Απόσπασμα από το βιβλίο: Κορνήλιος Καστοριάδης: Η Ελληνική Ιδιαιτερότητα – Θουκυδίδης,
Η Ισχύς και το Δίκαιο, τ. Γ΄ (Σεμινάρια 1984-1985), Μετάφραση: Ζωή Καστοριάδη,
εκδόσεις Κριτική, σσ. 241-249.
Πρόκειται για ένα σημείο εκκίνησης, το οποίο εκδηλώνεται ιδιαίτερα στον Πελοποννησιακό πόλεμο, τόσο στους λόγους, όσο και στα γεγονότα. Τελικά, οι πόλεμοι μαρτυρούν αυτήν ακριβώς την αρχέγονη αλήθεια. Αλλιώς, θα υπήρχε από την εποχή των σπηλαίων ένα διεθνές δικαστήριο, ενώπιον του οποίου οι φυλές θα είχαν ρυθμίσει τις διαφορές τους. Δεν συνέβη κάτι τέτοιο, και όταν εμφανίστηκαν αυτά τα δικαστήρια, βούλιαξαν στη γελοιότητα, όπως σήμερα. Η πραγματικότητα των γεγονότων, η πρωταρχική πραγματικότητα, είναι ο πόλεμος. Ωστόσο, γνωρίζουμε επίσης ότι στην ανθρώπινη ιστορία αναδύεται μια άλλη πραγματικότητα, ίχνη της οποίας βρίσκουμε στους ίδιους τους λόγους του Θουκυδίδη: πρόκειται προφανώς για την ιδέα της δίκης και του δικαίου. Ήδη κατά τον Ηρόδοτο, η δικαιοσύνη είναι δωρεά του Δία προς τους ανθρώπους, τους οποίους διακρίνει από τα θηρία ή τα πουλιά, που αλληλοσπαράσσονται. Τίθεται όμως εξαρχής επίσης το μέγα ερώτημα: μέχρι πού πηγαίνει αυτή η ιδέα του δικαίου, τι καλύπτει, μεταξύ ποιων κοινοτήτων ισχύει; Η ίδια η συχνότητα με την οποία τίθεται το ζήτημα της δικαιοσύνης στις δημηγορίες υποδεικνύει σαφώς ότι αυτή είναι ιδιαίτερα παρούσα στις συζητήσεις του 5ου αιώνα.
Δεν θα υπήρχε άλλωστε καμία ανάγκη δημηγορίας αν αρκούσε η ωμή βία: ο ισχυρός σφάζει ή υποδουλώνει, τελεία και παύλα. Αυτές οι δημηγορίες δεν γίνονται μόνο επειδή οι Έλληνες αρέσκονται να μιλούν, αλλά γιατί αισθάνονται την ανάγκη να δικαιολογηθούν. Το δίκαιον προβάλλεται διαρκώς στους λόγους και των μεν και των δε. Είναι αλήθεια ότι επίσης διαρκώς προσθέτουν: αυτό είναι το δίκαιο, αλλά αν το κοιτάξετε προσεκτικότερα, θα δείτε ότι συμβαδίζει και με το συμφέρον σας. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι, στην πραγματικότητα, τα ισχυρότερα επιχειρήματα είναι αυτά που δεν αναφέρονται στη δικαιοσύνη, αλλά στο συμφέρον με την ευρεία έννοια, όπως θα δούμε στην υπόθεση της Μυτιλήνης, στο βιβλίο Γ΄.
Ας επανέλθουμε όμως στη δημηγορία των Αθηναίων στο βιβλίο Α΄. Η θέση τους είναι παράξενη. Ενώ υπενθυμίζουν ότι, σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση, ο ισχυρότερος εξουσίαζε ανέκαθεν τον ασθενέστερο, προσθέτουν: ενεργούμε δικαιότεροι ἤ κατὰ τὴν ὑπάρχουσαν δύναμιν, κατά δικαιότερο τρόπο από αυτόν που μας επιτρέπει η δύναμή μας, διότι μετριάζομεν, συμπεριφερόμαστε μετριοπαθώς και με ἐπιείκειαν – κάτι ανάμεσα στον οίκτο και στην αντικειμενικότητα (76. 3-4). Υπάρχει επομένως μια ανθρώπινη αρετή, η οποία δεν είναι το κράτος, το να είναι κανείς πιο ισχυρός –αν και το προϋποθέτει–, και συνίσταται στο να είναι κανείς πιο δίκαιος απ’ όσο θα απαιτούσε η δύναμή του, να είναι μετριοπαθής, ἐπιεικής, οικτίρμων και ακριβοδίκαιος.
Και οι Αθηναίοι απευθύνουν στους Σπαρτιάτες μια προφητική προειδοποίηση: προσέξετε, διότι αν παρ’ ελπίδα βρισκόσασταν στη θέση μας, θα ήσασταν εσείς οι ίδιοι εξίσου και μάλλον περισσότερο μισητοί. Και εδώ επίσης μπορούμε να παρατηρήσουμε όλα όσα διαφοροποιούν τα δύο καθεστώτα. Οι Αθηναίοι συνέστησαν τη συμμαχία τους το έτος 478/477, αλλά η μαζική αποχώρηση από αυτή συνέβη μόνο μετά την καταστροφή στη Σικελία το 412/411, ακόμα κι αν υπήρξαν μερικές αποστασίες νωρίτερα. Για μια εξηκονταετία, είχαν την ισχύ με το μέρος τους, κυριάρχησαν, και το καθεστώς τους φάνηκε σε όσους βρίσκονταν υπό την κυριαρχία τους λίγο πολύ αποδεκτό. Ο Θουκυδίδης πέθανε περί το 400 και δεν υπήρξε μάρτυρας του αποτελέσματος της ηγεμονίας της Σπάρτης. Άρκεσαν δεκαπέντε χρόνια σπαρτιατικής ηγεμονίας για να ξεσηκωθεί όλη η Ελλάδα εναντίον της και εναντίον των αρμοστών οι οποίοι διοικούσαν από την Kommandantur τους, δηλαδή τις φρουρές τις οποίες είχαν εγκαταστήσει στις «απελευθερωμένες» ελληνικές πόλεις, συμπεριλαμβανομένης της πόλης των παλαιών συμμάχων τους, των Θηβαίων. Επιπλέον, οι Σπαρτιάτες δεν άφησαν πίσω τους ούτε Παρθενώνα, ούτε Θουκυδίδη.
Προτού περάσουμε στην υπόθεση της Μυτιλήνης, σας παραπέμπω στα άλλα αποσπάσματα –μερικά από τα οποία θα μελετήσουμε–, όπου επανέρχεται το ίδιο θέμα: στον τελευταίο λόγο του Περικλή στο βιβλίο Β΄ (κεφ. 63), στη δημηγορία των αντιπροσώπων των Μυτιληναίων στην Ολυμπία, όπου πήγαν να υπερασπιστούν την υπόθεσή τους ενώπιον των Λακεδαιμονίων (Γ΄, 8-14), στην υπόθεση των Πλαταιών, επίσης στο βιβλίο Γ΄ (52-70) και στους λόγους του Συρακουσίου Ερμοκράτη (59-64) και του Λακεδαιμονίου Βρασίδα (85-87) στο βιβλίο Δ΄, στη συνέχεια, φυσικά, στη μεγάλη αντιπαράθεση Αθηναίων και Μηλίων στο βιβλίο Ε΄ (84-116).
Ας έρθουμε όμως στις δημηγορίες για τη μοίρα της Μυτιλήνης στην Αθήνα το έτος 427/426. Τα κεφάλαια 2-36 του βιβλίου Γ΄ είναι αφιερωμένα στην περιγραφή των γεγονότων στη Μυτιλήνη και αλλού, από τη στιγμή που η πόλη αποφασίζει να αποσχιστεί από τους Αθηναίους. Στο κεφάλαιο 35, είδαμε τη συνέλευση των Αθηνών, εξαγριωμένη διότι θεωρεί το γεγονός εξαιρετικά δόλια προδοσία, να αποφασίζει την εκτέλεση όλων των ενήλικων Μυτιληναίων και την υποδούλωση των γυναικών και των παιδιών. Η νύχτα περνά, οι Αθηναίοι αρχίζουν να μετανοούν που έλαβαν μια τόσο τρομερή απόφαση και δέχονται την πρόταση των αντιπροσώπων των Μυτιληναίων και των φίλων τους να επανασυγκαλέσουν τη συνέλευση. Εκεί έρχονται αντιμέτωπες δύο θέσεις, οι οποίες εκτίθενται στις ομιλίες του Κλέωνα και του Διοδότου στα κεφάλαια 37-48.
Ο Κλέων αρχίζει προτάσσοντας απόψεις που θα συναντήσουμε όταν μιλήσουμε για τον Πολιτικό του Πλάτωνα, και πρώτα απ’ όλα την ιδέα της αστάθειας του πλήθους: είστε έτοιμοι να δικαιώσετε αυτούς οι οποίοι ισχυρίζονται ότι μια δημοκρατία δεν θα μπορούσε να έχει ηγεμονία, διότι αφού πήρατε μια απόφαση χτες, την αναθεωρείτε σήμερα (37.1)· κυρίως λέει: είμαι απολύτως πεπεισμένος ότι είναι προτιμότεροι οι κακοί νόμοι, οι οποίοι όμως δεν αλλάζουν, παρά οι καλοί, που αλλάζουν κάθε είκοσι τέσσερις ώρες (37.3). Την ίδια άποψη θα συναντήσουμε κατά λέξη στον Πλάτωνα.
Από μια πλευρά, ο λόγος του Κλέωνα βρίσκεται ως προς αυτό στον αντίποδα του Επιταφίου, και μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο Θουκυδίδης θέλησε να τον παρουσιάσει ως πραγματική αντίθεση. Σκέψη, επιχειρηματολογία, ρητορικοί διαξιφισμοί, εκφραστικές επινοήσεις – ο Κλέων εκφράζει την απόλυτη περιφρόνησή του και δεν βρίσκει τίποτε θετικό. Είναι, ωστόσο, πολύ επιδέξιος και παίζει λίγο το παιχνίδι το οποίο, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη (Β΄, 65.8.), έπαιζε και ο Περικλής: να αντιμετωπίζεις δηλαδή χωρίς δισταγμό, ακόμα και να προκαλείς τους ακροατές σου. Από την άποψη αυτή, ο Κλέων δεν είναι «δημαγωγός» με τη σημερινή σημασία του όρου. ξεχάστε όλα όσα διαβάσατε στον Πλάτωνα σχετικά με τις «κολακείες» των δημαγωγών. Ο Κλέων, ο οποίος παριστάνει πως περιφρονεί τους ρήτορες, έχει τον τρόπο του: σας λέω σαν άνδρας προς άνδρες, ότι αν δεν ήσασταν οι ηλίθιοι, που είστε, αυτό θα είχατε κάνει κι αν μπορώ να σας μιλώ κατ’ αυτό τον τρόπο, είναι γιατί προφανώς δεν είστε ηλίθιοι.
Και κάτι αξιοσημείωτο: σε αυτό τον βίαιο λόγο, ο Κλέων επικαλείται κυρίως το δίκαιο. Οι Αθηναίοι δεν καταπάτησαν τα δικαιώματα των Μυτιληναίων. εκείνοι τοποθέτησαν την ισχύ πάνω από το νόμο. Και για τον Κλέωνα επίσης, δίκαιο και συμφέρον συμπλέουν: αν οι σύμμαχοι, λέει κυνικά, δουν ότι το τίμημα της εξέγερσης δεν είναι τρομακτικό, θα μπουν στον πειρασμό να εξεγερθούν και εκείνοι. Πρέπει πάνω απ’ όλα να δυσπιστούμε, προσθέτει, απέναντι σε τρία ιδιαίτερα επιζήμια για την άσκηση της εξουσίας συναισθήματα: τον οίκτο, την ευχαρίστηση που δίνουν τα λόγια –βρισκόμαστε στην Ελλάδα– και την επιείκεια. Δεν συμφέρει διόλου να επιδεικνύεται οίκτος και επιείκεια απέναντι σε αυτούς οι οποίοι θα παραμείνουν ούτως ή άλλως εχθροί, ενώ η απόλαυση των λόγων θα πληρωθεί ακριβά αργότερα. (Γ’, 39.3; 39.7; 40, 2-3). Εν ολίγοις, λέει, σας συμβουλεύω τά τε δίκαια καὶ τὰ ξύμφορα, αυτό που είναι ταυτοχρόνως δίκαιο και προς το συμφέρον σας (Γ΄, 40.4.) Στο συμπέρασμά του υπάρχει μια διατύπωση φοβερή και συνάμα ωραία παρά τη βαναυσότητά της, καθώς επίσης και πολύ αληθινή από μια άποψη στον Θουκυδίδη, σπανίως είναι ασήμαντα τα επιχειρήματα που προβάλλονται ένθεν κακείθεν: εἰ γὰρ οὗτοι ὀρθῶς ἀπέστησαν, ὑμεῖς ἄν οὐ χρεὼν ἄρχοιτε, αν αυτοί είχαν δίκιο να εξεγερθούν, το φταίξιμο είναι δικό σας, γιατί εσείς έχετε την κυριαρχία.
Ο Διόδοτος, ο οποίος παίρνει το λόγο για να αντιταχθεί στον Κλέωνα, παραθέτει αρχικά (κεφάλαια 42-43) κάποιες εξαιρετικές παρατηρήσεις περί ρητορικής και δημοκρατίας –περί ευθύνης του ρήτορα και των πολιτών–, οι οποίες ευθυγραμμίζονται απόλυτα με τα όσα λέει ο Περικλής στον Επιτάφιο. Τελικά θα καταφέρει να κάνει τους Αθηναίους να αναθεωρήσουν την απόφασή τους και να αποφευχθεί η σφαγή. Το ουσιώδες επιχείρημά του είναι: δεν μας ενδιαφέρει να διαπιστώσουμε αν οι Μυτιληναίοι είναι ένοχοι ή όχι και να τους καταδικάσουμε γι’ αυτό που πιστεύουμε ότι συνιστά το αδίκημά τους. το ζήτημα είναι να δούμε τι είναι χρήσιμο για εμάς, πού βρίσκεται το συμφέρον μας; Εμείς δεν είμαστε δικαστές σε μια δίκη κατά των Μυτιληναίων, επομένως μας είναι άχρηστα τα περί δικαίου επιχειρήματα. Εμείς διαβουλευόμαστε για την τύχη τους. Δεν στεκόμαστε απέναντί τους σαν ίσος προς ίσο· ο Πάχης, ο Αθηναίος στρατηγός, κατέχει τη Μυτιλήνη και οι υπεύθυνοι της εξέγερσης βρίσκονται στο έλεος των Αθηναίων. επομένως, τα επιχειρήματα του Κλέωνα για το ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο δεν έχουν θέση εδώ (Γ΄, 44.) (Το έχετε ξανακούσει αυτό: εκεί όπου δεν υπάρχει ισότητα, η συζήτηση για το δίκαιο ή τη δικαιοσύνη δεν έχει νόημα, το δίκαιο ισχύει μόνο μεταξύ ίσων.)
Ακολουθεί μια μακροσκελής παρέκβαση, στην οποία δεν μπορώ να επεκταθώ, που συγκεντρώνει τα επιχειρήματα του Διοδότου κατά της θανατικής ποινής (Γ’, 45), θα δείτε ότι ο κύριος Badinter δεν είπε τίποτε καλύτερο έκτοτε. Ο Διόδοτος ενδιαφέρεται εδώ γι’ αυτά που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε προβλήματα της φιλοσοφίας του ποινικού δικαίου. Γνωρίζετε ότι υπάρχουν επ’ αυτού τρεις θεωρίες: η θεωρία της ανταπόδοσης (ένα έγκλημα διαπράχθηκε, πρέπει επομένως να τιμωρηθεί ο δράστης σε αντιστάθμιση), η θεωρία της γενικής πρόληψης (πρέπει να τιμωρηθεί, για να μην μπορούν να πιστεύουν οι άλλοι ότι είναι ελεύθεροι να το διαπράξουν ατιμωρητί) και η θεωρία της ειδικής πρόληψης (το τάδε άτομο ρέπει προς το έγκλημα, οπότε πρέπει να το εμποδίσουμε να βλάψει). Ο Διόδοτος μιλά μόνο για τη θεωρία της γενικής πρόληψης και διατυπώνει το σκεπτικό του με αρκετά ωραίο τρόπο. Ανέκαθεν οι άνθρωποι έπρατταν το κακό, παραβίαζαν τους νόμους, και ανέκαθεν γινόταν προσπάθεια να εμποδιστούν με αυστηρότερες ποινές. Η θανατική ποινή, που επιβάλλεται όλο και συχνότερα, δεν εμπόδισε ποτέ τα άτομα ή τις πόλεις να πράξουν το κακό – έτσι είναι η ανθρώπινη φύση. Δεν πρέπει λοιπόν να βασίζεστε ιδιαίτερα σε αυτή την ποινή.
Εξάλλου, προσθέτει ο Διόδοτος (Γ΄, 46.1-2), αν καταδικάσετε όλους τους Μυτιληναίους σε θάνατο, στο μέλλον κάθε εξεγερμένη πόλη, γνωρίζοντας ότι δεν έχει άλλη λύση, θα πολεμήσει μέχρι εσχάτων. Στη συνέχεια, θα εισαγάγει μια άλλη πολύ σημαντική θεώρηση, διότι μας θυμίζει σε ποιο βαθμό ενυπάρχει στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, όπως σας το είπα ήδη, μια διάσταση εμφύλιου πολέμου ανάμεσα στο δῆμον και στους ὀλίγους. Λέει στους Αθηναίους: μην ξεχνάτε ότι ο δῆμος της Μυτιλήνης ήταν εναντίον της εξέγερσης που οργάνωσαν οι ὀλίγοι και ότι σας βοήθησε να καταλάβετε την πόλη. Αν τους σκοτώσετε όλους, θα απομακρύνετε όλους όσοι σας συμπαθούν σε άλλες πόλεις (Γ΄, 47.2-3). Και αυτός ο μακιαβελικός λόγος, με την αληθινή έννοια του όρου, τελειώνει με την εξής προτροπή: μιλώντας σας κατ’ αυτό τον τρόπο, δεν επικαλούμαι ούτε τον οίκτο ούτε την επιείκειά σας, τα οποία δεν χρειάζεται να λάβετε υπόψη, να ακούσετε μόνο τα επιχειρήματά μου –κάνω έκκληση στη λογική σας και στο συμφέρον σας– για να πάρετε τη σωστή απόφαση. (Γ΄, 48.1. )
Εξίσου ενδιαφέρουσα, από την άποψη που μας απασχολεί εδώ, είναι η υπόθεση των Πλαταιών, στα κεφ. 52-68 του βιβλ. Γ΄. Οι Πλαταιές είναι μια μικρή πόλη της Βοιωτίας, η οποία έγινε σύμμαχος των Αθηνών και στο παρελθόν είχε διακριθεί διότι οι Πλαταιείς υπήρξαν οι μόνοι Έλληνες οι οποίοι πολέμησαν στο πλευρό των Αθηναίων στη μάχη του Μαραθώνα. Όταν οι Πέρσες εισέβαλαν στην Ελλάδα, ήταν οι μόνοι Βοιωτοί οι οποίοι δεν τάχθηκαν με το μέρος τους, σε αντίθεση με τους Θηβαίους, πράγμα που αναζωπύρωσε την παλιά έχθρα ανάμεσα στις δύο πόλεις.
Το βιβλίο Β΄ αρχίζει με ένα επεισόδιο όπου βλέπουμε τους Θηβαίους να προσπαθούν ανεπιτυχώς να καταλάβουν την πόλη των Πλαταιών με τη σύμπραξη μιας ομάδας αριστοκρατών, πριν ακόμη αρχίσουν οι εχθροπραξίες. Το 427, η πόλη πολιορκείται ήδη επί δύο χρόνια από τους Βοιωτούς και τους Σπαρτιάτες. Η μισή φρουρά έχει κατορθώσει να διασχίσει τις εχθρικές γραμμές και να διαφύγει, ενώ όσοι απέμειναν – 200 Πλαταιείς και 30 Αθηναίοι περίπου– είναι εξουθενωμένοι. (Β΄, 2-6; 71-78΄ Γ΄, 20-24). Οι Λακεδαιμόνιοι προτιμούν σαφώς να τους παραδοθεί η πόλη, διότι τότε δεν θα χρειαστεί να την επιστρέψουν ως πολεμική κατάκτηση σε περίπτωση που συναφθεί εκεχειρία με τους Αθηναίους.
Στέλνουν λοιπόν έναν αγγελιοφόρο στους Πλαταιείς, βεβαιώνοντάς τους ότι αν παραδώσουν την πόλη αμαχητί, κανείς δεν θα τιμωρηθεί παρὰ δίκην, κατά παράβαση του νόμου. (Γ΄, 52.2). Οι Πλαταιείς δέχονται. Είναι δύσκολο, ομολογουμένως, να ξεπεράσει κανείς τους Λακεδαιμονίους σε διπροσωπία. Τότε έρχονται πέντε δικαστές από τη Λακεδαίμονα, και δεν ξανατίθεται πλέον ζήτημα δικαίου. οι δικαστές υποβάλλουν μία μόνο ερώτηση στους Πλαταιείς: έχετε κάνει κάτι προς όφελος της Σπάρτης κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου; Η δημηγορία των Πλαταιέων είναι συγκινητική γιατί ξέρουν πως είναι καταδικασμένοι εκ των προτέρων και δεν μπορούν να απαντήσουν σε ένα κατηγορητήριο το οποίο δεν είναι διατυπωμένο. Αν η ερώτησή σας απευθύνεται σε εχθρούς, λένε, δεν πρέπει να σας εκπλήσσει το ότι δεν έχουμε κάνει τίποτε για εσάς, αν απευθύνεται σε φίλους, κάνατε λάθος να μας επιτεθείτε. Δεν μπορούν παρά να επικαλεστούν το παρελθόν, το γεγονός ότι συνέβαλαν στη διάσωση της Ελλάδας απέναντι στους Πέρσες, την ανάμνηση των νεκρών Σπαρτιατών οι οποίοι έπεσαν άλλοτε στις Πλαταιές, το σεβασμό που οφείλεται στους αιχμαλώτους και το πόσο θα μπορούσε να βλάψει τη φήμη των Σπαρτιατών η αρνητική κριτική της ελληνικής κοινής γνώμης. (Γ΄, 53-59)
Ύστερα από μια ιδιαίτερα ειδεχθή δημηγορία των Θηβαίων –οι οποίοι (υπέρτατη ειρωνεία) επικαλούνται κυρίως το δίκαιο και τη δικαιοσύνη με ψευδοεπιχειρήματα όπως: οι Πλαταιείς δεν παραδόθηκαν ως ικέτες μετά από μάχη, αλλά υποβλήθηκαν στην κρίση των Σπαρτιατών κατόπιν συμφωνίας ( Γ΄, 67.5.)– οι πέντε Λακεδαιμόνιοι δικαστές επιμένουν στην ερώτηση: έχετε κάνει καλό στη Σπάρτη; Η ερώτηση απευθύνεται σε κάθε αιχμάλωτο στη σειρά. Με κάθε αρνητική απάντηση, ο αιχμάλωτος εκτελείται (Γ΄, 68.1-3).

