Συμπληρώνονται αυτές τις μέρες τέσσερα χρόνια από την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Το αποκορύφωμα της ρωσικής επιθετικότητας που ξεκίνησε πριν τέσσερα χρόνια έφερε τεκτονικές αλλαγές στην Ευρώπη, τέτοιες που ήταν δύσκολο να προβλεφθούν. Στο αφιέρωμα της ιστοσελίδας μας τις επόμενες μέρες θα επιχειρήσουμε να σκιαγραφήσουμε το ρωσικό καθεστώς, ποιοι ήταν οι παράγοντες που οδήγησαν τους Ουκρανούς σε μια τόσο αποτελεσματική αντίσταση και πώς η Ευρώπη ενόψει του ρωσικού κινδύνου σε συνδυασμό με την εποχή Τραμπ στις ΗΠΑ αλλάζει ρότα.
Απομονωμένος, βυθισμένος στην παράνοια, μοιάζει ολοένα και περισσότερο με τον σοβιετικό δικτάτορα
του Αντρέϊ Κολέσνικοφ* απόσπασμα από το βιβλίο των Εναλλακτικών Εκδόσεων, Ρωσία, Αυτοκρατορία ή έθνος κράτος; Ο Πούτιν, ο Ντούγκιν και ο Ναβάλνι (Συλλογικό).
Όσο πιο σκληρό και καταπιεστικό γίνεται το καθεστώς του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν, τόσο πιο επιτυχημένη φαίνεται στους απλούς Ρώσους η εποχή της κυριαρχίας του Ιωσήφ Στάλιν. Στα πέντε χρόνια που προηγήθηκαν του 2021, ο αριθμός των Ρώσων που συμφωνούν ότι «ο Στάλιν ήταν μεγάλος ηγέτης» διπλασιάστηκε από 28% σε 56%, σύμφωνα με δημοσκοπήσεις που διεξήγαγε το ανεξάρτητο Κέντρο Levada – και την ίδια περίοδο, ο αριθμός εκείνων που διαφωνούσαν με αυτή την τοποθέτηση μειώθηκε από 23% σε 14%. Από το 2015, ο Στάλιν εξυμνείται στις εθνικές γιορτές και η συζήτηση για την καταστολή και την καταπίεση με την οποία συνδέθηκε έχει σε μεγάλο βαθμό καταπνιγεί. Το ενδιαφέρον για τον σοβιετικό δικτάτορα είναι τέτοιο που μερικές φορές φαίνεται σαν να ανταγωνίζεται εκείνο για τον Πούτιν. Πιθανότατα, ωστόσο, απλώς λειτουργεί ως χείρα βοηθείας από το μακρινό παρελθόν, καθησυχάζοντας τον σύγχρονο ακόλουθό του ότι βρίσκεται στον σωστό δρόμο.
Δεν είναι μόνο ότι η σιδηρά πυγμή του Στάλιν έχει γίνει πρότυπο για τη σημερινή ηγεσία του Κρεμλίνου. Όλο και πιο πολύ, ο ίδιος ο Πούτιν μοιάζει με τον Στάλιν στα τελευταία του χρόνια, όταν ο σοβιετικός ηγέτης είχε γίνει περισσότερο βάναυσος και παρανοϊκός. Στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Στάλιν βρισκόταν στην εξουσία για περισσότερα από 20 χρόνια, και από τότε μέχρι τον θάνατό του, το 1953, οδήγησε το καθεστώς του σε νέα άκρα αυταρχισμού: μηδενική ανοχή στις διαφορετικές απόψεις, διαρκής καχυποψία για τους στενούς του συνεργάτες, επιδεικτική, απροκάλυπτη κτηνωδία, ψευδαισθήσεις και εμμονικές ιδέες. Όπως και ο Στάλιν στην ύστερη περίοδό του, έτσι και ο Πούτιν έχει περάσει περισσότερα από 20 χρόνια στην εξουσία (συμπεριλαμβανομένου του διαλείμματος της πρωθυπουργίας, από το 2008 έως το 2012) και, στην τρέχουσα προεδρική θητεία του, η οποία ξεκίνησε το 2018, έχει επιδείξει πολλά από τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, αναθεώρησε το ρωσικό Σύνταγμα για να μηδενίσει το ρολόι της προεδρικής του θητείας, ενορχήστρωσε τη δηλητηρίαση και τη σύλληψη του ηγέτη της αντιπολίτευσης, Αλεξέι Ναβάλνι, και ξεκίνησε έναν πόλεμο με καταστροφικές συνέπειες για ολόκληρο τον πλανήτη.
Σήμερα, το 2022, η Ρωσία έχει μεταβληθεί σε μια ολοκληρωτικά προσωποπαγή απολυταρχία. Με την υιοθέτηση της αυτοκρατορικής και εθνικιστικής ιδεολογίας, την ανελέητη καταστολή της κοινωνίας των πολιτών και κάθε μορφής διαφωνίας και την πολεμική κινητοποίηση σχεδόν ολόκληρης της χώρας, ο Πούτιν έχει οδηγήσει στην αναβίωση όλων των κλασικών στοιχείων του σταλινικού ολοκληρωτισμού, από την προσωπολατρία μέχρι την εξύμνηση του ηρωικού θανάτου.
Στη ζώνη του λυκόφωτος
Οι ομοιότητες μεταξύ του ύστερου Πούτιν και του ύστερου Στάλιν ξεκινούν από το στυλ και το μοντέλο ηγεσίας. Για τον Πούτιν, όπως και για τον Στάλιν, η διαδικασία λήψης αποφάσεων καταλήγει σε ένα μόνο άτομο. Οι συνεργάτες και οι σύμβουλοι δεν έχουν σχεδόν καμία δυνατότητα να επηρεάσουν τον τύραννο ή να προτείνουν εναλλακτικές κινήσεις. Αυτό όχι μόνο δεν μοιάζει με τον τρόπο με τον οποίο χαράσσεται η πολιτική σε δημοκρατικά συστήματα, ή ακόμη και σε ημιαυταρχικά καθεστώτα, αλλά απέχει επίσης πολύ από τη συλλογική ηγεσία άλλων περιόδων της σοβιετικής ιστορίας, όπως εκείνη του Λεονίντ Μπρέζνιεφ. Κατά κάποιον τρόπο, ο Πούτιν έχει ξεπεράσει ακόμη και το είδωλό του στην εξατομίκευση της διακυβέρνησης. Ο Στάλιν, για παράδειγμα, προτιμούσε να μιλάει σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο: «Θα σας πυροβολήσουμε». Στον Πούτιν αρέσει επίσης να μιλάει στο όνομα της χώρας ή των ελίτ, αλλά τον Οκτώβριο, όταν ρωτήθηκε αν μετάνιωσε για κάτι σχετικά με την «ειδική επιχείρηση» στην Ουκρανία, αναγνώρισε ότι ο πόλεμος ήταν το προσωπικό του έργο. «Οι ενέργειές μου ήταν οι σωστές, τη σωστή στιγμή», απάντησε.
Ο Πούτιν διδάχτηκε από τον σοβιετικό δικτάτορα και πώς να διαχειρίζεται το δικό του καθεστώς. Στο τέλος της ζωής του, ο Στάλιν γινόταν όλο και πιο καχύποπτος απέναντι στον στενό του κύκλο. Συχνά, οι στενοί του συνεργάτες γίνονταν αποδέκτες της οργής του, όπως ο Βιατσεσλάβ Μολότοφ, υπουργός Εξωτερικών και επί μακρόν αναπληρωτής του. Το φθινόπωρο του 1945, επιστρέφοντας στη Μόσχα έπειτα από ένα διάστημα απουσίας, ο Στάλιν επιτέθηκε στους άνδρες που κάποτε έμοιαζαν να είναι οι πιο πιστοί του υπαρχηγοί –τον Λαβρέντι Μπέρια, αρχηγό της μυστικής αστυνομίας, τον Γκεόργκι Μαλένκοφ, μέλος του Πολιτικού Γραφείου με μεγάλη επιρροή, τον Αναστάς Μικογιάν, υπουργό Εμπορίου, και τον Μολότοφ– επειδή επέτρεψαν στην Pravda να δημοσιεύσει αποσπάσματα μιας ομιλίας του Βρετανού πρωθυπουργού Ουίνστον Τσόρτσιλ. Ο Μολότοφ ανέλαβε την ευθύνη για τη δημοσίευση, μόνο και μόνο για να βρεθεί και πάλι στο στόχαστρο για τη χαλάρωση των κανόνων λογοκρισίας των ξένων ανταποκριτών. Σε τηλεγράφημά του προς τους Μπέρια, Μαλένκοφ και Μικογιάν, ο Στάλιν παραπονέθηκε πως «ο Μολότοφ δεν φαίνεται να αξιολογεί επαρκώς τα συμφέροντα του κράτους ή το κύρος της κυβέρνησής μας». Μετά από αυτό το επεισόδιο, η δεύτερη εξέχουσα προσωπικότητα της Σοβιετικής Ένωσης έπαψε πλέον να θεωρείται διάδοχος του δικτάτορα. Και δεν ήταν μόνο ο Μολότοφ που έπεσε σε δυσμένεια: κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, άλλα μέλη του στενού κύκλου του Στάλιν βρέθηκαν επίσης σε δυσμένεια για τον έναν ή τον άλλο λόγο – ή, συχνά, χωρίς κανέναν λόγο.

Εκτός από τον θάνατο, τίποτε και κανείς δεν μπορούσε να σταματήσει τον Στάλιν
Όπως ο Στάλιν, κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, έτσι και ο Πούτιν έχει αποκτήσει απόλυτο έλεγχο πάνω στις ελίτ της Ρωσίας, οι οποίες, παράλυτες από φόβο, τον μισούν κρυφά. Επί Στάλιν, η έκταση αυτού του μίσους δεν ήταν ποτέ πιο εμφανής απ’ ό,τι λίγο πριν, αλλά και μετά, τον θάνατό του, όταν ο Νικήτα Χρουστσόφ, ο Μπέρια και ο Μαλένκοφ, που έριζαν για τη διαδοχή, διαγκωνίζονταν για να φιλελευθεροποιήσουν το καθεστώς όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Οι σημερινές ελίτ φοβούνται μεν τον Πούτιν αλλά, ακόμα περισσότερο, φοβούνται ο ένας τον άλλον, ακριβώς όπως έκαναν οι προκάτοχοί τους επί Στάλιν. Όπως και ο σοβιετικός δεσπότης, ο Πούτιν προτιμά να παραμένει εσώκλειστος στις πολλές κατοικίες του, όπου έχει απομονωθεί τόσο σε πολιτικό όσο και σε ανθρώπινο επίπεδο. Η κατοικία του Πούτιν στο Σότσι, για παράδειγμα, όπου περνάει όλο και περισσότερο χρόνο, θυμίζει την πολύ πιο ταπεινή αλλά εξίσου προσεκτικά φυλασσόμενη ντάτσα στην Αμπχαζία, στην οποία αποσύρθηκε ο Στάλιν τον Οκτώβριο του 1945, αφότου υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο ή καρδιακή προσβολή. Είναι αξιοσημείωτο ότι τα καταφύγια των δύο δικτατόρων δεν απέχουν πολύ περισσότερο από 30 μίλια το ένα από το άλλο, στην άνετη υποτροπική ζώνη της ακτής της Μαύρης Θάλασσας, στον Καύκασο.
Επίσης, όπως ο Στάλιν, ο Πούτιν δεν έχει λάβει δραστικά μέτρα εναντίον των μελών του στενού του κύκλου. Αλλά ο εκνευρισμός του για τα λόγια και τις πράξεις τους θυμίζει τον Στάλιν. Θυμηθείτε, για παράδειγμα, την περιβόητη, τηλεοπτικά μεταδοθείσα συνάντηση που είχε ο Πούτιν με τους κορυφαίους συμβούλους εθνικής ασφαλείας του, την παραμονή της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία. Καθισμένος μόνος του σε ένα γραφείο, σε μια μεγάλη αίθουσα με κίονες, με τους συμβούλους του να στριμώχνονται σε μια μακρινή γωνιά της αίθουσας, ο Πούτιν κατσάδιασε τον επικεφαλής των εξωτερικών μυστικών υπηρεσιών του, Σεργκέι Ναρίσκιν, καθώς αυτός δεν είχε διαβάσει το μάθημά του, και μπέρδεψε την αναγνώριση των αυτονομιστικών δημοκρατιών της ανατολικής Ουκρανίας από τη Ρωσία με την προσάρτησή τους σε αυτήν. (Αυτό το μέρος του σχεδίου θα ερχόταν αργότερα).
Στην ίδια συνάντηση, ο Πούτιν είχε μια μπερδεμένη και οργισμένη συζήτηση με τον Ντμίτρι Κόζακ, έναν παλιό συνεργάτη του, υπεύθυνο για τις διαπραγματεύσεις με την Ουκρανία σχετικά με την εφαρμογή των συμφωνιών του Μινσκ. Μετά τη συνάντηση, ο Κόζακ εξαφανίστηκε εντελώς από τη δημόσια θέα. Τον Σεπτέμβριο, άνθρωποι που βρίσκονται κοντά στο Κρεμλίνο αποκάλυψαν στο Reuters ότι, πριν από την ειδική επιχείρηση, ο Κόζακ είχε προφανώς διαπραγματευτεί αποσπώντας μια υπόσχεση από την Ουκρανία ότι δεν θα ενταχθεί στο ΝΑΤΟ, κάτι που θα ακύρωνε έναν από τους βασικούς λόγους που οδήγησαν την εισβολή της Ρωσίας. Αλλά ο Πούτιν δεν ενδιαφέρθηκε: είχε ήδη αποφασίσει να κάνει πόλεμο.
Στηρίξτε το Άρδην και τις Εναλλακτικές Εκδόσεις κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.
