σήµερα, και μια εκπληκτική αντοχή. Η πολιτική του σταδιοδρομία έχει αποδείξει πως είναι εξαιρετικά ικανός στις µηχανορραφίες, στους ελιγμούς, έχοντας οικοδοµήσει έναν πρωτοφανή προσωπικό και όχι ιδεολογικό μηχανισμό που του επέτρεψε να επιβιώσει παρά την ᾽αποστασία᾽ και το ᾿πούλημα” του Καραμανλή το 1974. Είναι ικανός να χρησιμοποιήσει όλα τα αναγκαία “βρώμικα µέσα” για να επιτύχει το στόχο του. Εν κατακλείδι αποτελεί µια ισχυρή αυτόνοµη προσωπικότητα που προφανώς ήταν η Καταλληλότερη για τη Δεξιά, για την εξασφάλιση της συνοχής της και την διεκδίκηση της εξουσίας.

Και όµως αποτελεί το “αλεξικέραυνο᾿ όλων των επιθέσεων και των επικρίσεων. Από τις επιθεωρήσεις και το Λαζόπουλο µέχρι τις “σοβαρές” αναλύσεις, κατασκευάστηκε µια δαιµονολογία χωρίς προηγούμενο στην τόσο µεστή από συκοφαντίες και δαιµονολογίες περίοδο της µεταπολίτευσης. Για το ΠΑΣΟΚ και τον Ανδρέα Παπανδρέου, το φαινόµενο είναι απολύτως κατανοητό γιατί ο Μητσοτάκης λόγω της αποστασίας αποτελούσε τον ιδανικό αποδιοποµπαίο τράγο -αρκούσε να αναφερθεί το όνομα Μητσοτάκης για να ξεχασθεί ακόµα και το σκάνδαλο Κοσκωτά και η ήδη ξεχασμένη αθλιότητα του Αυριανισμού. Αυτές που μοιάζουν ακατανόητες, περίεργες και εντυπωσιακές είναι οἱ επιθέσεις εναντίον του από τα Ιδιωτικά συμφέροντα και τα διαπλεκόµενα ΜΜΕ, δεδομένου ότι ο Μητσοτάκης υπήρξε ανοικτός οπαδός των ιδιωτικοποιήσεων και δηλωμένος υπερασπιστής της λιτότητας, του ιδιωτικού κέρδους και του “εκσυγχρονισμού”. Και αντ’ αυτού, τα περιβόητα διαπλεκόµενα -αφού πρώτα βέβαια ο Μητσοτάκης έβγαλε το φίδι από την τρύπα το 1989 επέλεξαν τον “ξυλοσχίστη” Έβερτ, σε αγαστή σύμπνοια µάλιστα. Οι Αλαφούζοι (τόσο η Καθηµερινή όσο και ο Σκάι),ο Κόκκαλης, ο Βουδούρης, οἱ Λαμπράκης-Ψυχάρης, Και µαζί τους οι Μπόμπολας-Τεγόπουλος e tutti quanti προώθησαν τον ᾿χοντρό’ στη θέση του “ψηλού”. Και βέβαια συνεπίκουρος, όλος ο εσµός δημοσιογράφων και δηµοσιογραφίσκων, σφουγγοκωλάριων της Εκάλης και υπηρετών του Παπανδρέου, “αριστερών’ διανοουµένων και άλλων αργυρώνητων που σχίζουν τα ιµάτιά τους επί ᾽αντιμητσοτακισμώ”. Από τον Τράγκα και τον Κακαουνάκη έως τους “σοβαρούς” αναλυτές της Καθημερινής και του Βήματος. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγµα της νέας και ανερχόµεγης φωνής των διαπλεκοµένων, του “χιουμορίστα” και “αναρχοδεξιού’ Αναστασιάδη, που συστηµατικά έχει ως στόχο του τον Μητσοτάκη και την Ντόρα -εσχάτως βέβαια και τον Έβερτ ως στυµµένη λεµονόκουπα- αλλά δεν βγάζει άχνα για τον Λαμπράκη, τον Ψυχάρη και το Άγιο Όρος ή την ουσία της διακυβέρνησης Σημίτη.

Το ερώτημα βέβαια παραµένει: γιατί; Γιατί Έβερτ αντί Μητσοτάκη, γιατί Σηµίτη αντί Μητσοτάκη; Και η απάντηση θα ευρεθεί στην ἴδια την υφή αυτής της ᾿νέας εποχής’. Γιατί αυτή δεν χρειάζεται πολιτικούς µε παράδοση και µεγάλο διαμέτρημα, ικανούς για ελιγμούς και µηχαγορραφίες, µε προσωπικό µηχανισµό ισχύος, αντίθετα χρειάζεται άτοµα χαμηλού προφίλ και αυτονομίας, ώστε αυτοί να “κυβερνούν᾽ και τα συμφέροντα να άρχουν πραγματικά, έτσι ώστε οι µηχανορραφίες να στήνονται από τον Λαμπράκη και όχι τοὺς πρωθυπουργούς, οι δουλειές να τρέχουν και οἱ πολιτικοί απλώς να διαχειρίζονται.

Ο Μητσοτάκης έμελλε να ακολουθήσει πρόωρα την τύχη των μεγάλων ανταγωνιστών του, Καραμανλή και Παπανδρέου, κουβαλώντας το ανάθεµα όλων -ακόµα και την συκοφαντία όπου χρειαζόταν. Σε αντίθεση µε τους άλλους δύο που µακαρίζονται και λιβανίζονται. Κι αυτό γιατί υπήρξε εκτός εποχής. Δεν ήταν ούτε οραματιστής ώστε να δηµιουργήσει κάποιο µεγάλο ιδεολογικό και πολιτικό ρεύμα -κατά το παράδειγµα Παπανδρέου και Καραµανλή- ούτε αρκούντως μικρός και εύπλαστος για να είναι αποδεκτός από τη νέα εποχή των διαπλεκοµένων. Είναι ένας ικανός πολιτικός διαχειριστής µιας περασμένης εποχής, της εποχής που η πολιτική διαχείριση αποτελούσε το επίκεντρο του δηµόσιου βίου µιας χώρας, ενώ σήµερα αυτό το επίκεντρο μετατίθεται στα ίδια τα οικονομικά συμφέροντα µε αιχμή τους τα ΜΜΕ.

Ο Μητσοτάκης “έχασε᾽ πρώτα την μεταπολίτευση -την είχε χάσει ήδη από το 1965 µε τον υπερβολικό µακιαβελισμό και πραγµατισµό του- που ήταν η εποχή της οραµατικής πολιτικής, και χάνει”, για τους εντελώς αντίθετους λόγους, την “νέα εποχή᾽.

Ο ρόλος του θα περιοριστεί σε εκείνον του “υδραυλικού” τον οποίον περιέγραφε µε τόση ευστοχία στο κατά τα άλλα τόσο… άστοχο άσµα του, ᾿το Μητσοτάκ”, ο Διονύσης Σαββόπουλος. Με το τέλος της μεταπολίτευσης και πριν ακόµα εγκαινιαστεί η ᾿νέα εποχή’, ο Μητσοτάκης θα αναλάβει να προετοιμάσει τη μετάβαση σε αυτήν. Το αστέρι του Μητσοτάκη θα λάμψει για λίγο, στο τσουβάλιασµα του Φλωράκη, την Οικουμενική, την πρώτη και τελευταία κυβέρνηση που θα αναλάβει, στην περίοδο 1990-93. Όμως βρισκόταν σε λάθος κόµμα και λάθος εποχή. Η μετάβαση στην Ελλάδα έχει ανάγκη από την Αριστερά και αυτή θα δώσει τηνλύση µέσω του ΠΑΣΟΚ και των”συνασπισµένων’ διανοούµενων δυνάμεων.

Γιώργος Καραμπελιάς

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek