Της Μυρένας Σερβιτζόγλου από το Άρδην τ. 114

Κάθε φορά που εμφανίζεται στην επικαιρότητα κάποια είδηση για τα μέλη της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας (EEM) στην Αλβανία, ή ανακύπτει κάποιο ζήτημα στις σχέσεις των δύο χωρών, διαπιστώνει κανείς ότι υπάρχουν ορισμένα δεδομένα τα οποία οφείλει να γνωρίζει. Η ΕΕΜ είναι γηγενής, αναγνωρισμένη, η μεγαλύτερη αριθμητικά και η σημαντικότερη μειονότητα στην Αλβανία.

1. Ορισμός εθνικής μειονότητας

Καίτοι οι μειονότητες αποτελούν σημαντικό ζήτημα για τη διεθνή κοινότητα, εντούτοις δεν υφίσταται ένας κοινά αποδεκτός ορισμός. Ο ορισμός που ακολουθεί είχε υιοθετηθεί από την κοινοβουλευτική συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης, αλλά, επειδή δεν εγκρίθηκε από τις κυβερνήσεις, δεν συμπεριελήφθη στη Σύμβαση-Πλαίσιο για την Προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων: «Μία ομάδα ατόμων σε ένα κράτος, που: α) διαμένουν στην εδαφική επικράτεια αυτού του κράτους και είναι υπήκοοί του, β) διατηρούν μακροχρόνιους, σταθερούς και διαρκείς δεσμούς με αυτό το κράτος, γ) παρουσιάζουν διαφορετικά εθνοτικά, πολιτιστικά, θρησκευτικά ή γλωσσικά χαρακτηριστικά, δ) είναι επαρκώς αντιπροσωπευτική, αν και μικρότερη σε αριθμό, από το υπόλοιπο του πληθυσμού αυτού του κράτους, ή μιας περιοχής αυτού του κράτους, ε) έχουν ως κίνητρο το ενδιαφέρον να διατηρήσουν από κοινού αυτά τα οποία συνιστούν την κοινή τους ταυτότητα, περιλαμβάνοντας την κουλτούρα τους, τις παραδόσεις τους, τη θρησκεία τους ή τη γλώσσα τους».

2. Σύμβαση – Πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Προστασία Εθνικών Μειονοτήτων

Κάθε φορά που εμφανίζεται στην επικαιρότητα κάποια είδηση για τα μέλη της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας (EEM) στην Αλβανία, ή ανακύπτει κάποιο ζήτημα στις διμερείς σχέσεις των δύο χωρών, διαπιστώνει κανείς ότι υπάρχουν ορισμένα στοιχεία και δεδομένα τα οποία οφείλει να γνωρίζει. Η ΕΕΜ είναι γηγενής, αναγνωρισμένη, η μεγαλύτερη αριθμητικά και η σημαντικότερη μειονότητα στην Αλβανία.

Καίτοι οι μειονότητες αποτελούν σημαντικό ζήτημα για τη διεθνή κοινότητα, εντούτοις δεν υφίσταται ένας κοινά αποδεκτός ορισμός. Ο ορισμός που ακολουθεί είχε υιοθετηθεί από την κοινοβουλευτική συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης, αλλά, επειδή δεν εγκρίθηκε από τις κυβερνήσεις, δεν συμπεριελήφθη στη Σύμβαση-Πλαίσιο για την Προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων: «Μία ομάδα ατόμων σε ένα κράτος, που: α) διαμένουν στην εδαφική επικράτεια αυτού του κράτους και είναι υπήκοοί του, β) διατηρούν μακροχρόνιους, σταθερούς και διαρκείς δεσμούς με αυτό το κράτος, γ) παρουσιάζουν διαφορετικά εθνοτικά, πολιτιστικά, θρησκευτικά ή γλωσσικά χαρακτηριστικά, δ) είναι επαρκώς αντιπροσωπευτική, αν και μικρότερη σε αριθμό, από το υπόλοιπο του πληθυσμού αυτού του κράτους, ή μιας περιοχής αυτού του κράτους, ε) έχουν ως κίνητρο το ενδιαφέρον να διατηρήσουν από κοινού αυτά τα οποία συνιστούν την κοινή τους ταυτότητα, περιλαμβάνοντας την κουλτούρα τους, τις παραδόσεις τους, τη θρησκεία τους ή τη γλώσσα τους».

Το πιο σημαντικό κείμενο για την προστασία των δικαιωμάτων των μειονοτήτων είναι η Σύμβαση-Πλαίσιο για την Προστασία των εθνικών μειονοτήτων, που είχε δοθεί προς υπογραφή από τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, την 1η Φεβρουαρίου του 1995, και διασφάλιζε αποτελεσματικότερη προστασία των εθνικών μειονοτήτων, σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών.

Η Σύμβαση-Πλαίσιο περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα δικαιωμάτων των μειονοτήτων, τα οποία τα κράτη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εγγυηθούν και εξασφαλίσουν:

– Το δικαίωμα της ισότητας έναντι του νόμου και της μη διάκρισης κατά των ατόμων που ανήκουν σε εθνικές μειονότητες.

– Τα κράτη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να υιοθετήσουν, όπου είναι απαραίτητο, κατάλληλα μέτρα για να προωθήσουν, σε όλα τα πεδία της οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής και πολιτιστικής ζωής, πλήρη και αποτελεσματική ισότητα μεταξύ των προσώπων που ανήκουν σε μία εθνική μειονότητα και αυτών που ανήκουν στην πλειονότητα, λαμβάνοντας υπόψιν τις ειδικές συνθήκες των ατόμων που ανήκουν σε εθνικές μειονότητες.

– Το δικαίωμα της διατήρησης και ανάπτυξης του πολιτισμού και της διατήρησης των σημαντικών στοιχείων της ταυτότητας και, συγκεκριμένα, της θρησκείας, της γλώσσας, της παράδοσης και της πολιτιστικής κληρονομιάς τους, ενώ τα κράτη θα απέχουν από πολιτικές και πρακτικές που στοχεύουν στην αφομοίωση, παρά τη θέλησή τους, προσώπων που ανήκουν σε εθνικές μειονότητες και θα προστατεύουν αυτά από κάθε ενέργεια που έχει ως στόχο τέτοια αφομοίωση.

– Το δικαίωμα της ελεύθερης ειρηνικής συνάθροισης, δημιουργίας ενώσεων και ελεύθερης έκφρασης, σκέψης, συνείδησης και θρησκείας.

– Το δικαίωμα εκδήλωσης της θρησκείας ή πίστης και ίδρυσης θρησκευτικών ιδρυμάτων, οργανώσεων και ενώσεων.

– Το δικαίωμα της χρήσης της μειονοτικής γλώσσας, ιδιωτικά και δημόσια, προφορικά και γραπτά, της πρόσβασης στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και της δημιουργίας δικών τους Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.

– Το δικαίωμα, όταν συλλαμβάνεται ένα πρόσωπο που ανήκει σε μία εθνική μειονότητα, να ενημερώνεται για την αιτία σύλληψης και την κατηγορία εναντίον του στη μειονοτική γλώσσα και, εφόσον είναι αναγκαίο, με την ελεύθερη βοήθεια ενός διερμηνέα.

– Το δικαίωμα της επίσημης αναγνώρισης των επωνύμων και των μικρών ονομάτων στη μειονοτική γλώσσα και να εμφανίζονται στη δική τους γλώσσα πινακίδες, επιγραφές και άλλες πληροφορίες ιδιωτικής φύσεως, ορατές στο κοινό, στις περιοχές, δε, όπου κατοικεί σημαντικός αριθμός μελών εθνικής μειονότητας, να υπάρχουν και στη μειονοτική γλώσσα οι παραδοσιακές τοπικές ονομασίες και άλλες τοπογραφικές ενδείξεις.

– Το δικαίωμα της πρόσβασης στην εκπαίδευση σε όλα τα επίπεδα και της γνώσης του πολιτισμού, ιστορίας, γλώσσας και θρησκείας τους.

– Το δικαίωμα να ιδρύσουν και να διευθύνουν τα δικά τους ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα.

– Το δικαίωμα να μαθαίνει τη μειονοτική γλώσσα κάθε πρόσωπο που ανήκει σε μία εθνική μειονότητα, με την αντίστοιχη υποχρέωση του κράτους να εξασφαλίσει τη διδασκαλία αυτής στις περιοχές που κατοικούνται από τη μειονότητα, παραδοσιακά ή σε σημαντικούς αριθμούς.

– Τα κράτη πρέπει να δημιουργήσουν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την αναγκαστική συμμετοχή των προσώπων που ανήκουν σε εθνικές μειονότητες στην πολιτιστική, κοινωνική και οικονομική ζωή και στις δημόσιες υποθέσεις, ιδιαίτερα σε αυτές που τους επηρεάζουν.

– Τα κράτη πρέπει να απέχουν από μέτρα που αλλάζουν τις αναλογίες του πληθυσμού στις περιοχές που κατοικούνται από πρόσωπα τα οποία ανήκουν σε εθνικές μειονότητες και από μέτρα που σκοπεύουν στον περιορισμό των δικαιωμάτων και ελευθεριών οι οποίες απορρέουν από τις αρχές αυτής της σύμβασης.

– Το δικαίωμα να πραγματοποιούν ελεύθερες και ειρηνικές επαφές, πέρα από τα σύνορα, με πρόσωπα που νόμιμα διαμένουν σε άλλα κράτη, ιδιαίτερα εκείνα με τα οποία μοιράζονται εθνοτική, πολιτιστική, γλωσσική ή θρησκευτική ταυτότητα, ή μια κοινή πολιτιστική κληρονομιά, καθώς και το δικαίωμα να συμμετέχουν στις δραστηριότητες μη κυβερνητικών οργανώσεων σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο.

3. Ψήφιση και εφαρμογή της Σύμβασης Πλαισίου από την Αλβανία

Η Αλβανία υπέγραψε τη Σύμβαση-Πλαίσιο στις 29 Ιουνίου 1995, την επικύρωσε στις 28 Σεπτεμβρίου 1999 και την έθεσε σε ισχύ την 01 Ιανουαρίου 2000, χωρίς όμως να προβεί σε νομική ή διοικητική πράξη με την οποία να αναγνωρίζει την ύπαρξη συγκεκριμένων εθνικών μειονοτήτων.

Από την κύρωση της σύμβασης, το 2000, η Αλβανία έχει προβεί στη σύνταξη και κατάθεση τριών σχετικών εκθέσεων στο Συμβούλιο της Ευρώπης, για τις οποίες έχουν επακολουθήσει τα αντίστοιχα σχετικά ψηφίσματα της επιτροπής των υπουργών Εξωτερικών. Τα τρία αυτά ψηφίσματα εκφράζουν την επίσημη θέση του Συμβουλίου για την εφαρμογή της σύμβασης στην Αλβανία. Το τρίτο ψήφισμα, της 12ης Φεβρουαρίου 2014, είναι το πιο πρόσφατο και το πιο αντιπροσωπευτικό. Χωρίζεται σε τρεις ενότητες, τις Θετικές Επισημάνσεις, τα Ανησυχητικά Ζητήματα και τις Συστάσεις. Η Αλβανία, έστω τύποις, μεριμνούσε να εφαρμόζει κάποιες από τις συστάσεις της επιτροπής και να υλοποιεί ορισμένα προτεινόμενα μέτρα, στο πλαίσιο του Εθνικού Σχεδίου Εφαρμογής της Συμφωνίας Σταθεροποίησης και Σύνδεσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το 2016, ξεκίνησε ο τέταρτος γύρος επιτήρησης για την Αλβανία και, στις 18 Νοεμβρίου του 2016, η Αλβανία κατέθεσε σχετική έκθεση.

Το Συμβούλιο προβλέπει πολύ σημαντικό ρόλο και για τις αντιπροσωπευτικές οργανώσεις των μειονοτήτων. Οι οργανώσεις των μειονοτήτων µπορούν, ανά πάσα στιγµή, να στείλουν πληροφορίες στη Γραµµατεία της Συµβουλευτικής Επιτροπής, στο Συµβούλιο της Ευρώπης στο Στρασβούργο. Ιδανικά, όταν υποβάλλονται οι κρατικές εκθέσεις, οι οργανώσεις των μειονοτήτων υποβάλλουν εναλλακτικές εκθέσεις, σχετικά με όλα τα ζητήματα που εξετάζονται στις εκθέσεις των κρατών.

4. Ψήφιση νόμου για την προστασία των δικαιωμάτων εθνικών μειονοτήτων στην Αλβανία

Στις 13 Οκτωβρίου 2017, η αλβανική Βουλή ψήφισε για πρώτη φορά νόμο περί Προστασίας των Μειονοτήτωνστην Αλβανία, γεγονός που αποτελούσε έναν από τους όρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την έναρξη των διαπραγματεύσεων ένταξης της Αλβανίας. Σύμφωνα με τον νόμο αυτόν, αναγνωρίστηκαν εννέα εθνικές μειονότητες.

Μέχρι τότε, η Αλβανία αναγνώριζε πρακτικά και παραδοσιακά στη χώρα, χωρίς καμία νομική ρύθμιση, την Εθνική Ελληνική Μειονότητα, τη μειονότητα των Σκοπιανών και των Σέρβων, καθώς και των Μαυροβουνίων. Ο νόμος αναγνωρίζει εθνικές μειονότητες και γλωσσικές ή πολιτιστικές μειονότητες, όπως είναι των Βλάχων, των Αιγυπτίων, των Ρομά, την εθνική μειονότητα των Βοσνίων και, τελευταία, τη βουλγαρική εθνική μειονότητα.

Υπήρξαν πολλές και διαφορετικές αντιδράσεις. Την αντίθεση της Ελλάδας είχε εκφράσει το υπουργείο Εξωτερικών. Ο εκπρόσωπος του ελληνικού ΥΠΕΞ, Αλέξανδρος Γεννηματάς, σε γραπτή δήλωσή του, είχε τονίσει ότι, «Αντί να διασφαλίζει τα δικαιώματα των μειονοτήτων στη χώρα, βάσει των ευρωπαϊκών προτύπων, το νομοσχέδιο που υπερψήφισε η αλβανική Βουλή για την προστασία των μειονοτήτων διαιωνίζει τις αυθαιρεσίες του καθεστώτος Χότζα. Είναι ένα βήμα μπροστά για υπαρκτές και ανύπαρκτες μειονότητες και ένα βήμα πίσω για την κυριότερη και υπαρκτή μειονότητα της Αλβανίας».

Η οργάνωση της ελληνικής μειονότητας, ΟΜΟΝΟΙΑ, και το Κόμμα Ένωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ΚΕΑΔ, αντέδρασαν, επισημαίνοντας ότι ο συγκεκριμένος νόμος, αντί να συγκεκριμενοποιήσει, να διευρύνει και να κατοχυρώσει καλύτερα τα δικαιώματα των εθνικών μειονοτήτων που προβλέπονται στη Σύμβαση – Πλαίσιο για την Προστασία των Μειονοτήτων του Συμβουλίου της Ευρώπης, τα περιορίζει. Σημειώνουν ότι ο νόμος περιορίζει την αυτενέργεια των εθνικών μειονοτήτων, εφόσον όλες οι αρμοδιότητες συγκεντρώνονται στα χέρια του πρωθυπουργού και της κυβέρνησης. Τόνισαν τους περιορισμούς του νόμου, όσον αφορά τον σεβασμό των εκπαιδευτικών, πολιτιστικών και περιουσιακών δικαιωμάτων.

Ο πρόεδρος των Ελληνοβλάχων Αλβανίας, Θανάσης Πότσης, διευκρίνισε ότι δεν αποτελούν ξεχωριστή εθνική μειονότητα, αλλά αναπόσπαστο μέρος της ΕΕΜ στην Αλβανία.

Το Σοσιαλιστικό Κίνημα Ένταξης στην αντιπολίτευση, όπως και πολλές αλβανικές προσωπικότητες, αντέδρασαν όσον αφορά το φάσμα των εθνικών μειονοτήτων στη χώρα που κατοχυρώνει ο νόμος, υπογραμμίζοντας ότι δεν μπορεί να ταυτιστούν με τον νόμο οι πραγματικά εθνικές μειονότητες, οι οποίες προκύπτουν από μια σχέση με ένα γειτονικό εθνικό κράτος και χαρακτηρίζονται και από την κατοίκηση σε μια συγκεκριμένη εδαφική περιοχή, με γλωσσικές ή και πολιτιστικές μειονότητες, που υπάρχουν στη χώρα.

Οι εκπρόσωποι της σκοπιανής μειονότητας αντέδρασαν για την αναγνώριση εθνικής βουλγαρικής μειονότητας στην Αλβανία, επισημαίνοντας ότι γίνεται κατάχρηση με τα βουλγαρικά διαβατήρια που παραχωρούνται από τη Σόφια σε Αλβανούς πολίτες και μέλη της σκοπιανής μειονότητας, με τα οποία οι τελευταίοι αποκτούν δικαιώματα Ευρωπαίου πολίτη. Κατά τους Σκοπιανούς εκπροσώπους, αλλά και τα αλβανικά ΜΜΕ, ο αριθμός τέτοιων περιπτώσεων ανέρχεται σε 50 με 100 χιλιάδες.

Ο αλβανικός Τύπος είχε επισημάνει ότι ο νόμος αποβλέπει στην αποτροπή ενδεχόμενου βέτο από πλευράς Σόφιας στην έναρξη των διαπραγματεύσεων της Αλβανίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

5. Περιουσιακό ζήτημα

Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η Ελληνική Εθνική Μειονότητα στην Αλβανία είναι πολλά και σύνθετα: δημογραφική αποψίλωση, εκπαιδευτικό, θρησκευτική και πολιτιστική κληρονομιά, πολιτική εκπροσώπηση. Εκείνο, όμως, που εμφανίζεται ως επιτακτικό και καίριο είναι το περιουσιακό, για την ακρίβεια η υφαρπαγή από το αλβανικό κράτος ελληνικών περιουσιών.

Σε όλες τις περιοχές όπου διαβιοί η ΕΕΜ, οι πολιτικές αμφισβήτησης μεγάλων δασικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων ατομικής, εκκλησιαστικής και κοινοτικής ιδιοκτησίας αποτελούσαν ένα γενικό και χρόνιο φαινόμενο. Όμως, στη Χειμάρρα και την ευρύτερη παράκτια περιοχή του Ιονίου, από τα όρια του δήμου των Αγίων Σαράντα μέχρι τα Ακροκεραύνια Όρη, είναι προφανές ότι επιχειρείται ολοκληρωτική αλλοίωση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος εις βάρος των ντόπιων κατοίκων και νόμιμων ιδιοκτητών, ως επί το πλείστον ελληνικής εθνικότητας.

Όλες οι αλβανικές κυβερνήσεις, από το 1991 έως σήμερα, δεν αναγνώριζαν την ελληνική ιθαγένεια στους κατοίκους ελληνικής καταγωγής στην ευρύτερη περιοχή της Χειμάρρας, δεν σεβάστηκαν τα στοιχειώδη μειονοτικά τους δικαιώματα, δεν ανεγνώρισαν τις περιουσίες τους και παρεμπόδισαν την εγγραφή των περιουσιών στο υποθηκοφυλακείο.

Το 2013, ο Έντι Ράμα, ως πρωθυπουργός της χώρας, προώθησε σειρά στοχευμένων νομοθετικών πρωτοβουλιών και διοικητικών πράξεων. Τον Ιούλιο του 2014, το αλβανικό Κοινοβούλιο  υπερψήφισε τη νέα διοικητική διαίρεση της χώρας, σύμφωνα με την οποία, στον νέο δήμο Χειμάρρας, εκτός της φυσιολογικής από κάθε άποψη συνένωσης με την επαρχία Λουκόβου, προστίθεται και η επαρχία Βράνιστας, κατά παράβαση σχεδόν όλων των κριτηρίων του σχετικού νόμου, ακόμη και του κριτηρίου της λειτουργικής γεωγραφικής συνέχειας, με απώτερο στόχο την αλλοίωση των εθνοτικών συσχετισμών εις βάρος του ελληνικού στοιχείου.

Στη συνέχεια, η αλβανική κυβέρνηση προώθησε σχέδια «αστικής ανάπλασης» σε διάφορα χωριά του δήμου, καθώς και το «γενικό σχέδιο ανάπτυξής» του. Τα πρώτα, προέβλεπαν την επιλεκτική κατεδάφιση αρκετών ελληνικών σπιτιών που υπήρχαν πάνω από εκατό χρόνια, το δεύτερο στόχευε στην υφαρπαγή παραλιακών «φιλέτων». Μετά την προσφυγή των κατοίκων στη δικαιοσύνη και την κινητοποίηση της ΟΜΟΝΟΙΑΣ και του ΚΕΑΔ στους διεθνείς οργανισμούς, τα σχέδια αυτά τελούν, προς το παρόν, σε καθεστώς ασφαλιστικών μέτρων.

Με την υπ’ αριθμόν 708 απόφαση του υπουργικού συμβουλίου της 21ης Νοεμβρίου 2018, η αλβανική κυβέρνηση μεταβιβάζει στο κράτος παράκτιες εκτάσεις 13.500 στρεμμάτων συνολικά, οι οποίες ανήκουν στην πλειονότητά τους σε ιδιώτες και την Ορθόδοξη Εκκλησία. Απαλλοτριώνει κάθε εν δυνάμει αξιοποιήσιμη τουριστικά σπιθαμή γης στον δήμο Χειμάρρας, χωρίς αποζημίωση. Ενδεχόμενη υλοποίησή της θέτει σε κίνδυνο την επιβίωση των Χειμαρριωτών στις πατρογονικές τους εστίες. 

Συμπερασματικά

Διαπιστώνει κανείς ότι, ενώ το αλβανικό κράτος μεταπολιτευτικά επιδιώκει να παρουσιάζει, έναντι των εθνικών κρατών, των διεθνών οργανισμών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μία εικόνα προστασίας και κατοχύρωσης των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, στην πραγματικότητα, όπως μαρτυρούν τα πιο εξόφθαλμα πρόσφατα παραδείγματα, όπως η περίπτωση της δολοφονίας του Κωνσταντίνου Κατσίφα ή του περιουσιακού ζητήματος στη Χειμάρρα, τα ανθρώπινα δικαιώματα των μελών της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας στην Αλβανία παραβιάζονται και καταστρατηγούνται συστηματικά και κατάφωρα.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek