Αρχική » Η ελληνική οικονομία στον νέο Ψυχρό Πόλεμο

Η ελληνική οικονομία στον νέο Ψυχρό Πόλεμο

από Νίκος Ντάσιος

Του Νίκου Ντάσιου

Η απροκάλυπτη εισβολή Πούτιν στην Ουκρανία, ασχέτως αποτελέσματος στο πεδίο των μαχών, οδηγεί στο κύκνειο άσμα της οικονομικής παγκοσμιοποίησης στη μορφή που γνωρίζαμε και την έναρξη μιας νέας, ψυχροπολεμικής περιόδου. Ο Μπάιντεν, παρά τις φιλελεύθερες αντιλήψεις του, συνεχίζει την πολιτική Τραμπ, επιβάλλοντας δασμούς στα κινεζικά προϊόντα, όντας κι αυτός θιασώτης ενός οικονομικού μοντέλου επαναπατρισμού του μεγαλύτερου μέρος της βιομηχανικής παραγωγής. Οι δυτικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας, μετά την εισβολή στην Κριμαία το 2014, ανακατεύθυναν σ’ ένα βαθμό τις εμπορικές συναλλαγές της, από τη Δύση προς την Ανατολή, κάτι που τείνει να ολοκληρωθεί σήμερα, αν καταφέρει να γλυτώσει από την χρεοκοπία. Η τάση της αποπαγκοσμιοποίησης άρχισε ήδη να διαφαίνεται από την οικονομική κρίση του 2008, με την ανάδειξη του γερμανικού οικονομικού εθνικισμού και το Μπρέξιτ, εντάθηκε κατά τη διετία της πανδημίας με τα προβλήματα στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες και ολοκληρώνεται με το ουκρανικό, όπου αναδιατάσσονται τα παγκόσμια ενεργειακά και επισιτιστικά δίκτυα.

Η Ρωσία, παραγωγός χώρα του 11% του παγκόσμιου πετρελαίου και του 17% του φυσικού αερίου, έχει οδηγήσει σε ενεργειακή εξάρτηση την Ευρώπη, η οποία εισάγει από αυτήν το 46% των αναγκών της σε στερεά καύσιμα, το 38% σε φυσικό αέριο και το 26% σε πετρέλαιο. Μάλιστα μετά την κατάληψη της Κριμαίας, συμμετέχει ως μέλος στο OPEK+ επηρεάζοντας τις αποφάσεις των χωρών του Κόλπου -κυρίως της Σαουδικής Αραβίας και των Εμιράτων- στην παραγωγή πετρελαίου. Κρατώντας χαμηλά την προσφορά εκτινάσσει τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου κάνοντας ρελάνς στις επιβαλλόμενες κυρώσεις εναντίον της. Εκτιμώντας μια μικρή χρονική διάρκεια πολέμου, που δεν θα ξεπεράσει τις 20-30 μέρες, η τιμή του μπρεντ θα κυμανθεί από 120 -140$ ίσως και 180$/ βαρέλι, -από 80$ πριν το πόλεμο-, ενώ το φυσικό αέριο ξεπέρασε ήδη τα 200€/ MWh από  82 €, τιμές μη διαχειρίσιμες. 

Ιδιαίτερο πρόβλημα αντιμετωπίζει η χώρα μας που εισάγει το 26% του πετρελαίου και το 39% του φυσικού αερίου από τη Ρωσία. Σύμφωνα με την εκτίμηση του οικονομικού επιτελείου, για κάθε 10 € αύξησης της τιμής του φ.α., το ΑΕΠ θα έχει απώλειες της τάξης των 600 εκατ. €. Η χώρα μπορεί να καλύψει βραχυπρόθεσμα ένα μέρος του κόστους, συνεχίζοντας να επιδοτεί νοικοκυριά, επιχειρήσεις και αγρότες από πόρους του Ενεργειακού Ταμείου Μετάβασης, δίνοντας έμφαση στους πιο αδύναμους. Θα πρέπει όμως εντός των επόμενων τριών μηνών να υπάρξει ευρωπαϊκή απόφαση με τη δημιουργία ενός νέου Ενεργειακού Ταμείου, αντίστοιχου με αυτό του Ταμείου Ανάκαμψης. Η πρόταση του πρωθυπουργού, για πλαφόν στα κέρδη από τη χρηματιστηριακή διαμόρφωση της τιμής της ενέργειας, είναι προς τη σωστή κατεύθυνση. Θα πρέπει δε να τύχει ευρύτερης υποστήριξης εντός της Ένωσης στη Σύνοδο Κορυφής της 24 & 25ης Μαρτίου, απέναντι στις Βόρειες Χώρες, όπως η Ολλανδία, που κερδοσκοπούν από την αγορά ενέργειας.

Η άμεση ενεργοποίηση τής ηλεκτρικής διασύνδεσης της χώρας με την Αίγυπτο και αντίστοιχα με την Κύπρο και το Ισραήλ θέτει εκ νέου στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης, υπό τις νέες συνθήκες, τον East Med, με την Αίγυπτο να καθίσταται όλο και πιο σημαντικός ενεργειακός παίχτης στην Ανατολική Μεσόγειο. Σημαντικές επενδύσεις για την παραγωγή 35 δισ. κυβικών μέτρων βιομεθανίου από τα υπολείμματα του αγροκτηνοτροφικού τομέα, σε συνδυασμό με τις επενδύσεις αποθήκευσης LNG σε Ρεβυθούσα και Αλεξανδρούπολη, καθώς και για την παραγωγή πράσινου και μπλε υδρογόνου, αναμένονται άμεσα στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών αποφάσεων ενεργειακής απεξάρτησης από την Ρωσία.

Σημαντικές είναι επίσης οι αυξήσεις στις τιμές του σιταριού, που ξεπέρασε τα 13$/μπούσελ, του καλαμποκιού στα 7,5 $, της σόγιας στα 17 $ και του ηλιέλαιου, επηρεάζοντας άμεσα τις τιμές ειδών πρώτης ανάγκης όπως το ψωμί, το αλεύρι και τις ζωοτροφές[1]. Πλήγμα επίσης για τις καλλιέργειες αποτελεί η αύξηση της τιμής των εισαγόμενων από Ρωσία αζωτούχων λιπασμάτων, λόγω υψηλών απαιτήσεων σε φυσικό αέριο για την παραγωγή τους.

Τα κίνητρα μετεγκατάστασης από τα αστικά κέντρα στην περιφέρεια, η στροφή στη βιολογική παραγωγή σε συνδυασμό με τη στήριξη της ελληνικής λιπασματοβιομηχανίας κι ένα πλάνο ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής σιτηρών[2] στις εγκαταλειμμένες ή φορτωμένες με ηλιακά πάνελ πεδιάδες της κεντρικής Ελλάδας, αποτελούν πρώτη προτεραιότητα. Η «επιταγή ακρίβειας» για την κάλυψη των ενεργειακών και διατροφικών αναγκών των ευάλωτων νοικοκυριών είναι απαραίτητη προκειμένου να αντιμετωπιστεί πρακτικά το ενδεχόμενο της επισιτιστικής κρίσης.

Μια ακόμα πτυχή της νέας ψυχροπολεμικής πραγματικότητας είναι η αύξηση των τιμών σε πρώτες ύλες και μέταλλα. Η αύξηση κατά 40% της τιμής του παλλαδίου θα δημιουργήσει αυξημένο κόστος ή και ελλείψεις στους καταλύτες των αυτοκινήτων, τους πυκνωτές των κινητών τηλεφώνων, τα οδοντιατρικά σφραγίσματα κ.λπ. Οι αυξήσεις των τιμών στο νικέλιο, αλουμίνιο και χαλκό, δημιουργούν ήδη πρόβλημα σε μεταποιητικές και κατασκευαστικές επιχειρήσεις. Η μεταλλευτική έρευνα για την αξιοποίηση εγχώριων κοιτασμάτων, η εφαρμογή σύγχρονων τεχνολογιών για την αξιοποίηση δευτερογενών βιομηχανικών υλικών, η ανάκτηση μετάλλων και κρίσιμων πρώτων υλών κι η ανακύκλωση στερεών αποβλήτων στο πλαίσιο της κυκλικής οικονομίας θα μπορούσαν να συμβάλουν αποτελεσματικά στην υποκατάσταση μέρους των εισαγόμενων αναγκών.

Προϋπόθεση για πολλά από τα παραπάνω είναι η διατήρηση της ρήτρας διαφυγής και το 2023, σε συνδυασμό με την αποτροπή αύξησης των επιτοκίων από τις Κεντρικές Τράπεζες. Ένα πρώτο σημαντικό βήμα αποτελεί η συζήτηση για την εξαίρεση των αμυντικών δαπανών από τους δημοσιονομικούς κανόνες –μετά την εξαγγελία του προγράμματος μαμούθ των 100 δισ. για τον εξοπλισμό της Γερμανίας–, γεγονός που ανοίγει τον δρόμο για την ενίσχυση της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας από πόρους του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.

Όπως ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος αποτέλεσε την ολοκλήρωση ενός ιστορικού κύκλου αποικιοκρατικής επέκτασης της δυτικής οικονομίας, έτσι και ο πόλεμος στην Ουκρανία φαίνεται πως θα ολοκληρώσει τα 30 χρόνια οικονομικής παγκοσμιοποίησης που ακολούθησαν το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Οι χώρες πρωτίστως, αλλά και οι ήπειροι οφείλουν να αναδιαταχθούν λαμβάνοντας υπόψη τα νέα δεδομένα.

Ενισχύστε την προσπάθειά μας κάνοντας μια δωρεά στο Άρδην πατώντας ΕΔΩ.

Ακολουθήστε το Άρδην στο Facebook

Εγγραφείτε στο κανάλι του Άρδην στο Youtube


[1] Ρωσία και Ουκρανία εξάγουν το 29% του σιταριού παγκοσμίως, το 19% του καλαμποκιού και το 80% σε ηλιέλαιο με αποδέκτες την Τουρκία, την Αλγερία, την Αίγυπτο κ.ά.

[2] Η χώρα το 2019 εισήγαγε πάνω από 600.000 τόνους σιτηρών εκ των οποίων οι 440.000 τόνοι μαλακό σιτάρι που αξιοποιείται στα αρτοποιήματα. Η δε καλλιεργήσιμη έκταση σιτηρών μειώθηκε σχεδόν κατά 50% τη δεκαετία 2010-20 –από 7,4 εκατ. στρέμματα σε 3,8 εκατ.- (Πηγή ΕΛΣΤΑΤ)

ΣΧΕΤΙΚΑ

1 ΣΧΟΛΙΟ

Η ελληνική οικονομία στον νέο Ψυχρό Πόλεμο | Προδρομικός 1 Απριλίου 2022 - 10:32

[…] ανάγκης όπως το ψωμί, το αλεύρι και τις ζωοτροφές[1]. Πλήγμα επίσης για τις καλλιέργειες αποτελεί η αύξηση […]

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Αρέσει σε %d bloggers: