Του Γιώργου Καραμπελιά*

Η κοινοτική, λοιπόν, μορφή οργάνωσης των Ελλήνων, επί Τουρκοκρατίας, μπόρεσε να εκφραστεί και στο επίπεδο της παραγωγής. Αυτό είναι το «θαύμα» των Αμπελακίων.

Ας διαβάσουμε όμως έναν αυτόπτη μάρτυρα, έναν από τους πρώτους, που δεν ενδιαφερόταν για τον «ορθό χαρακτηρισμό» (sic) της συσσωμάτωσης των Αμπελακίων και ο οποίος, με τα νοητικά εργαλεία της εποχής του και της χώρας του, της Γαλλίας, θα χαρακτηρίσει, στα 1797, την Κοινή Συντροφία ως μια μεγάλη ετερόρρυθμη εταιρεία: τον Φελίξ ντε Μπωζούρ:

Όσο για μένα, δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτό που είδα στα Αμπελάκια και στα περίχωρά τους, έναν πολυάριθμο πληθυσμό που ζούσε ολόκληρος από το προϊόν της βιοτεχνίας του, και που παρουσίαζε ανάμεσα στα βράχια της Όσσας την συγκινητική σύναξη μιας οικογένειας από αδέλφια και φίλους: ο υπέροχος θεσμός που είχαν αναπτύξει οι Ιησουίτες μέσα στα δάση της Παραγουάης, μεταφυτευμένος ως διά μαγείας ανάμεσα στους γκρεμούς και τις χιονοστιβάδες των Τεμπών τα μίση των Ελλήνων εξασθενημένα η επιθυμία για μάταιες πανουργίες πνιγμένη από γενναιόφρονα αισθήματα η εθνική ματαιοδοξία να έχει καταπνιγεί από τα γενναιόδωρα αισθήματα. Όλες οι μεγάλες, φιλελεύθερες ιδέες να φυτρώνουν σε ένα χώμα βουτηγμένο επί είκοσι αιώνες στη σκλαβιά. Ο αρχαίος ελληνικός χαρακτήρας να ξαναγεννιέται με την πρώτη του ενεργητικότητα ανάμεσα στους καταρράκτες και τα σπήλαια του Πηλίου και για να τελειώνουμε, όλα, όλα τα ταλέντα και όλες οι αρετές της αρχαίας Ελλάδας να ξαναγεννιούνται στη γωνιά αυτή της σύγχρονης Ελλάδας[1].

Για τον Γάλλο πρόξενο, τα Αμπελάκια, «μια οικογένεια από αδέλφια και φίλους», μπορούσαν να συγκριθούν μόνο με το «βασίλειο του Θεού», δηλαδή την εξισωτική κοινότητα που είχαν δημιουργήσει στα δάση της Παραγουάης οι Ιησουίτες μοναχοί[2]. Αυτή και μόνον η συσχέτιση μας διαφωτίζει ίσως αποτελεσματικότερα από πολλές σύγχρονες αναλύσεις για την αληθινή φύση της «συσσωμάτωσης» των Αμπελακίων.

Συχνά, έχει υποστηριχθεί πως η παραγωγή των νημάτων στα Αμπελάκια, αλλά και αλλού, όπως π.χ. στον Τύρναβο, βρισκόταν στο στάδιο της «οικοτεχνίας» και δεν είχε μετεξελιχθεί σε «μανιφακτούρα». Παραγνωρίζεται, ωστόσο, το γεγονός ότι η πιο δύσκολη και περιπλοκή διαδικασία, η βαφή, πραγματοποιούνταν στα 24 βαφεία, τους κερχανάδες – όπου βάφονταν κάθε χρόνο περίπου 2.500 έως 3.000 μπάλες νημάτων των εκατό οκάδων και απασχολούνταν χίλιοι έως δύο χιλιάδες (ο τελευταίος αριθμός μοιάζει μάλλον υπερβολικός) εργαζόμενοι. Από τον ενεργό πληθυσμό των Αμπελακίων, ένα τρίτο απασχολούνταν στην οικιακή επεξεργασία και νηματοποίηση του βαμβακιού, ένα δεύτερο στη βαφή στους κερχανάδες –που απασχολούσαν, κατά μονάδα, τουλάχιστον 40 τεχνίτες και βοηθούς, επρόκειτο δηλαδή για «βιομηχανικές μονάδες»– και οι υπόλοιποι στη διάθεση του προϊόντος, την προμήθεια των πρώτων υλών, τη μεταφορά κ.λπ.[3] Το Κεντρικό Βαφείο «Μπαμπά» της Κοινής Συντροφίας είχε διαστάσεις 525 τ.μ.,με 23 καζάνια βαφής και 75 απασχολούμενους[4]. Το «ποιοτικό» άλμα προς τη μανιφακτούρα είχε λοιπόν ήδη πραγματοποιηθεί.

Τι προκάλεσε, άραγε, την καταστροφή της μανιφακτούρας των Αμπελακίων, σε τρόπο ώστε, μετά το 1815 και με μεγάλη ταχύτητα, η δραστηριότητα των Αμπελακίων να παρακμάσει, ο πληθυσμός να μειωθεί, ενώ η απόπειρα να χρησιμοποιηθεί μια κλωστική μηχανή θα αποτύχει παταγωδώς, και ο ήχος της «Τζένης»[5] δεν θα αντηχήσει ποτέ στις χαράδρες του Κισσάβου; Σημαντικότεροι παράγοντες φαίνεται να είναι η κατάρρευση των αυστριακών τραπεζών και η απώλεια μεγάλου μέρους των κεφαλαίων της Συντροφίας, ο ανταγωνισμός της αναπτυσσόμενης υφαντουργικής βιομηχανίας, με τη χρήση των χρωμάτων ανιλίνης αντί για το αλιζάρι, και η αθρόα εισαγωγή βιομηχανοποιημένων νημάτων από την Αγγλία, στην Αυστρία και τη Γερμανία – που αποτελούσαν τις κύριες αγορές της αμπελακιώτικης μανιφακτούρας.

Δεδομένου ότι η ελληνική βιοτεχνία δεν διέθετε μια εκτεταμένη εσωτερική αγορά και το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής εξαγόταν –χωρίς μάλιστα να φθάνει στην ολοκληρωμένη μεταποίηση, αλλά μένοντας στο στάδιο της νηματουργίας–, αρκούσε ένα γεγονός συνδεδεμένο με τη συγκυρία στην Ευρώπη –η κατάρρευση των αυστριακών τραπεζών– για να προκαλέσει τον θάνατο από ασφυξία της αμπελακιώτικης παραγωγής. Οι τράπεζες και η τελική αγορά βρίσκονταν στη Βιέννη. Η διόγκωση της ελληνικής βιοτεχνικής παραγωγής δεν διέθετε τις εσωτερικές κοινωνικές και οικονομικές προϋποθέσεις για μια «ενάρετη» διευρυμένη αναπαραγωγή και, έτσι, η άνθηση των Αμπελακίων, αυτό το «θαύμα» της ελληνικής μανιφακτούρας, είχε πήλινα πόδια. Αποτέλεσε ένα μετέωρο που διέσχισε τον ορίζοντα για να σβήσει με την αλλαγή της διεθνούς συγκυρίας.


[1] Félix de Beaujour, Tableau du commerce….,.π., τ. Α΄, 1799, σσ. 284-285.

[2] Στην καταστροφή της, από τους Ισπανούς, αναφέρεται η γνωστή ταινία, Η Αποστολή  του Roland Joffé (1986).

[3] Βλ. Ηλίας Ι. Νικολόπουλος, Δομές και θεσμοί…, ό.π.,σ. 183, και Dion. Mavrogiannis, Recherches documentaires sur l’association d’Ampelakia (1780-1812), Αθήνα 21975, σ. 92.

[4] Παύλος Ηλ. Στρούλιας, «Συνεταιρισμός Αμπελακίων Δημιουργία-Πορεία-Καταβολές-Συνθήκες/Παράγοντες ακμής και παρακμής/Μια διαφορετική θεώρηση» στο, Αμπελάκια-Τέμπη, Ιστορική Αναδρομή – Προοπτικές, εκδ. «έλλα», Λάρισα 2004 του ίδιου, Τέμπη και Συνεταιρισμός Αμπελακίων – καταβολές, Ιστορία, Προοπτικές, εκδ. «έλλα», Λάρισα 1998, σσ. 31, 32.

[5] Το 1764 ο Τζέιμς Χαργκρέιβς εφηύρε την κλωστική μηχανή, την οποία ονόμασε “Κλώστρια Τζένη” (Spinning Jenny) προς τιμήν της κόρης του, την οποία τελειοποίησε εν συνεχεία ο Ρίτσαρντ Άρκραϊτ,  εγκαινιάζοντας έτσι την βιομηχανική επανάσταση στον μεγαλύτερο τότε μεταοιητικό κλάδο, την υφαντουργία. Η εξάπλωση του μηχανικού αργαλειού απέβη μοιραία για την τεράστια υφαντουργία της Κίνας και της Ινδίας, αλλά και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Ελλάδας.

*Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά, Μια υπονομευμένη Άνοιξη, στις ρίζες της οικονομικης εξάρτησης, Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2013.

Γιώργος Καραμπελιάς

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek