από το Άρδην τ. 10 Οκτώβριος-Νοέμβριος 1997

Η ιδεολογική ηγεμονία των «εκσυγχρονιστών» και τα όριά της

Η ιδεολογική ηγεμονία του «εκσυγχρονιστικού» στρατοπέδου ερµηνεύεται συχνά ως µία «ψευδής συνείδηση», ως µια «συνωμοσία των ΜΜΕ και των διαπλεκοµένων» ενάντια στη λαϊκή βούληση. Είναι αλήθεια πως όλα αυτά είναι πραγματικά, αλλά δεν µπορούν να ερμηνεύσουν μόνα τους µια τέτοια ηγεμονία. θα πρέπει να ψάἔουμε βαθύτερα:

Α. Στην έλλειψη εναλλακτικών προτάσεων στο Κεντρικό πολιτικό πεδίο. Οι υπάρχουσες προτάσεις -π.χ. από το ΠΑΣΟΚ και τις παρυφές του είναι αναποτελεσµατικές και χωρίς συνάρθρωση, στο βαθµό που αποδέχονται τα υπάρχοντα οικονομικά και κοινωνικά πλαίσια. Για να απορρίψει κάποιος το πλαίσιο του εκσυγχρονισµού θα πρέπει να απορρίψει την λογική της παγκοσμιοποίησης Και τον ρόπο ένταξης της Ελλάδας στην παγκόσµια αγορά. Βέβαια ένας µη παρασιτικός εκσυγχρονισμός θᾳ αναβάθµιζε ριζικά τη θέση της χώρας, όµως κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο Και αυταπάτη στο άμεσο πολιτικό πεδίο, δεδοµένου ότι δεν υπάρχουν οι Κοϊνωνκές δυνάμεις που θᾳ μπορούσαν να ον στηρίξουν και θα δρομολογούσε, σήµερα, βαθύτατες ρήξεις της Ελλάδας µε το υπάρχον διεθνές πλαίσιο, τέτοιες που σχεδόν Καμία από τις υπάρχουσες πολιτικές δυνάµεις δεν είναι διατεθειµένη να αναλάβει

Β. Στους κινδύνους που αντιµετωπίζει η ελληνική κοινωνία σε συνθήκες κρίσης, που την κάνουν να εἴναι μάλλον υποταγµένη Και φοβισμόγη και εποµένως έτοιµη να αποδεχθεί την λογική του «μη χείρον βέλτιστον».

Γ. Στην έλλειψη συνολικών κοινωνικών οραμάτων σε παγκόσμια Κλίμακα Και στην παντοκρατορία της παγκοσμιοποίησης.

Δ. Στην µονοδιάστατη αµερικανική µονοκρατορία Και την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης στην περιοχή μας, καθώς και στην ήττα όλων των δυνητικών συμμάχων µας τα τελευταία χρόνια (Σέρβοι της Βοσνίας, διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, Τρίτος Κόσµος, Άραβες, κλπ.) Επομένως η δυτικοευρωπαϊκή κατεύθυνση εμφανίζεται ως μονόδρομος τουλάχιστον στο µεσοπρόθεσµο πεδίο.

Κατά συνέπεια, η «εκσυγχρονιστική» στρατηγική είναι «αχτύπητη» στο πεδίο που τίθεται η αντιπαράθεση. Παράδειγµα, η κατάκτηση της ανάθεσης των Ολυμπιακών του 2004 ως αναβάθµιση του προφίλ της χώρας µέσα στα πλαίσια του υπάρχοντος «διεθνοποιηµένου» περιβάλλοντος. Η στρατηγική Σημίτη, µιας παρασιτικής-γιατί τέτοια είναι η θέση της Ελλάδας στο διεθνή καταµερισµό- ένταξης της χώρας στο σηµερινό διεθνές περιβάλλον και της αποµάκρυνσης από την παπανδρεϊκή «τριτοκοσµική» παρένθεση, κερδίζει έδαφος. Είναι χαρακτηριστικά τα επιχειρήματα πολλών αντιπάλων της ανάθεσης των Ολυμπιακών στην Ελλάδα, που παραμένουν χωρίς συνοχή µια και επιμένουν σε δευτερεύουσες πλευρές των συνεπειών της ανάθεσης, όπως είναι οι µίζες, και δεν υποδεικνύουν την τεράστια σημασία τους για την εγκατάλειψη της υπόλοιπης Ελλάδας και την ενίσχυση του αθηνοκεντρισµού. Ιδιαίτερα χαρακτηριστική και «ασυνεπής» είναι η θέση ενός µέρους του Συνασπισμού -που παραµένει στη λογική της ψωροκώσταινας και της µεμψιμοιρίας αλά ΚΚΕ-εσ, µε τη χρήση «φτωχοπροδρομικών» επιχειρημάτων στη λογική των «παλιών Αθηναίων», αθηνοκεντρική, αλλά «με όραμα για την Αθήνα», Και όχι βέβαια για την Ελλάδα… Η υπαρκτή. παρασιτική αθηνοκεντρική Ελλάδα θα αναβαθµιστεί στο υπάρχον διεθνές πλαίσιο, η Ελλάδα των ονείρων µας, η µη αθηνοκεντρική, η µόνη πραγματικά ισχυρή, Θα πάει ένα βήμα πιο πίσω. Η λογική της παρασιτικής ένταξης στην παγκόσμια τάξη ενισχύεται.

Τα. µεγάλα προβλήματα και τα ουσιαστικά όρια που αντιμετωπίζει αυτή η «εκσυγχρονιστική» στρατηγική προέρχονται µόνον από την αντίφαση ανάμεσα στον παρασιτικό χαρακτήρα της ένταξης και την πραγματικότητα του διεθνούς περιβάλλοντος της Ελλάδας. Η Ελλάδα εντάσσεται στο διεθνές σύστηµα ως παρασιτική απόφυση της Δύσης, σε µια περιοχή που αντιμετωπίζει διαφορετικού τύπου προβλήματα. Γύρω µας εξελίσσονται ακόµα διαδικασίες εθνογένεσης: Βοσνία, Αλβανία, Κόσσοβο, FΥΒΟΜ, Κουρδιστάν, εθνότητες της Τουρκίας, Παλαιστίνη κλπ., ενώ η Ελλάδα δεν διαθέτει την απαραίτητη ισχύ για να αντιµετωπίσει αυτές τις προκλήσεις εξ αιτίας του παρασιτικού χαρακτήρα της οικονοµίας Και κοινωνίας της. Κατά συνέπεια, τείνει να «εισάγει» ἀθελά της αυτό τον «περίγυρο» στην εσωτερική της πραγματικότητα. Αυτή. η «εισαγωγή» διαπιστώνεται παντοιοτρόπως: Κυπριακό, Αιγαίο, Μακεδονικό, μειονότητες της θράκης, Βορειοηπειρωτικό κλπ., για να µην πάµε στο ρόλο που παίζουν άλλα περιφερειακά ζητήματα στην ελληνική πολιτική: Κουρδικό, Παλαιστινιακό κλπ. Το αποτέλεσµα είναι ένα κράµα παρασιτικής ενσωµότωσης και αστάθειας-φόβου µπρος στις ανερχόµεγες προκλήσεις του περιβάλλοντος. Ιδιαίτερο ρόλο παίζει ο αστάθµητος τουρκικός παράγοντας ο οποίος στην παράνοια της µεγαλομανίας του και μπροστά στην άνοδο των εσωτερικών κινδύνων -Κουρδικό, ισλαµισµός- απαιτεί την εδώ και τώρα υποταγή της Ελλάδας και δεν έχει την υπομονή ή την «πολυτέλεια» να αποδεχτεί µια μακροπρόθεσμη. στρατηγική σταδιακής Και «µαλακής» ενσωµάτωσης του ελληνικού χώρου, στρατηγική που προωθεί ένα δυναμικό τµήμα των Τούρκων επιχειρηματιών αλλά δεν µπορεί να την αποδεχτεί το κυρίαρχο πολιτικο-στρατιωτικό κατεστημένο, το οποίο θεωρεί την Ελλάδα άµεσο ανταγωνιστή και όχι υποδεέστερο «πελάτη», τουλάχιστον ακόμα.
Στην αντιπαράθεση µε την Τουρκία, η «ρέντα» του Σηµίτη εξανεµίζεται (είναι χαρακτηριστικό ότι µετά τη συμφωνία της Μαδρίτης ακολούθησαν οι τουρκικές προκλήσεις µε παραβιάσεις στο Αιγαίο και την Κύπρο, µε την απαρχή ενσωμάτωσης των κατεχοµένων και τη ρήξη Πάγκαλου-Τζεμ στη Νέα Υόρκη) και αποδεικνύεται πως ο παρασιτικός εκσυγχρονισμός δεν µπορεί να διασφαλίσει την επιβίωση και τη σταθερότητα της χώρας Καῑ συνέπεια, η αναβάθμιση της παρασιτικής Ελλάδας στο σημερινό διεθνές. πλαίσιο είναι και αυτή επισφαλής. Η Ελλάδα έχει ανάγκη από έναν. µη παρασιτικό «εκσυγχρονισμό» για να ᾱντέξει την πίεση του περιβάλλοντος στο οποίο ζει, αλλά Καμία από τις Κοινωνικές και πολιτικές δυνάµεις δεν µπορεί να τον προσφέρει.

Ἡ αδυναμία άρθρωσης συνεκτικού λόγου.

Συνέπεια αυτής της αντίφασης ανάμεσα στην εδραιωµένη εσωτερική πραγματικότητα µε παρασιτική κατεύθυνση και τις απαιτήσεις που θέτει η ρευστότητα του διεθνούς µας χώρου είναι η έλλειψη κοινωνικών -για να µην πούμε τίποτε για τα πολιτικά- υποκειμένων µιας εναλλακτικής στρατηγικής, µε παράλληλη σχετική αστάθεια και ρευστότητα των λαϊκών διαθέσεων, Ιδιαίτερα σε σχέση µε τα εθνικά θέµατα.

Είναι εδραιωµένη η πεποίθηση πως τα λαϊκά, φτωχά και περιθωριοποιηµένα στρώματα, που εκφράζονται κυρίως από το ΚΚΕ και τον Τσοβόλα, ή τα μικροϊδιοκτητικά µεσαία στρώµατα που επιχείρησε να εκφράσει ο Έβερτ, δεν έχουν σήµερα τις δυνατότητες προβολής µιας συνεκτικής εναλλακτικής στρατηγικής.

Όσο για τις δυνάµεις µε διαφορετικό κοινωνικό προφίλ -μιας δυνητικής «εθνικής αστικής τάξης»- που θα τείνουν να ενισχύονται τα επόµενα χρόνια µε την ανάπτυξη σχέσεων µε τα Βαλκάνια Και την Ανατολική Ευρώπη- είναι ακόµα εξαιρετικά ασθενείς και αδιαφοροποίητες από τον κυρίαρχο εισαγωγικο-παρασιτικό χαρακτήρα της αστικής τάξης και των ελίτ (συχνά οι ίδιοι άνθρωποι που είναι εξαρτημένοι από το δυτικό κεφάλαιο και αγορές παρεμβαίνουν και στα Βαλκάνια). Είναι χαρακτηριστική η αποτυχία του Σαμαρά που επιχείρησε να εκφράσει µια τέτοια στρατηγική, ή τα όρια απόψεων τύπου Καμμένου, η αλλαγή γραμμής του Οικονομικού Ταχυδρόµου και του Επενδυτή προς την παρασιτική εκδοχή, ο πόλεμος που, Ὑΐεται ενάντια στον Εμφιετζόγλου για το µετρό της θεσσαλονίκης κ.ο.κ. Χαρακτηριστική της ένδειας της κοινωνικής Και πολιτικής αντιπολίτευσης είναι η έλλειψη εναλλακτικής πρότασης των εκπαιδευτικών απέναντι στην κυβερνητική πολιτική, ή ακόµα και των αγροτικών κινητοποιήσεων ή των διεκδικήσεων των ΔΕΚΟ, που μένουν παγιδευµένοι και «εσωτερικεύουν» την παρασιτική εκδοχή (απέναντι στην κατάργηση της επετηρίδας, προτείνουν τη… διατήρησή της και όχι εναλλακτικές προτάσεις για την εκπαίδευση: απέναντι στην κατάργηση των επιδοτήσεων, συντήρηση του καθεστώτος των επιδοτήσεων Και όχι αλλαγή του αγροτικού μοντέλου παραγωγής και κατανάλωσης…). Όσοι μετέχουν στο σημερινό καταναλωτικό μοντέλο, το οποίο εν πολλοίς δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική παραγωγικότητα της χώρας, παραμένουν παγιδευµένοι στον παρασιτικό εκσυγχρονισµό. Η εξαχρείωση των κοινωνικών συμπεριφορών -εξατομίκευση, ζαμανφουτισµός, αδιαφορία για το δηµόσιο συμφέρον- είναι οι εκδοχές αυτού του νεοελληνικού αδιεξόδου και ένδειξη της παρασιτικής υφής του εκσυγχρονισμού µας, Διότι όπου αυτός υπήρξε «οργανικός» -π.χ. στη Δύση- υπάρχουν. Και τα αντίστοιχα κοινωνικά «αντισώµατα»: οικολογικά και εναλλαΚτικά κινήματα, εναλλακτικές προτάσεις οργάνωσης της παραγωγής, του ελευθέρου χρόνου, της κοινωνίας, ισχυρό δίκτυο Ενώσεων πολιτών κλπ. Στη χώρα µας, τον. ό εκσυγχρονισµός αντιστρατεύονται µόνον πρακτικές Και συνήθειες που έρχονται από παλιότερα στρώματα της ελληνικής ύπαρξης -«παρέες», ισχυρή πολιτικοποίηση, εθνικο-απελευθερωτικές παραδόσεις, µνήµες του ελληνισμού, οικογενειακή Και τοπική αλληλεγγύη (που συχνά διαστρέφεται ως πελατειακές σχέσεις ) κλπ.

Τα όρια της τρέχουσας εθνικής ιδεολογίας

Η λεγόμενη «εθνική» ιδεολογία και ο «εθνικός» χώρος, ενώ είναι ο μόνος που σωστά επισημαίνει το επίκεντρο των προβλημάτων, αδυνατεί να συγκροτηθεί εξαιτίας της έλλειψης. κοινωνικών υποκειμένων ή συνεκτικού λόγου. 0 εθνικός χώρος» -επειδή δεν βρίσκει στηρίγματα στο σήµερα τείνει να αναφέρεται µε ρομαντικό ουτοπικό τρόπο στο χθες, στην ιστορία, Και συχνά να τυφλώνεται ως προς τη σηµερινή πραγματικότητα του ελληνισμού, έτσι ώστε να περνάει διαρκώς από την «εθνική έξαρση» σε κάθε στιγµή πρόκλησης -Μακεδονικό, εν μέρει στα Ίμια- στην πιο μαύρη απογοήτευση, όπως συνέβη µε το Κυπριακό κλπ. Αυτή η πραγματικότητα δεν επιτρέπει την συγκρότηση ενός συνεκτικού πολιτικού χώρου.

Αυτή η αδυναμία των κοινωνικών υποκειμένων. -γενικότερο φαινόμενο του ελληνικού χώρου µε την µεγάλη κοινωνική ρευστότητα- απαιτεί, για να θεραπευτεί εν µέρει, την «υποκατάστασή» της από µια πΟΛΙΤΙΚΟ-Ιδεολογική στρατηγική που θα συγκροτεί και τα ἴδια τα πολιτικο κοινωνικά υποκείµενα γύρω από ένα συνολικό όραµα εξόδου της χώρας από τα αδιέξοδα.

Όμως επειδή η Ελλάδα είναι «μια χώρα των συνόρων», που εν πολλοίς βρίσκεται έξω από τον ίδιο το χώρο της, δεν υπάρχει η δυνατότητα µιας «εύκολης» απάντησης στα πολιτικά και ιδεολογικά της αδιέξοδα. Απαιτείται ένα υψηλό επίπεδο συνάρθρωσης ανάμεσα σε πολλά και συχνά αλληλοσυγκρουόµενα επίπεδα για την ανάπτυξη µιας εναλλακτικής στρατηγικής σε µια χώρα σαν την Ελλάδα. Επίπεδα που συμπεριλαμβάνουν την «ανάπτυξη» καιτην απόρριψή της, την εκβιομηχάνιση και την οικολογική διάσταση, την ενίσχυση της άμυνας και την απόρριψη του μιλιταρισμού, την εθνική διάσταση και την περιφερειακότητα, Κ.ο.κ. Κάθε µονοδιάστατη στρατηγική, κάθε στρατηγική επικέντρωσης σε µία ή σε κάποιες από τις συνιστῴσες που αναφέραμε οδηγεί σε αδιέξοδο, ενώ ταυτόχρονα η ασθενικότητα των κοινωνικών υποκειμένων. δεν µπορεί εύκολα να οδηγήσει σε µια πολυδιάστατη. στρατηγική.

Η στρατηγική µας

Επομένως είµαστε υποχρεωμένοι να διαθέτουµε έναν ορίζοντα μακράς διάρκειας. Μιας διάρκειας διαµόρφωσης, συγκρότησης, αναζήτησης. Είναι ανάγκη να συγκροτηθεί µια θεωρία, όχι µόνο για το έθνος, αλλά για τη συνάρθρωση των διαφορετικών επιπέδων καθώς και ένα αντίστοιχο πολιτικό υποκείµενο, που στοιχειωδώς να έχει «χωνέψει» µια τέτοια στρατηγική. Δεν υπάρχει σήµερα η άµεση δυνατότητα διαμόρφωσης του αντιστοίχου υποκειμένου.

Ταυτόχρονα όµως, επειδή ζούμε κοντά στη «ζώνη των θυελλών», της Μέσης Ανατολής και των Βαλκανίων, και επειδή. η τουρκική απειλή παραµένει όχι µόνο διαρκώς παρούσα, αλλά γίνεται όλο Και πιο επίµονη, επειδή τέλος η στρατηγική του Μάαστριχι οδηγεί σε αυξανόμενη κοινωνική διαφοροποίηση, πρέπει να προετοιµαζόµαστε συνέχεια για άµεσες πολιτικές κινητοποιήσεις, µε επίπεδα συ]σεις.

Μια τέτοια στρατηγική κάνει ακόμα δυσκολότερη τη συγκρότηση σταθερών συμμαχιών και κινδυνεύει να οδηγήσει σε πρόωρες και ευκαιριακές συγκροτήσεις, αν θέλουμε να αποφύγουµε τον κίνδυνο της περιθωριοποίησης Και της «Ιδεολογικής καθαρότητας» χωρίς κοινωνική ανταπόκριση. Ταυτόχρονα προσφέρει και ευκαιρίες και δυνατότητες ευρύτερων παρεμβάσεων και μπολιάσματος του συνολικού «εθνικού χώρου» µε µια συνεκτικότερη. ιδεολογική και πολιτική στρατηγική, η οποία είναι αναγκαία για τη διαµόρφωση µελλοντικά ενός νέου πολιτικού υποκειμένου.

Πρέπει να δουλέψουμε περισσότερο πάνω στην συνάρθρωση του πολιτισμού µε την πολιτική ώστε να φέρουµε σε επαφή τον ευρύτερο πολιτισμικό χώρο του ελληνισμού µε την πολιτική. Αυτό το σηµείο είναι Κομβικό στη σηµερινή συγκυρία. Κι αυτό γιατί, σε συνθήκες παντοκρατορίας του «εκσυγχρονισμού» στο πολιτικό πεδίο, η αντίσταση εκφράζεται πολύ περισσότερο στο πολιτισμικό επίπεδο, όπου η πορεία είναι μάλλον αντιστροφή. Σε αυτό το µεγάλο ρεύμα πρέπει να παρέµβουμε πολύ πιο ενεργά.

Κατά συνέπεια, ιδεολογική διαμόρφωση και συνάρθρωση των επιπέδων, παρουσία και επέμβαση στη συγκυρία -με ad hoc συσσωµατώσεις- και συνάντηση του πολιτισμού µε την πολιτική, αυτά είναι τα πεδία της παρέμβασης µας.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek