Ο Κάρολος ΙΒ΄ και ο Ιβάν Μαζέπα μετά τη μάχη της Πολτάβα το 1709. Πίνακας του Gustaf Cederström
Συμπληρώνονται αυτές τις μέρες τέσσερα χρόνια από την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Το αποκορύφωμα της ρωσικής επιθετικότητας που ξεκίνησε πριν τέσσερα χρόνια έφερε τεκτονικές αλλαγές στην Ευρώπη, τέτοιες που ήταν δύσκολο να προβλεφθούν. Στο αφιέρωμα της ιστοσελίδας μας τις επόμενες μέρες θα επιχειρήσουμε να σκιαγραφήσουμε το ρωσικό καθεστώς, ποιοι ήταν οι παράγοντες που οδήγησαν τους Ουκρανούς σε μια τόσο αποτελεσματική αντίσταση και πώς η Ευρώπη ενόψει του ρωσικού κινδύνου σε συνδυασμό με την εποχή Τραμπ στις ΗΠΑ αλλάζει ρότα.
του Βολοντιμίρ Γερμολένκο, το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 2022, στην ενημερωτική ιστοσελίδα Ukraine World. Δημοσιεύτηκε στο βιβλίο των Εναλλακτικών Εκδόσεων, Ουκρανία: Η ρωσική εισβολή και ο πόλεμος της προπαγάνδας σε μετάφραση Γιώργου Ρακκά.
Το 1709, κοντά στην Πολτάβα, ο σουηδικός στρατός, υπό τον Κάρολο ΧΙΙΙ, ηττήθηκε από τον ρωσικό στρατό του τσάρου Πέτρου Α΄. Η μάχη εξασθένισε σε σημαντικό βαθμό τις σουηδικές κτήσεις της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και, παράλληλα, άνοιξε τον δρόμο στον ρωσικό αυτοκρατορικό επεκτατισμό. Σε αυτή τη μάχη συμμετείχε και ένα σημαντικός παράγοντας ουκρανικής προελεύσεως.
Η απόφαση του αταμάνου[2], Ιβάν Μαζέπα, να πάρει το μέρος του Σουηδού βασιλιά εναντίον του Ρώσου τσάρου είχε βαθύτερες ιστορικές αιτίες. Διαπαιδαγωγημένοι στο περιβάλλον της «ρεπουμπλικανικής μοναρχίας», που χαρακτήριζε την Πολωνο-λιθουανική Κοινοπολιτεία, οι Ουκρανοί Κοζάκοι είχαν διαμορφώσει μια συμβασιακή αντίληψη για την πολιτική. Σύμφωνα με την ουκρανική πολιτική παράδοση, όταν, στα μέσα του 17ου αιώνα, οι Κοζάκοι, υπό τον αταμάνο Μπογντάν Χμελνίτσκι, αποφάσισαν να έρθουν σε συμφωνία με τον τσάρο της Μοσχοβίας, επρόκειτο για μια συμφωνία αμοιβαίων υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων του τσάρου. Η μοσχοβίτικη/ρωσική παράδοση, αντίθετα, τονίζει ότι ο τσάρος είναι αυτοκράτορας, δηλαδή πηγή της εξουσίας του είναι ο ίδιος, και ως εκ τούτου δεν μπορεί ποτέ να έχει υποχρεώσεις έναντι οποιουδήποτε. Η εξέγερση του Μαζέπα κατά του Πέτρου Α΄, ήταν η συνέχεια αυτής της θεμελιώδους αντίθεσης σχετικά με την ουσία και τις μεθόδους της πολιτικής ζωής.
Η σύγκρουση μεταξύ της ρωσικής και της ουκρανικής θέασης για την πολιτική συνιστούσε μια αντανάκλαση της μακροχρόνιας σύγκρουσης ανάμεσα στο δεσποτικό και το δημοκρατικό στοιχείο που διατρέχει όλη την ευρωπαϊκή ιστορία.
Στη δημοκρατική προσέγγιση, η πολιτική αντιμετωπίζεται ως ζήτημα μιας συμφωνίας που συνάπτουν οι ελεύθεροι πολίτες μεταξύ τους, από την οποία απορρέουν συγκεκριμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις· στη δεσποτική προσέγγιση, η πολιτική αντιμετωπίζεται ως μια ιεραρχία κυριαρχίας, στην οποία ο δεσπότης βρίσκεται υπεράνω κάθε υποχρέωσης, ενώ η απεριόριστη άσκηση της εξουσίας από τον ίδιο έρχεται να επιβάλει υποχρεώσεις στους υπολοίπους.
Η ήττα των Σουηδών και των Κοζάκων στην Πολτάβα θα έχει βαθιές συνέπειες για ολόκληρη την Ευρώπη.
Έδωσε τέλος στην προοπτική επικράτησης ενός δημοκρατικού μοντέλου πολιτικής στην Ανατολική Ευρώπη. Άνοιξε επίσης τον δρόμο για τη ρωσική αυτοκρατορική επέκταση του 18ου αιώνα. Μέχρι το τέλος του, η ρωσική Αυτοκρατορία κατήργησε την αυτονομία των Ουκρανών Κοζάκων, ολοκλήρωσε τον διαμελισμό της Πολωνίας και έβαλε τέλος στο Χανάτο της Κριμαίας, προχωρώντας στην πρώτη προσάρτηση της χερσονήσου. Μέσα στη δεκαετία του 1770, ο ένας μετά τον άλλον, οι Πολωνοί, οι Ουκρανοί και οι Τάταροι της Κριμαίας έχασαν την κυριαρχία ή την αυτονομία τους. Τον 19ο αιώνα, ιδίως μετά το συνέδριο της Βιέννης του 1815, όταν η ρωσική αυτοκρατορία κατέλαβε το μεγαλύτερο μέρος της σημερινής Πολωνίας, «Ανατολική Ευρώπη» σήμαινε ουσιαστικά «Ρωσία» – ένας ενιαίος χώρος όπου η αυτοκρατορία καταπίεζε όλες τις υπόλοιπες κουλτούρες. Αυτή η τυραννική ενοποίηση είχε ως αφετηρία της τον Πέτρο Α΄, και ξεκίνησε ουσιαστικά με τη μάχη της Πολτάβας.
Όταν σήμερα ο Πούτιν βλέπει τον Πέτρο Α΄ ως πρότυπό του, ξέρει ακριβώς για τι πράγμα μιλάει: ο Πέτρος κατόρθωσε να εξαλείψει αλλά και να καταδικάσει στη λήθη το δημοκρατικό μοντέλο πολιτικής στην Ανατολική Ευρώπη, και να βάλει στη θέση του το δεσποτικό μοντέλο της Ρωσίας. Η μάχη της Πολτάβας αποτέλεσε το κρίσιμο σημείο καμπής για την αποδυνάμωση του δημοκρατικού πνεύματος της Ανατολικής Ευρώπης.
Ήταν επίσης ένα επεισόδιο που αποτελεί παράδειγμα για τη ρωσική κτηνωδία. Αφού ο Μαζέπα αποφάσισε να πάρει το μέρος του Καρόλου ΙΒ΄, οι Ρώσοι κατέλαβαν την πρωτεύουσα του αταμάνου, το Μπατιρίν, και την έκαψαν ολοσχερώς, εξοντώνοντας πάνω από 10 χιλιάδες ανθρώπους σε μια μέρα. Με την πράξη τους αυτή έκαναν φανερό ότι δεν θα ανεχθούν καμία εναλλακτική λύση στην κυριαρχία τους σε αυτό το μέρος του κόσμου και ότι θα χρησιμοποιούσαν κάθε δυνατή βαναυσότητα για να το επιβάλουν.
* * *

Ο Αλεξάντερ Πούσκιν, τον οποίο οι Ρώσοι θεωρούν ως τον θεμελιωτή της σύγχρονης λογοτεχνίας τους, είχε κάτι σημαντικό να πει για την ιστορία αυτή. Η Πολτάβα, το ποίημά του που δημοσιεύτηκε το 1829, επιδίωκε να παρουσιάσει τη ρωσική εκδοχή της ιστορίας του Ιβάν Μαζέπα. Ο Πούσκιν είχε ισχυρούς ανταγωνιστές: Ο Μπάιρον και ο Βίκτωρ Ουγκώ στη λογοτεχνία, ο Ντελακρουά και ο Ζερικώ στη ζωγραφική φιλοτέχνησαν μια «ρομαντική» εκδοχή του νεαρού Μαζέπα (ή Μαζέππα, όπως έγραφαν το όνομά του): έναν χαρακτήρα που αμφισβητούσε τόσο τους πολιτικούς όσο και τους ερωτικούς νόμους της εποχής. Στο ποίημα του Μπάιρον, ο Μαζέππα ήταν ένα μείγμα Τσάιλντ Χάρολντ και Δον Ζουάν.
Ο Πούσκιν προσπάθησε να αποδομήσει τον θαυμασμό της Ευρώπης για τον Ουκρανό αταμάνο· παρουσίασε τον Μαζέπα ως ένα κοινό προδότη, ερωτικά και πολιτικά διεστραμμένο, που εγκατέλειψε τους ίδιους τους φίλους του, αλλά και τον τσάρο του.
Η διάγνωσή του προχώρησε ακόμα περισσότερο: οι Ουκρανοί Κοζάκοι απεικονίζονταν ως αιμοδιψείς ληστές, τέκνα μιας εποχής που έπρεπε να ξεπεραστεί και να καταδικαστεί στη λήθη: «φίλοι περασμένων, αιμοσταγών καιρών».
Στους αιώνες που διαδέχθηκαν τη μάχη της Πολτάβας, οι Ρώσοι ενεπλάκησαν σε πολέμους τους οποίους ερμήνευαν πάντοτε ως «εισβολές» της Δύσης. Τη σουηδική εκστρατεία στις αρχές του 18ου αιώνα ακολούθησε ο ναπολεόντειος πόλεμος στις αρχές του 19ου και η γερμανική πρόκληση στους παγκόσμιους πολέμους του 20ού αιώνα. Αυτό δημιούργησε έναν από τους κεντρικούς μύθους της Ρωσίας ότι «απειλείται» μονίμως από τη Δύση. Σύμφωνα με τον μύθο αυτόν, υπάρχει πάντοτε ένας ισχυρός δυτικός «επιτιθέμενος», που συνοδεύεται από «προδότες» και «συνεργάτες»: Ουκρανοί Κοζάκοι που συνέδραμαν τον Σουηδό βασιλιά, Πολωνοί τον Ναπολέοντα, και πάλι Ουκρανοί εθνικιστές που βοηθούσαν τους Γερμανούς στον 20ό αιώνα.
Αλλά αυτός ο μύθος περί «εισβολής» ήταν στην πραγματικότητα ένα προπέτασμα που χρησιμοποίησε η ρωσική ιδεολογία για να κρύψει τον δικό της επεκτατισμό. Έπειτα από κάθε ρωσική επιτυχία εναντίον του ξένου «εισβολέα», σειρά είχε η δική της αυτοκρατορική επέλαση.
Η νίκη επί του Καρόλου ΙΒ΄ άνοιξε τον δρόμο στους Ρώσους για την κατάκτηση της Ανατολικής Ευρώπης. Η νίκη επί του Ναπολέοντα κατέστησε τη Ρωσία ηγετικό πυλώνα της ευρωπαϊκής απολυταρχίας, έναν φάρο ελπίδας για τους Ευρωπαίους αντιδημοκράτες συντηρητικούς. Μέχρι το 1848, την «Άνοιξη των εθνών», ο ρόλος της ήταν αρκετά ισχυρός ώστε να επιτρέψει στον Φιοντόρ Τιούτσεφ, έναν Ρώσο συντηρητικό ποιητή, να γράψει ότι «εδώ και καιρό, δεν υπάρχουν πραγματικές δυνάμεις στην Ευρώπη, παρά μόνον η Επανάσταση και η Ρωσία». Σύμφωνα με τη θέση του, παρά τις επαναλαμβανόμενες «σταυροφορίες κατά της Ρωσίας», η Ρωσία θα επικρατήσει έναντι της παρακμιακής, επαναστατικής (διάβαζε: δημοκρατικής) Δύσης και θα καταστήσει την αυτοκρατορία της «ακόμη πιο τεράστια», plus immense encore. Τελικά, η επικράτηση του ρωσικού/σοβιετικού αυτοκρατορικού σχεδίου επί του γερμανικού αυτοκρατορικού σχεδίου τον 20ό αιώνα οδήγησε στη σοβιετική κατοχή της μισής Ευρώπης και την επιβολή δοτών αυταρχικών καθεστώτων από το Βερολίνο μέχρι την Μπρατισλάβα.
Και ναι, όλες αυτές οι πράξεις συνοδεύτηκαν από αναρίθμητες κτηνωδίες.
Σε όλο αυτόν τον επεκτατισμό, η κουλτούρα έπαιξε σημαντικό ρόλο. Ο Πούσκιν είχε πολλά να πει όχι μόνο για τους Ουκρανούς, αλλά και για τους Πολωνούς: το έργο του Προς τους συκοφάντες της Ρωσίας ήταν μια απάντηση στην πολωνική εξέγερση του 1830-1831 και μια προειδοποίηση προς την Ευρώπη να μην επεμβαίνει στις «σλαβικές υποθέσεις». Επρόκειτο για μια ευγενική προτροπή προς τη Δυτική Ευρώπη να μη βάλει εμπόδια στη ρωσική επιθυμία να συντρίψει την πολωνική προσπάθεια για ελευθερία. Ήταν επίσης μια υπενθύμιση ότι οι Ρώσοι μπορούν να νικήσουν τους Ευρωπαίους όποτε το θελήσουν. Η δυσανεξία της ρωσικής αυτοκρατορίας του 19ου αιώνα για τις πολωνικές εξεγέρσεις έχει έναν ενδιαφέροντα παραλληλισμό στο σημερινό μίσος των Ρώσων προς τις «έγχρωμες επαναστάσεις» των χωρών που παλαιότερα είχαν καταστήσει αποικίες τους – της Ουκρανίας συμπεριλαμβανομένης.
Το μοτίβο συνεχίστηκε: ο 19ος αιώνας σημαδεύτηκε στη ρωσική λογοτεχνία από την πάλη ανάμεσα στους σλαβόφιλους (παραδοσιακούς και συντηρητικούς) και τους δυτικόφιλους (κυρίως αριστερούς ριζοσπάστες). Το παράδοξο όμως είναι ότι, ακόμη και οι δυτικόφιλοι, στη αντίληψη που είχαν για τη Ρωσία και την Ευρώπη, καλλιεργούσαν τη μυθολογία του ρωσικού εξαιρετισμού, καθώς και μια έντονη δυσπιστία (ή και μίσος) για την «αστική» Ευρώπη. Αυτό οδήγησε τον Ντοστογιέφσκι να πει μια μέρα ότι «οι Ρώσοι Ευρωπαίοι σοσιαλιστές και κομμουνιστές δεν είναι πρωτίστως Ευρωπαίοι» και πως «θα καταλήξουν να γίνουν […] πραγματικοί Ρώσοι». Είχε δίκιο: οι μαρξιστές «δυτικόφιλοι», αφού με το πραξικόπημα των μπολσεβίκων του 1917 κέρδισαν σε μια διαμάχη που κράτησε περίπου έναν αιώνα, θα μετατρέψουν εν τέλει τη Ρωσία του 20ού αιώνα σε μια ακόμη πιο φρικτή, δεσποτική αυτοκρατορία.
Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό λάιτ-μοτίβ της ρωσικής κουλτούρας: ακόμα και οι «δυτικόφιλοι» ήταν στην πραγματικότητα εναντίον της Δύσης, και έτσι, ο κοινός παρονομαστής της ρωσικής κουλτούρας υπήρξε κατ’ εξοχήν αντιευρωπαϊκός.
* * *
Τούτων λεχθέντων, είναι σημαντικό να προσεγγίσουμε την ουκρανική και τη ρωσική πολιτική σκέψη ως θεμελιωδώς αποκλίνουσες μεταξύ τους.
Στην Ουκρανία, συντηρητικοί και φιλελεύθεροι έχουν στην πλειοψηφία τους συμφωνήσει ότι η Ουκρανία ανήκει στην Ευρώπη και τις πολιτικές της παραδόσεις. Στη Ρωσία, αυτή η συζήτηση βρίσκει συχνά τον αντίστροφο κοινό παρονομαστή: την αίσθηση ότι η Ρωσία αποτελεί μια εναλλακτική εκδοχή προς την Ευρώπη.
Ας πάρουμε για παράδειγμα τη σοσιαλιστική ιδέα. Στα τέλη του 19ου αιώνα, Ουκρανοί και Ρώσοι προσέγγιζαν τον «αναρχισμό» και τον σοσιαλισμό με αξιοσημείωτα διαφορετικό τρόπο. Ο Ουκρανός Ντραχομάνοφ, ο οποίος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη ρωσική Αυτοκρατορία και εγκαταστάθηκε στη Γενεύη, σκεφτόταν τον «αναρχισμό» ως μια αποκεντρωμένη προσέγγιση της πολιτικής και της οικονομίας, η οποία υποστηρίζει την πρωτοβουλία της βάσης και αρνείται την «από πάνω προς τα κάτω» δεσποτική προσέγγιση των πολιτικών σχέσεων. Στο πρόταγμά του, «αναρχισμός» σημαίνει πρώτα και πάνω απ’ όλα απουσία ενός μοναδικού κέντρου εξουσίας.
Σε αντίθεση με αυτόν, οι Ρώσοι αναρχικοί και κομμουνιστές, από τον Μπακούνιν μέχρι τον Πλεχάνοφ, επιδίωκαν πρωτίστως την ανατροπή του τσαρισμού και την εγκαθίδρυση μιας άλλης πηγής κάθετης εξουσίας. Ενώ για τον Ουκρανό Ντραχομάνοφ ο σοσιαλισμός ήταν ένας δρόμος προς την αποκέντρωση, οι Ρώσοι κατευθύνονταν προς μια άλλη μορφή συγκεντρωτικού κράτους, που απλώς θα αναποδογύριζε τις ιεραρχικές σχέσεις.
Αυτή η ασυμφωνία συνεχίστηκε και στις αρχές του 20ού αιώνα. Ενώ οι Ουκρανοί σοσιαλιστές όπως ο Βιννιτσένκο έβλεπαν τον σοσιαλισμό ως ένα κίνημα βάσης με τη συνεργασία μεταξύ των εργατών και τη συνιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, οι Ρώσοι σοσιαλιστές ήθελαν «τη δικτατορία του προλεταριάτου», την οποία εγκαθίδρυσαν μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους μπολσεβίκους, το 1917. Αντικατέστησαν, έτσι, μια απολυταρχία με μια άλλη.
Ένα άλλο παράδειγμα αφορά στην ανακάλυψη της Ασίας. Η μόδα για την Ασία εμφανίστηκε στις αρχές του 20ού αιώνα, γεγονός που οδήγησε διανοούμενους και συγγραφείς της ρωσικής Αυτοκρατορίας να στραφούν με μεγάλο ενδιαφέρον στην ιστορία της Ασίας. Ο Ουκρανός ιστορικός (με καταγωγή από την Κριμαία των Τατάρων) Αγαθάνγκελ Κρίμσκι, είχε σημαντική συνεισφορά ως προς τη σύνδεση της ευρωπαϊκής και της ασιατικής πολιτιστικής κληρονομιάς σε ένα ενιαίο οργανικό σχήμα. Για τον Ουκρανό αριστερό συγγραφέα Μίκολα Χιβλιόγι, ο οποίος εισήγαγε και το σύνθημα της «Ασιατικής Αναγέννησης», αυτό το ενδιαφέρον για την Ασία είχε το νόημα του να πάρουμε την πολιτιστική ενέργεια της Ανατολικής Ασίας και να την εμπλουτίσουμε με τις ευρωπαϊκές μορφές.
Στο ρωσικό πλαίσιο, οι ιδέες αυτές πήραν μια διαφορετική έκφραση: η ανάδυση του «ευρασιανισμού» στη δεκαετία του 1920 αποτέλεσε μια ακόμη παραλλαγή του μοτίβου «Ρωσία εναντίον Ευρώπης», στην οποία η αντίθεση αυτή διατυπώθηκε με το μοντέρνο λεξιλόγιο των «πολλαπλών πολιτισμών». Σύμφωνα με τους «ευρασιανιστές» (όπως ο πρίγκιπας Τρουμπετσκόι), η Ρωσία είναι ένας ξεχωριστός πολιτισμός που πρέπει να αμφισβητήσει τον ευρωπαϊκό και να περιορίσει τις οικουμενικές του αξιώσεις.
Μπορούμε να δούμε αυτές τις θεματικές να αναβιώνουν σήμερα. Ο ρωσικός νεοευρασιανισμός (του Αλεξάντερ Ντούγκιν και άλλων) αναδημιουργεί μια απροκάλυπτα ακροδεξιά και ριζοσπαστικά συντηρητική θέαση του κόσμου, στην οποία η Ρωσία αντιπαρατίθεται στη Δύση. Συγκεκαλυμμένα ή ανοιχτά, αυτή η ιδεολογία επικρατεί στον πουτινισμό. Στην Ουκρανία, αντίθετα, βλέπουμε έναν αξιοσημείωτο διάλογο, για παράδειγμα μεταξύ του χριστιανικού, του εβραϊκού και του μουσουλμανικού πολιτισμού, για να ενωθούν κάτω από το ίδιο σύνολο αξιών αξιοπρέπειας.
Αυτά είναι τα παραδείγματα των διαφορετικών δρόμων που επέλεξαν η ουκρανική και η ρωσική πολιτική παράδοση. Ενώ η ρωσική αναπαράγει συστηματικά την αντίθεσή της στην Ευρώπη, στις αξίες της ελευθερίας, της αποκέντρωσης, της πολυφωνίας και της δημοκρατίας, η ουκρανική τις τονίζει ως θεμέλιο και πηγή έμπνευσης.
* * *
Αυτή η σύντομη περιήγηση στην ιστορία των ιδεών μπορεί να μας βοηθήσει να σκεφτούμε βαθύτερα αυτό που συμβαίνει σήμερα.
Η Ρωσία είναι η τελευταία αυτοκρατορία στην Ευρώπη. Επιπλέον, είναι μια αυτοκρατορία η οποία δεν έχει μεταμεληθεί ποτέ για τα εγκλήματα του ιμπεριαλισμού της.
Σε αντίθεση με τα περισσότερα από τα ευρωπαϊκά έθνη, που κάποτε στην ιστορία τους είχαν οικοδομήσει αυτοκρατορίες, η Ρωσία είναι ακόμα απρόθυμη να προσεγγίσει κριτικά τη δική της αυτοκρατορική ιστορία.
