Έργο της Boushra Almutawakel (φωτογράφος από την Υεμένη) που φωτογράφισε τον εαυτό και την κόρη της να εξαφανίζονται, σταδιακά, κάτω από πολλές στρώσεις μαύρου υφάσματος.
του, Rémi Brague*, πρόλογος από το βιβλίο της Razika Adnani, Να απαλλαγούμε από τον ισλαμισμό Εναλλακτικές Εκδόσεις, μετάφραση Χριστίνα Σταματοπούλου).
Ο τίτλος του βιβλίου της Razika Adnani, Sortir de l’islamisme (Να απαλλαγούμε από τον ισλαμισμό), συνιστά ήδη ένα πρόγραμμα, πράγμα που προϋποθέτει μια διάγνωση και μια μέθοδο θεραπείας. Έχει απόλυτο δίκιο όταν, ανάμεσα στα αίτια της ενίσχυσης αυτού που αποκαλεί ισλαμισμό, εντοπίζει την εσωτερική αποδυνάμωση της Δύσης παρότι ο στόχος της δεν είναι να αναλύσει την παρακμή της Δύσης. Μάλιστα, αρνείται την εύκολη λύση που συνίσταται στη σύγκριση του ισλαμικού ιδεώδους με την πραγματικότητα των δυτικών κοινωνιών. Ένα ιδεώδες θα επικρατεί πάντα έναντι μιας υποχρεωτικά ατελούς πραγματικότητας. Προτιμά να εξετάσει την κατάσταση του ισλάμ, τόσο στις πηγές του όσο και στην πραγματικότητα των σημερινών εφαρμογών του.
Όσον αφορά τη διάγνωση, η συγγραφέας επικεντρώνει την έρευνά της κυρίως στην κατάσταση των γυναικών στο ισλάμ. Καμία έκπληξη, θα μπορούσε να πει κανείς: είναι και η ίδια γυναίκα, η ματιά της είναι επομένως μεροληπτική, υπερασπίζεται τα συμφέροντά της κ.λπ. Ίσως να υπάρχει κάποια αλήθεια σε αυτό, αλλά τελικά, γιατί η ματιά ενός άνδρα να είναι λιγότερο μεροληπτική; Αν το εξετάσουμε πιο προσεκτικά, θα διαπιστώσουμε ότι, στην πραγματικότητα, το βασικό σημείο του επιχειρήματος της συγγραφέως, αυτό που επισημαίνει, ακριβώς επειδή είναι αυτό που πονάει, αφορά τόσο τους άνδρες όσο και τις γυναίκες. Με λίγα λόγια: το ισλάμ απαιτεί από τους άνδρες υποταγή στον Αλλάχ, στον Αγγελιαφόρο Του και σε όσους κατέχουν την εξουσία (Κοράνι, IV, 59), και αντισταθμίζει την ταπείνωση που συνεπάγεται αυτή η υποταγή προσφέροντας στους άνδρες τη δυνατότητα, αν τολμώ να το πω, να αποζημιωθούν με την υποταγή των γυναικών: «Η υποταγή των γυναικών στους άνδρες είναι αυτό που ο ισλαμισμός προσφέρει στους άνδρες ως αντάλλαγμα για την υποταγή τους στην ισλαμική πολιτικοθρησκευτική εξουσία». «Η θρησκεία είναι το μέσο για να νομιμοποιηθεί και να διαιωνιστεί η επιθυμία των ανδρών να μην χάσουν την κυριαρχία τους επί των γυναικών». Αυτή η σχέση καταναγκαστικής κυριαρχίας απαγορεύει στις σχέσεις μεταξύ των φύλων να βασίζονται σε μια έμπρακτη ισότητα μεταξύ των συντρόφων, τις μόνες σχέσεις που είναι πραγματικά ικανοποιητικές και για τους δύο. Κατά συνέπεια, «ο αγώνας των γυναικών ενάντια στον ισλαμισμό είναι επίσης ένας αγώνας για τους άνδρες».
«Η υποταγή των γυναικών στους άνδρες είναι αυτό που ο ισλαμισμός προσφέρει στους άνδρες ως αντάλλαγμα για την υποταγή τους στην ισλαμική πολιτικοθρησκευτική εξουσία»
Σε ό,τι αφορά στους μουσουλμάνους άνδρες, η συγγραφέας κάνει πολύ διεισδυτικές ψυχολογικές παρατηρήσεις: από πολύ μικρή ηλικία, τα αγόρια μαθαίνουν ότι το σεξουαλικό τους ένστικτο είναι ούτως ή άλλως ανεξέλεγκτο και ότι η γυναίκα είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για τη συμπεριφορά του άνδρα απέναντί της. Επομένως, είναι δική της ευθύνη να μην «προκαλεί» και να ντύνεται «σεμνά». Το πιο ασφαλές είναι να κρατάμε τη γυναίκα κλειδωμένη. Έτσι, το περίφημο «πέπλο» αποτελεί, βεβαίως, ένα σύμβολο που καθιστά ορατή την εθελοντική ή επιβεβλημένη συμμόρφωση, αλλά και αυτό που επιτρέπει «την επέκταση του εγκλεισμού της γυναίκας και στον εξωτερικό χώρο».
Συχνά συγκρίνεται η εντολή του Κορανίου για την κάλυψη της κεφαλής (Κοράνι, XXXIII, 59) με το απόσπασμα στο οποίο ο απόστολος Παύλος ζητά από τις χριστιανές γυναίκες να καλύπτουν το κεφάλι τους (Προς Κορινθίους, 11, 10). Είναι δύσκολο να μεταφραστεί με αυτόν τον τρόπο η ελληνική λέξη εξουσία[1], η οποία σημαίνει μάλλον κυρίαρχη δύναμη. Το περιεχόμενο είναι βεβαίως το ίδιο: οι γυναίκες πρέπει να καλύπτουν το κεφάλι τους. Αλλά η ταυτότητα του εντολέα κάνει όλη τη διαφορά. Στην περίπτωση του αποστόλου Παύλου, πρόκειται για έναν άνθρωπο, τον Σαούλ από την Ταρσό, που ζούσε σε μια συγκεκριμένη εποχή, τον 1ο αιώνα μ.Χ., σε μια συγκεκριμένη περιοχή, τη Μεσόγειο, και κυρίως την ανατολική της πλευρά, όπου επικρατούσαν συγκεκριμένα ήθη. Τέλος, ας μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο με συγκεκριμένη ευαισθησία και με συγκεκριμένες προκαταλήψεις.
Τίποτα τέτοιο δεν ισχύει στην περίπτωση του Κορανίου: ο ομιλητής υποτίθεται ότι είναι ο Θεός αυτοπροσώπως, και σίγουρα όχι ο Μωάμεθ, ένας απλός πιστός αγγελιοφόρος που μεταφέρει αυτό που του έχει ανατεθεί χωρίς να αφαιρεί τίποτα (αμήν) από αυτό που του έχει υπαγορευθεί. Κατά συνέπεια, η έννοια της «ερμηνείας» δεν θα έχει την ίδια σημασία και στις δύο περιπτώσεις. Στην πρώτη περίπτωση, θα πρόκειται για ένα είδος κρίσης με βάση το κοινό περί δικαίου αίσθημα, την επιείκεια[2] του Αριστοτέλη, με την οποία αναγόμαστε από το γράμμα στο πνεύμα, από το κείμενο του νόμου στην πρόθεση του νομοθέτη, εκεί όπου η αυστηρή εφαρμογή του νόμου θα οδηγούσε σε αδικία[3]. Ο νομοθέτης, ως άνθρωπος με πεπερασμένες δυνατότητες, δεν μπορούσε να προβλέψει όλες τις περιπτώσεις και έπρεπε να προχωρήσει με βάση γενικές αρχές. Αλλά ο Θεός είναι αιώνιος και παντογνώστης, και επομένως ικανός να γνωρίζει εκ των προτέρων. Ο λόγος του δεν επιδέχεται λοιπόν «ερμηνεία» με την έννοια ότι θα έπρεπε να τροποποιηθεί το προφανές νόημα των λέξεων. Το να πούμε ότι ο Θεός εκφράστηκε εσφαλμένα θα ήταν τόσο γελοίο όσο και βλάσφημο. Κατανοούμε τον σύντροφο του Προφήτη που, όταν ρωτήθηκε για το νόημα ενός ασαφούς στίχου, απάντησε: «Ο Θεός πέτυχε αυτό που ήθελε» (καντ ασαμπά Λαχού μπι-χι αλ-λαντί αραντά) – στην κυριολεξία: πέτυχε διάνα[4].
Το βιβλίο ανατρέχει στη γενεαλογία των σχέσεων μεταξύ ανδρών (με την έννοια των «αρσενικών») και γυναικών ξεκινώντας από μια υποθετική «φυσική κατάσταση» και εξετάζει τα διδάγματα που μας προσφέρει η ιστορία των εξισλαμισμένων κοινωνιών. Οι απολογητές του ισλάμ μας κανοναρχούν ότι το ισλάμ έφερε μια επαναστατική βελτίωση στην κατάσταση των γυναικών. Η συγγραφέας καταρρίπτει αυτούς τους μύθους. Αντίθετα, για εκείνη «οι Αράβισσες […] έχασαν πολλά από τα δικαιώματά τους με την έλευση του ισλάμ». Ένα παράδειγμα το καταδεικνύει χωρίς καμιά αμφιβολία, αυτό της Χαντίτζα, της πρώτης συζύγου του Μωάμεθ, με τον οποίο παντρεύτηκε πριν από την αρχή των αποκαλύψεων και πέθανε πριν από την Εγίρα. Ήταν μια γυναίκα με εξουσία, ιδιοκτήτρια-διευθύντρια μιας εμπορικής επιχείρησης, και αναμφίβολα ικανή να επιβάλει στον νεαρό Μωάμεθ τη μονογαμία. Τίποτα από όλα αυτά δεν θα ήταν δυνατό μετά την έλευση του Κορανίου. Όσο για την παιδοκτονία των κοριτσιών, που θάβονταν ζωντανά, όπως υπονοεί το Κοράνι (XVI, 59; LXXXI, 8-9), προφανώς δεν μπορεί να ήταν συστηματική. Η συγγραφέας εξηγεί πώς οι εκσυγχρονιστές των αρχών του 20ού αιώνα τόνισαν ότι το ήμισυ της ενέργητικότητας των μουσουλμανικών χωρών χάθηκε λόγω του αποκλεισμού των γυναικών. Μια ιδέα που είχε ήδη αναπτύξει ο Αβερρόης. Επιτρέψτε μου να πω λίγα λόγια για το ζήτημα αυτό. Ο Αβερρόης σχεδίαζε να σχολιάσει το σύνολο του έργου του Αριστοτέλη. Ωστόσο, καθώς δεν μπόρεσε να βρει το κείμενο της Πολιτικής (έργο που, κατά τον Μεσαίωνα, δεν μεταφράστηκε ποτέ στα αραβικά), αναγκάστηκε να καταφύγει στην Πολιτεία του Πλάτωνα, της οποίας υπήρχαν τουλάχιστον περιλήψεις. Εκεί ανακάλυψε την παράδοξη θέση ότι οι γυναίκες είναι εξίσου ικανές με τους άνδρες να πολεμούν και να κυβερνούν[5]. Γιατί ο Αθηναίος φιλόσοφος, τον οποίο η συγγραφέας δικαίως αναφέρει ως υποστηρικτή της ταξικής ιεραρχίας, είναι επίσης εκείνος που υπερασπίστηκε την ισότητα των γυναικών και των ανδρών με πολύ μεγαλύτερη σοβαρότητα από τον Αριστοφάνη.
Σχολιάζοντας το απόσπασμα, ο Αβερρόης αδράχνει την ευκαιρία για να επικρίνει τα ήθη της εποχής του και της χώρας του. Γράφει:
Σε αυτές τις πόλεις, το τι είναι ικανές να κάνουν οι γυναίκες (σεφέκ) παραμένει άγνωστο, επειδή σε αυτές τις πόλεις γίνονται αποδεκτές μόνο για την αναπαραγωγή, για την οποία τίθενται στην υπηρεσία (αβοντάχ) των συζύγων τους και περιορίζονται στην αναπαραγωγή, την εκπαίδευση και τον θηλασμό. Αυτό καθιστά μάταιες τις υπόλοιπες δραστηριότητές τους. Και επειδή, σε αυτές τις πόλεις, οι γυναίκες δεν προετοιμάζονται για να διαπρέψουν κάπου, συχνά συμβαίνει να μοιάζουν με φυτά. Και το γεγονός ότι αποτελούν βάρος για τους άνδρες είναι μία από τις αιτίες της φτώχειας αυτών των πόλεων. Μια άλλη αιτία είναι το γεγονός ότι είναι διπλάσιες σε αριθμό από τους άνδρες, ενώ, εξ αιτίας της εκπαίδευσής τους, δεν εκτελούν καμία από τις απαραίτητες εργασίες, εκτός από τις λιγοστές που εκτελούν, τις περισσότερες φορές, όπως το γνέσιμο και ο αργαλειός, όταν χρειάζονται να καλύψουν το λειψό εισόδημά τους. Όλα αυτά είναι αυτονόητα[6].
Το απόσπασμα είναι ενδιαφέρον, αλλά δεν πρέπει να βιαστούμε να το θεωρήσουμε ως πρόδρομο, έστω και διστακτικό, του σημερινού φεμινισμού. Πράγματι, ο Αβερρόης δεν τονίζει την αδικία που υφίσταται το γυναικείο φύλο, αλλά περισσότερο την οικονομική ζημιά που προκύπτει από το γεγονός ότι παραμελείται η δυνητική παραγωγική του δύναμη. Ο φιλόσοφος και μεγάλος καδής της Κόρδοβα επιχειρηματολογεί εδώ περισσότερο ως οικονομολόγος παρά ως ηθικολόγος.
Όσον αφορά τη δυνατότητα θεραπείας της «ασθένειας» που αποτελεί ο ισλαμισμός, η συγγραφέας ξεκινά αποκλείοντας τον υποτιθέμενο «ισλαμικό φεμινισμό», τον οποίο θεωρεί «διανοητική απάτη». Έτσι, συχνά υπενθυμίζεται ότι το Κοράνι επιβεβαιώνει με έμφαση την ισότητα των φύλων ενώπιον του Θεού. Αυτή η ισότητα χαρακτηρίζεται με επιθετικούς προσδιορισμούς όπως «οντολογική». Ταυτόχρονα, όμως, το Κοράνι αρνείται στις γυναίκες τη νομική και κοινωνική ισότητα. Η μαρτυρία τους αξίζει το μισό από αυτή ενός άνδρα (II, 282)· η κόρη δικαιούται το μισό της κληρονομιάς (IV, 11). Η συγγραφέας αρνείται επίσης να δει στον σουφισμό τη λύση όλων των προβλημάτων του ισλάμ. Είναι λοιπόν υποχρεωμένη να προβεί σε μια λεπτομερή ανάλυση των κορανικών στίχων που περιορίζουν τα δικαιώματα της γυναίκας. Σε ό,τι με αφορά, δεν βρίσκω κανένα λόγο να θεωρήσω ότι το Κοράνι αποκαλύφθηκε («κατέβηκε») εξ ολοκλήρου σε ένα μόνο άτομο, στο Χετζάζ, και πριν από την παραδοσιακή ημερομηνία θανάτου του Μωάμεθ, το 632. Κατά συνέπεια, η θέση μου γίνεται πολύ πιο εύκολη. Η συγγραφέας θέτει ένα πολύ εύστοχο ερώτημα: πολλές διατάξεις που ρυθμίζονται στο