Αρχική » Οι ευκαιρίες και προοπτικές της ελληνικής μεταποίησης

Οι ευκαιρίες και προοπτικές της ελληνικής μεταποίησης

από Γιώργος Ατσαλάκης

Του Γιώργου Ατσαλάκη* από το Άρδην τ. 133 που κυκλοφορεί

Η ελληνική μεταποίηση τα τελευταία χρόνια έχει αποτελέσει αντικείμενο έντονου ενδιαφέροντος, καθώς τα δεδομένα δείχνουν κάποια θετικά στοιχεία, ενώ παράλληλα προκύπτουν ερωτήματα για τη βιωσιμότητα και τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα της ανάπτυξης της. Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, η συμβολή της μεταποίησης στο ΑΕΠ της χώρας αυξήθηκε από 8,6% το δεύτερο τρίμηνο του 2009 σε 10,4% το αντίστοιχο διάστημα του 2024. Αυτή η αύξηση, σε πρώτη ανάγνωση, δημιουργεί μια αισιόδοξη εικόνα για την ελληνική οικονομία και ειδικότερα για τον βιομηχανικό τομέα, ο οποίος παραδοσιακά θεωρείται πυλώνας ανάπτυξης και τεχνολογικής αναβάθμισης.

Το κλειδί, ωστόσο, για να κατανοήσουμε αν αυτή η θετική εικόνα έχει γερές βάσεις ή αν πρόκειται περισσότερο για ένα παροδικό φαινόμενο, βρίσκεται στη διερεύνηση της σύνθεσης και της ποιότητας αυτής της ανάπτυξης. Πιο συγκεκριμένα, πρέπει να εξεταστεί:

1. Ποιότητα της παραγωγής και προστιθέμενη αξία

Ένα ζήτημα είναι τι ακριβώς παράγει η ελληνική μεταποίηση και σε ποιους κλάδους καταγράφεται η αύξηση. Στις περιπτώσεις που η ανάπτυξη εστιάζεται σε κλάδους χαμηλής προστιθέμενης αξίας ή περιορίζεται σε δραστηριότητες με χαμηλή τεχνολογική ένταση, τότε η αύξηση αυτή μπορεί να μην είναι δομικά ισχυρή. Από την άλλη, η ανάπτυξη σε κλάδους που συνδέονται με καινοτομία, εξωστρέφεια και νέες τεχνολογίες, τότε οι βάσεις μπορεί να είναι πιο στέρεες.

2. Επένδυση σε τεχνολογία και ανθρώπινο κεφάλαιο 

Η μεταποίηση παγκοσμίως περνάει από ένα στάδιο μετάβασης σε πιο σύγχρονες μορφές παραγωγής, όπως η βιομηχανία 4.0, οι αυτοματισμοί, η ρομποτική και η τεχνητή νοημοσύνη. Αν οι ελληνικές επιχειρήσεις επενδύουν συστηματικά στον εκσυγχρονισμό του παραγωγικού τους εξοπλισμού, στην έρευνα & ανάπτυξη (R&D) και στη διαρκή κατάρτιση του ανθρώπινου δυναμικού, τότε η θετική εικόνα μπορεί να αποκτήσει μονιμότερο χαρακτήρα. Αντιθέτως, αν η αύξηση προέρχεται κυρίως από συγκυριακούς παράγοντες (π.χ. προσωρινή ζήτηση, ειδικά έργα υποδομής), τότε η διάρκεια της ανόδου θα τεθεί υπό αμφισβήτηση.

3. Ρόλος του Ταμείου Ανάκαμψης

Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, ένα σημαντικό εργαλείο που διαθέτει η Ελλάδα στο πλαίσιο της ΕΕ, έχει συμβάλει στη χρηματοδότηση επενδύσεων και έργων, μεταξύ άλλων και στον τομέα της μεταποίησης. Αν αυτά τα κεφάλαια αξιοποιούνται αποτελεσματικά για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, τη βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων, την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης και την αύξηση της εγχώριας προστιθέμενης αξίας, τότε ο ρόλος του Ταμείου μπορεί να θεωρηθεί καταλυτικός. Από την άλλη, αν οι πόροι του Ταμείου κατευθύνονται σε έργα βραχυπρόθεσμου χαρακτήρα, που δεν προσθέτουν μόνιμη αξία στην παραγωγική βάση, η συμβολή του στη διαμόρφωση μιας μακροπρόθεσμης θετικής πορείας μπορεί να αμφισβητηθεί.

4. Διεθνές περιβάλλον και εξωστρέφεια 

Η ελληνική μεταποίηση δεν λειτουργεί σε απομόνωση. Είναι κρίσιμο να εξεταστούν οι διεθνείς αλυσίδες αξίας, ο ανταγωνισμός από άλλες χώρες και η ικανότητα των ελληνικών επιχειρήσεων να διεισδύσουν σε ξένες αγορές. Εάν η πρόσφατη άνοδος στον μεταποιητικό τομέα συνοδεύεται από αύξηση των εξαγωγών, διεθνοποίηση και διαφοροποίηση αγορών, τότε αυτή η τάση έχει περισσότερες πιθανότητες να διατηρηθεί. Σε αντίθετη περίπτωση, αν η άνοδος βασίζεται κυρίως στην εγχώρια ζήτηση, ενδέχεται να είναι πιο εύθραυστη απέναντι σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς.

5. Γεωοικονομικές προοπτικές

Η στρατηγική θέση της Ελλάδας μιας μικρής χώρας αλλά με μακριά  ιστορια που ανάγεται  σε πάνω από 4000 έτη, τo φθηνό κόστος της Ελλάδας σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, οι δυνατότητες ανάπτυξης σε εμπόριο, τουρισμό, ακίνητα, εφοδιαστικές αλυσίδες, αναδεικνύουν τον ιστορικό ρόλο της Ελλάδος που δεν αξιοποιείται σήμερα,  όπως γινόταν στο παρελθόν. Η Ελλάδα καλύπτει ένα τεράστιο μέρος της Μεσογείου και είναι το πιο ιδανικό σημείο για να αποτελέσει την πύλη εισόδου στην Ευρώπη δια θαλάσσης, καθώς κατέχει στρατηγική θέση στο νοτιοανατολικό άκρο της Ευρώπης, σε ένα θαλάσσιο σταυροδρόμι που συνδέει την Ευρώπη με την Ασία και την Αφρική και αποτελεί την εγγύτερη έξοδο από την διώρυγα του Σουέζ. Ως εκ τούτου, αποτελεί μια ιδανική, τοποθεσία για έργα διεθνούς διασύνδεσης, κυρίως στην εγκατάσταση πολλαπλών υποθαλάσσιων καλωδίων μεταφοράς δεδομένων, τα οποία συνδέουν την Ελλάδα με τις αγορές της Άπω Ανατολής, της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής. Ταυτόχρονα, η χώρα μετατρέπεται σε έναν σημαντικό κόμβο που συνδέει αυτές τις περιοχές με την υπόλοιπη Ευρώπη και σε πολλούς άλλους τομείς (ενέργεια, μεταφορές, δεδομένα, κλπ.). Επίσης, αποτελεί μια ιδανική τοποθεσία για μεταφόρτωση από μεγάλα πλοία σε μικρότερα ακολουθώντας την νέα τάση στο θαλάσσιο εμπόριο. Η νέα τάση στις θαλάσσιες μεταφορές βασίζεται στο μοντέλο «hub and spoke», δηλαδή τη δημιουργία κεντρικών λιμανιών-κόμβων απ’ όπου τα κοντέινερ θα έρχονται με μεγάλα πλοία στα λιμάνια και από εκεί θα μεταφορτώνονται σε άλλα μικρότερα πλοία, για να στέλνονται σε περιφερειακά λιμάνια-«ακτίνες». Με αυτόν τον τρόπο, τα κεντρικά λιμάνια αναλαμβάνουν τον ρόλο των κύριων σημείων συγκέντρωσης φορτίων, επιτρέποντας στα πλοία να φθάνουν νωρίτερα εξοικονομώντας 5-9 ημέρες και ταυτόχρονα να εξυπηρετούν περισσότερες διαδρομές. Το αποτέλεσμα είναι μια ευέλικτη, πολυεπίπεδη αλυσίδα εφοδιασμού που μπορεί να ανταποκριθεί ταχύτερα στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της παγκόσμιας αγοράς. Ένα προστεθεί και ο επερχόμενος Ινδικός Δρόμος του Μεταξιού (IMEC – India Mideast Europe Corridor) ο ρόλος που μπορεί να αναλάβει η Ελλάδα διευρύνεται ακόμα περισσότερο. Σε αυτές τις ευκαιρίες  πρωταγωνιστικό ρόλο πρέπει να αναλάβει η ελληνική μεταποίηση καθώς διανοίγονται τεράστιες προοπτικές για επιχειρήσεις κάθε μεγέθους και κάθε τομέα της οικονομίας.

*

Συνοψίζοντας, η θετική εικόνα της ελληνικής μεταποίησης, όπως αποτυπώνεται στα στοιχεία για τη συμμετοχή της στο ΑΕΠ, αποτελεί ένα ελπιδοφόρο σημάδι, αλλά δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Πολλά εξαρτώνται από τη δομή των επενδύσεων, τη χρήση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, την ικανότητα προσαρμογής σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον και την εδραίωση σχέσεων εμπιστοσύνης με ξένους εταίρους.

Η τάση αυτή θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια μόνο εάν η ελληνική μεταποίηση κατορθώσει να αναβαθμίσει την παραγωγική της βάση, να ενσωματώσει την καινοτομία και την τεχνολογία, να δημιουργήσει νέες συνέργειες με άλλους κλάδους της οικονομίας και να αξιοποιήσει ουσιαστικά τα εργαλεία (όπως το Ταμείο) που έχει στη διάθεσή της για να αδράξει τις νέες ευκαιρίες που παρουσιάζονται κυρίως στους νέους τομείς της οικονομίας που πρόκειται να δημιουργήσουν οι νέες τεχνολογίες όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η τρισδιάστατη εκτύπωση, οι τεχνολογίες νέων υλικών, η βιοτεχνολογία, η κβαντική υπολογιστική κλπ. Τότε, και μόνο τότε, τα σημερινά θετικά δεδομένα θα αποδειχθούν ανθεκτικά και ικανά να στηρίξουν μακροπρόθεσμη και βιώσιμη ανάπτυξη στον μεταποιητικό τομέα της ελληνικής οικονομίας.

* Ο Γιώργος Ατσαλάκης είναι οικονομολόγος, Αναπληρωτής Καθηγητής του Πολυτεχνείου Κρήτης, στο Εργαστήριο Ανάλυσης Δεδομένων και Πρόβλεψης.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