Το «Ποτέ ξανά» ήταν ένα σύνθημα με το οποίο η Ευρώπη διακήρυττε τη δέσμευσή της να κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να αποφύγει την επανάληψη των εγκλημάτων του παρελθόντος. Τα συνθήματα της Ρωσίας είναι εντελώς διαφορετικά: «Μπορούμε να το ξανακάνουμε», «Μπορούμε να το επαναλάβουμε» – αυτά είναι συνθήματα ευρέως διαδεδομένα στη ρωσική κοινωνία, και υπονοούν ότι μπορούν να επαναλάβουν τη νίκη του 1945 επί της «Δύσης», και να αναβιώσουν τη Ρωσία εκείνης της εποχής, δηλαδή τη Ρωσία του Στάλιν.
Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι τα εγκλήματα της Ρωσίας δεν καταγγέλθηκαν ποτέ με κατηγορηματικό τρόπο. Οι δυτικές δημοκρατίες καταδίκασαν τα εγκλήματα του ναζισμού – αλλά υιοθέτησαν την επικίνδυνη τάση να θεωρούν το Ολοκαύτωμα ως «το» έγκλημα, σε σύγκριση με το οποίο όλα τα άλλα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων του σταλινισμού, ήταν «πολύ ήπια» και επομένως δεν άξιζαν ριζικής καταδίκης. Αλλά έγκλημα που δεν καταδικάζεται, επαναλαμβάνεται. Επανέρχεται, ξανά και ξανά, γίνεται ένας εκδικητής, ένα φάντασμα των νεκρών. Μετατρέπεται σε έναν φαύλο κύκλο του κακού. Σήμερα, με την απάνθρωπη και παρανοϊκά βάναυση εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, βιώνουμε εκ νέου την επιστροφή αυτού του κύκλου.
Η Ευρώπη έγινε πολύ επικριτική απέναντι στον δικό της πολιτισμό. Είναι σύνηθες να αναζητά κανείς «ιμπεριαλιστικές» και «οριενταλιστικές» επιρροές στον Φλομπέρ, τον Κίπλινγκ, τον Τζόζεφ Κόνραντ και σε πλείστους άλλους συγγραφείς και ζωγράφους του 19ου ή του 20ού αιώνα, ή να επισημαίνει ότι οι ιδρυτές των ΗΠΑ ήταν ως επί το πλείστον δουλοκτήτες. Αλλά απέχουμε ακόμη πολύ από το να εφαρμόσουμε την ίδια στάση έναντι της ρωσικής κουλτούρας. Μήπως υποβάλουμε τα ιμπεριαλιστικά ή «οριενταλιστικά» κείμενα των Ρώσων ποιητών, για τον Καύκασο και την Ουκρανία, στην ίδια κριτική που ασκούμε στους Ευρωπαίους συγγραφείς; Θέτουμε το ερώτημα γιατί υπάρχει ένας εντυπωσιακός παραλληλισμός μεταξύ του τρόπου με τον οποίο ο Πούσκιν απεικόνιζε τους Ουκρανούς Κοζάκους (ως «φίλους παλιών και αιματηρών εποχών») και του τρόπου με τον οποίον ο Πούτιν τώρα περιγράφει τους Ουκρανούς, ως απάνθρωπους ναζί; Δεν είναι η ίδια τακτική να παρουσιάζεται το θύμα ως δολοφόνος – και έτσι να νομιμοποιούνται οι βαναυσότητες εναντίον του; Δεν είναι η ίδια τακτική να χαρακτηρίζεις κάποιον ως γενοκτόνο, προκειμένου να δικαιολογήσεις τη γενοκτονία πάνω του; Μήπως θέσαμε ποτέ το ερώτημα του γιατί πρακτικά όλοι οι Ρώσοι «μεγάλοι στοχαστές», από τον Ντοστογιέφσκι και τον Σολοβιόφ μέχρι τον Σολζενίτσιν, ήταν τόσο αξιοσημείωτα αντιευρωπαϊστές και παρουσίαζαν την Ευρώπη ως μια παρηκμασμένη ήπειρο, όπου ο ψυχρός ορθολογισμός έχει νικήσει την υποτιθέμενη «πνευματικότητα» της ρωσικής ψυχής; Επρόκειτο όντως για μια αυθεντική κριτική προς την Ευρώπη; Ή μήπως ήταν απλώς η αδυναμία αναγνώρισης και αποδοχής των βασικών αξιών του ευρωπαϊκού πολιτισμού, της ισορροπίας, της αναλογίας, του νόμου, της λογικής, της κριτικής σκέψης και της πολλαπλότητας;
Η Ευρώπη θα πρέπει να σταματήσει να βλέπει τη Ρωσία ως «εναλλακτική», και να αναρωτηθεί γιατί η Ρωσία είναι τόσο απρόθυμη να δεχτεί οποιοδήποτε κριτική θέαση για τον εαυτό της. Είναι καλό να εξετάζουμε κριτικά τον ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό του 19ου και του 20ού αιώνα, αλλά θα ήταν σοφό να αναγνωρίσουμε ότι ο ρωσικός ιμπεριαλισμός ήταν τουλάχιστον εξίσου κακός – και σε πολλές περιπτώσεις χειρότερος.
Το βασικό του πρόβλημα είναι ότι εξακολουθεί να είναι ένας ιμπεριαλισμός υπερήφανος για το εγκληματικό του παρελθόν. Ένας ιμπεριαλισμός που δεν έχει μετανοήσει ποτέ για τα εγκλήματά του και ονειρεύεται να τα επαναλάβει. Κάτι που κάνει και αυτή τη στιγμή.
Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια κριτική προσέγγιση του ρωσικού πολιτισμού. Μερικές φορές, όντως, αποτελούσε μια εναλλακτική λύση στη σκληρότητα της ρωσικής πολιτικής – αλλά εξίσου συχνά υπήρξε και συνεργός της. Για να καταλάβουμε πώς συνέβη αυτό και γιατί, θα πρέπει να πάψουμε να είμαστε αφελείς.
Επιστρέφοντας στο επεισόδιο με το οποίο ξεκινήσαμε: η μάχη της Πολτάβας ήταν μια από τις ευκαιρίες να σταματήσει η επέκταση του νέου ρωσικού δεσποτισμού στην Ανατολική Ευρώπη. Η ευκαιρία αυτή χάθηκε. Και Ρώσοι ποιητές όπως ο Πούσκιν εξήραν αυτή την αποτυχία και περιέγραψαν τους Ουκρανούς Κοζάκους, οι οποίοι προσπάθησαν να σταματήσουν την αυτοκρατορική επέκταση, ως βίαια και σκληρά πλάσματα που θα έπρεπε να καταδικαστούν το συντομότερο δυνατό στη λήθη. Σαν να ήταν οι «Ναζί» του 19ου αιώνα.
Η κριτική προσέγγιση της ρωσικής κουλτούρας είναι μια από τις υποχρεώσεις μας σήμερα. Αυτή η προσέγγιση πρέπει να αναλύσει τι είναι αυτό που δεν πάει καλά με τις ρωσικές κοινωνικές και πολιτικές παραδόσεις και ποια είναι τα υγιή στοιχεία από τα οποία μπορεί να γεννηθεί μια νέα αντιδεσποτική κοινωνία που θα αντικαταστήσει τις ονειροφαντασίες για μια ρωσική αυτοκρατορία. Αυτή η κριτική προσέγγιση είναι ένας υγιής δρόμος για την ίδια τη Ρωσία – μια πιθανή διέξοδός της από τη σημερινή της παράνοια.
[2] Ο αταμάνος, είναι ο αιρετός επικεφαλής κάθε συνοικισμού των Κοζάκων, ή της επικράτειας που ήλεγχαν. Λίγο μετά τη μάχη της Πολτάβας και την υποδούλωση των Κοζάκων στους Ρώσους, ο ορισμός των αταμάνων περνάει στα χέρια του Τσάρου (σ.τ.μ.).

1 ΣΧΟΛΙΟ
Αξίζει η υπενθύμιση, ότι για τον σκληρό πυρήνα των Ρώσων «ευρασιανιστών» ιστορικών, ο αυτοκράτορας Μεγ. Πέτρος ήταν υπερβολικά Ευρωπαίος. Ο πρίγκηπας Νικόλαος Σεργκέγιεβιτς Τρουμπετσκόι, πολύ σημαντικός διανοούμενος αυτού του ρεύματος, τόνιζε – ως χρήσιμο αντίβαρο – τις «κληρονομιές» που άφησε στην Ρωσία ο Τσεγκις Χαν. Ιδού το έργο του (αγγλικά) The Legacy of Genghis Khan
https://dokumen.pub/the-legacy-of-genghis-khan.html
Η συνέχεια αυτού του νήματος φθάνει στον σημερινό επιδραστικό σύμβουλο του Πούτιν Σεργκέι Αλεξάντροβιτς Καραγκάνοφ σημαντικό πολιτικό επιστήμονα και οικονομολόγο ο οποίος ηγείται του «Συμβουλίου Εξωτερικής και Αμυντικής Πολιτικής»
https://eng.globalaffairs.ru/articles/siberianisation-karaganov/
Ο Καραγκάνοφ υποστηριζει ότι η «εξώθηση» της Ρωσίας προς την Ευρώπη από τον Μ. Πέτρο δεν της έδωσε πλεονεκτήματα αλλά μάλλον της έκανε κακό μακροπρόθεσμα. Προτείνει πιο καθαρή θραύση των δεσμών με την Ευρώπη, ένα είδος «επιστροφής» στην προ-Πέτρου Ρωσία ή με γεωγραφικο-πολιτικούς όρους έναν «εκσιβηρισμό». Μεχρι και μεταφορά της πρωτεύουσας.
Ο λαμπρός πολιτισμικός αντίλογος, και μάλιστα από πολύ πιο βαθιά ρωσική οπτική γωνία, σ΄ αυτή την επιρροή των ασιατικών απολυταρχιών, ήταν ο Αντρέι Ταρκόφσκι. Από το φίλμ «Αντρέι Ρουμπλιόφ», στο οποίο πραγματεύτηκε μεταξύ άλλων τον μεταλλαξογόνο «Μογγολικό παράγοντα» στην μεσαιωνική ιστορία της Ρωσίας, μέχρι και την «Θυσία», ο Ταρκόφσκι (μαζί ίσως με τον Παστερνάκ) είναι ο κατεξοχήν Ευρωπαίος Ρώσος του 20ού Αιώνα, ακριβώς όπως ο Ρουμπλιόφ ήταν ένας Βόρειος Αναγεννησιακός του 15ου
https://nigromont.wordpress.com/2014/12/06/%ce%b1%ce%bd%cf%84%cf%81%ce%ad%cf%8a-%cf%81%ce%bf%cf%85%ce%bc%cf%80%ce%bb%ce%b9%cf%8c%cf%86-%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%ac%cf%86%ce%bf%cf%82-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%bc%ce%b5%cf%83%ce%b1/
Οι από την βαθιά προιστορία Φινλανδοί γείτονες και επί αιώνες υποτελείς Σουηδων ή Ρώσων βασιλέων, οι οποίοι γλωσσικά δεν είναι συγγενείς ούτε Σλάβων ούτε Σουηδών ή Βαλτών, αποκαλούν Ρωσία (Ruotsi) τη Σουηδία, την πατρίδα των Βάραγγων (Βίκινγκς) Ρως, οι οποίοι, σε συνεργασία με ντόπιες Σλαβικές εθνότητες (με τις οποίες σχημάτισαν ένα κράμα και υιοθέτησαν τη γλώσσα τους), ίδρυσαν τα πρώτα πριγκηπάτα στην σημερινή Ρωσία, καθώς και το πιο μεγάλο πριγκηπάτο, του Κιέβου. Αυτήν που όλοι οι άλλοι Ευρωπαίοι αποκαλούμε Ρωσία, οι Φινλανδοί την αποκαλούν ακόμη και σήμερα Βενέγιε (Venäjä), ίσως από το όνομα Venedi με το οποίο οι Ρωμαίοι αποκαλούσαν τους πρωτο-Σλάβους ανάμεσα στον Βιστούλα και στον άνο Δνείπερο. Οι ίδιοι βέβαια δεν αυτοαποκαλούνται Φέννοι ή Φίννοι, όπως τους έλεγαν οι Ρωμαίοι και άλλοι Λατινόφωνοι έμποροι με τους οποίους είχαν συναλλαγές, αλλά Suomalaiset.
Οι συγγενείς γλωσσικά Εσθονοί αποκαλούν την Σουηδία Ροότσι και την Ρωσία Βενέμα.
Στη μακρά ιστορία επιρροών από ασιατικές απολυταρχίες, αντίθετα από άλλους Σλάβους (Πολωνούς, Ουκρανούς) και τους Βαλτικούς λαούς, οι ρωσικές γαλαζοαίματες ή όχι ελίτ απώθησαν τις βορειοευρωπαικές κληρονομιές τους. Σήμερα οι πολιτικές «κληρονομιές του Τσεγκις Χαν” έχουν μεγάλη πέραση.
Ο Βολόντιμιρ Eρμολένκο είναι εξαιρετικού επιπέδου ιστορικός και φιλόσοφος. Ιδού και το πιο παλιό του «Τα όνειρα της Ευρώπης, βλέποντας από την Ουκρανία του 2014¨
https://crisis-critique.blogspot.com/2014/02/e-2014.html
«Εμείς οι Ουκρανοί είμαστε αυτή η άλλη Ευρώπη. Aυθόρμητη, συναισθηματική, Ευρώπη της πίστης»