Κοράνι έχουν στην πραγματικότητα καταργηθεί. Αυτό ισχύει για τη δουλεία καθώς και για την ιδιότητα των ντίμηδων[7], που καθιστούσε τους «ανθρώπους της Βίβλου», Εβραίους και Χριστιανούς, υπηκόους δεύτερης κατηγορίας. Ωστόσο, οι περιορισμοί που επιβάλλονται στις γυναίκες εξακολουθούν να ισχύουν. Γιατί λοιπόν αυτή η διάκριση; Γιατί να μην υποστούν και αυτοί οι περιορισμοί την ίδια τύχη με τους κανόνες που αφορούν τη δουλεία και τους ντίμηδες;
Σύμφωνα με τη συγγραφέα, η λύση βρίσκεται στην οικοδόμηση ενός νέου ισλάμ, αλλά «με αφετηρία το ίδιο το Κοράνι». Ωστόσο, επιμένει ότι δεν ευσταθεί η συνήθης δικαιολογία, σύμφωνα με την οποία το Κοράνι έχει παρερμηνευθεί και ότι η ευθύνη βαρύνει τους σχολιαστές. Η συγγραφέας απορρίπτει επανειλημμένα τη συχνά αναφερόμενη διάκριση μεταξύ ισλάμ και ισλαμισμού ή πολιτικού ισλάμ. Για εκείνη, αυτό που ονομάζουμε «ισλαμισμός» είναι στην πραγματικότητα τόσο παλιό όσο και η Εγίρα, η διαχωριστική γραμμή μετά την οποία ο Μωάμεθ έγινε, εκτός από Προφήτης, που ήταν ήδη στη Μέκκα, ένα είδος αρχηγού κράτους και νομοθέτη, και σε κάθε περίπτωση επικεφαλής ενός στρατού.
Με αυτή τη δύσκολη επιλογή, η συγγραφέας επιλέγει τον σκολιό δρόμο. Ελπίζω ότι είναι και ο «σωστός δρόμος» και της εύχομαι καλοτάξιδος.
*φιλόσοφος και ιστορικός, μέλος του Institut de France
[1] Ελληνικά στο κείμενο (σ.τ.μ.)
[2] Ελληνικά στο κείμενο (σ.τ.μ.).
[3] Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια, V, 14.
[4] Šakīk Ibn Salama Abū Wā’il, στο Ibn Saad, Biographien Muhammeds, seiner Gefährten und der späteren Träger des Islams bis zum Jahre 230 der Flucht, τόμ. 6: Biographien der Kufier, éd. K. V. Zetterstéen, Λέιντεν, Μπριλ, 1909, σσ. 67, 22-23.
[5] Πλάτων, Πολιτεία, V, 451e-457b,
[6] Averroès, Commentaire de la République de Platon, I, xxv, 9-10, éd. E. Rosenthal, Cambridge University Press, Κέημπριτζ 1969, στα εβραϊκά [το αραβικό πρωτότυπο έχει χαθεί], σ. 54· στα αγγλικά, σ. 166. Με βοήθησε η καλύτερη αγγλική μετάφραση, που οφείλεται στον Ραλφ Λέρνερ, Averroes On Plato’s «Republic», Cornell University Press, 1974, σ. 59.
[7] Ντίμηδες: Ντίμις, αραβική λέξη που σημαίνει τους μη μουσουλμάνους που ζουν σε μουσουλμανική χώρα της οποίας πρέπει να αποδέχονται τους κανόνες. Το μουσουλμανικό κράτος τους επέτρεπε να ασκούν τη θρησκεία τους και προστάτευε τις περιουσίες τους αρκεί να πλήρωναν τον κεφαλικό φόρο, ενώ υπόκεινταν και σε πλήθος άλλων διακρίσεων, ανάλογα με τις εκάστοτε διαθέσεις των κυρίαρχων μουσουλμάνων. Στην ελληνική επικράτεια, κατά την Τουρκοκρατία, λέγονταν τζιμήδες ή ραγιάδες (σ.τ.μ.).
Στηρίξτε το Άρδην κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.
