Αρχική » “Γιατί δεν αντέχουμε ο ένας τον άλλο;”

“Γιατί δεν αντέχουμε ο ένας τον άλλο;”

από Άρδην - Ρήξη

του Ιωάννη Κόρδα από το πρόφιλ του στο facebook

Κάθε εποχή κατασκευάζει τη δική της εικόνα για τον άνθρωπο. Η δική μας ύψωσε στο κέντρο της τον αυτόνομο, ελεύθερο και αυτοπροσδιοριζόμενο άνθρωπο. Ίσως όμως μέσα στη μεγάλη αυτή ιστορική κατάκτηση να κρύβεται και μια από τις βαθύτερες αντιφάσεις της.

Συνηθίσαμε να ερμηνεύουμε την κρίση των σχέσεων μέσα από αριθμούς. Λιγότεροι γάμοι. Περισσότερα διαζύγια. Λιγότερες γεννήσεις. Περισσότερα μονοπρόσωπα νοικοκυριά. Μεγαλύτερη μοναξιά. Οι αριθμοί, όμως, περιγράφουν τις μεταβολές, δεν εξηγούν το νόημά τους.

Η εύκολη απάντηση είναι ότι «οι άνθρωποι άλλαξαν». Η επιστήμη, όμως, είναι καχύποπτη απέναντι στις εύκολες απαντήσεις. Οι άνθρωποι εξακολουθούν να αναζητούν την αγάπη, την οικειότητα, την αναγνώριση και την κοινή ζωή. Εκείνο που έχει μεταβληθεί δεν είναι τόσο η ανθρώπινη ανάγκη για δεσμό όσο οι κοινωνικές προϋποθέσεις μέσα στις οποίες αυτός ο δεσμός καλείται να υπάρξει.

Ίσως γι’ αυτό οι σχέσεις μοιάζουν σήμερα πιο εύθραυστες. Όχι επειδή αγαπάμε λιγότερο, αλλά επειδή απαιτούμε περισσότερα. Ζητάμε από έναν άνθρωπο να καλύψει ανάγκες που άλλοτε μοιράζονταν η οικογένεια, η γειτονιά, η κοινότητα, οι φίλοι, ακόμη και η θρησκεία. Περιμένουμε από τη σχέση να μας προσφέρει ασφάλεια, ελευθερία, πάθος, κατανόηση, προσωπική εξέλιξη, διαρκή επικοινωνία και ευτυχία. Η σχέση μετατρέπεται σταδιακά στον τόπο όπου συγκεντρώνονται σχεδόν όλες οι υπαρξιακές μας προσδοκίες. Και όσο μεγαλύτερο είναι το βάρος που της αναθέτουμε, τόσο μεγαλύτερη γίνεται και η πιθανότητα να λυγίσει.

Ωστόσο, υπάρχει μια μεταβολή που σπάνια συζητείται. Οι σύγχρονες κοινωνίες έχουν επεκτείνει όσο ποτέ άλλοτε τον χρόνο που αφιερώνεται στην οικοδόμηση του εαυτού. Μαθαίνουμε να επενδύουμε στις γνώσεις μας, στην καριέρα μας, στο σώμα μας, στην ψυχική μας ισορροπία, στα όνειρά μας. Η αυτοπραγμάτωση έγινε δικαίως μία από τις μεγάλες αξίες της νεωτερικότητας.

Όμως κάθε κοινωνία, όταν αναδεικνύει μια αξία, κινδυνεύει να αποσιωπήσει μια άλλη.

Μήπως, ενώ μάθαμε να καλλιεργούμε με επιμέλεια το «εγώ», αφήσαμε σχεδόν στην τύχη του το «εμείς»;

Η ενηλικίωση δεν είναι μόνο μια βιολογική ή νομική μετάβαση. Είναι μια υπαρξιακή μετατόπιση. Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος ανακαλύπτει ότι η ελευθερία δεν ολοκληρώνεται όταν δεν εξαρτάται από κανέναν, αλλά όταν επιλέγει συνειδητά να γίνει αξιόπιστος για κάποιον άλλο. Η ευθύνη δεν είναι το αντίθετο της ελευθερίας· είναι η πιο ώριμη μορφή της.

Ίσως εδώ να βρίσκεται μια από τις λιγότερο ορατές δυσκολίες της εποχής μας. Η κοινωνία μας εκπαιδεύει με εξαιρετική επιτυχία στο να επιλέγουμε. Πολύ λιγότερο στο να παραμένουμε. Μας μαθαίνει να διεκδικούμε, όχι όμως να αντέχουμε τη φθορά που συνοδεύει κάθε μακρόχρονη σχέση. Να αναζητούμε την ευτυχία, όχι να οικοδομούμε καθημερινά τις προϋποθέσεις της. Να φοβόμαστε μήπως χάσουμε τον εαυτό μας μέσα σε μια σχέση, αλλά σπανιότερα να αναρωτιόμαστε μήπως, αποφεύγοντας κάθε βαθιά δέσμευση, δεν τον ολοκληρώσουμε ποτέ.

Κάθε πραγματική σχέση περιέχει ένα παράδοξο. Δεν μας ζητά να πάψουμε να είμαστε ελεύθεροι. Μας ζητά να χρησιμοποιήσουμε την ελευθερία μας για να δεσμευθούμε. Η δέσμευση δεν είναι η κατάργηση της επιλογής.. είναι η επιλογή που συνεχίζεται και όταν ο αρχικός ενθουσιασμός έχει δώσει τη θέση του στην καθημερινότητα.

Το ίδιο ισχύει, ίσως ακόμη πιο έντονα, για τη γονεϊκότητα. Ένα παιδί δεν αποτελεί απλώς προσωπική επιθυμία ούτε αποκλειστικά δημογραφικό μέγεθος. Είναι η πιο απαιτητική μορφή μετάβασης από το «ζω για τον εαυτό μου» στο «η ζωή μου έχει πλέον νόημα και μέσα από την ευθύνη για έναν άλλον». Αυτό δεν σημαίνει ότι η γονεϊκότητα αποτελεί μοναδικό δρόμο προσωπικής ολοκλήρωσης, ούτε ότι όποιος αποκτά παιδί ωριμάζει αναγκαστικά. Σημαίνει όμως ότι κάθε κοινωνία η οποία δυσκολεύεται ολοένα περισσότερο να αναλάβει μακροχρόνιες ευθύνες απέναντι στον άλλον είναι πιθανό να δυσκολευτεί, αργά ή γρήγορα, και απέναντι στην ίδια της τη συνέχεια. Η υπογεννητικότητα, όπως και η κρίση των σχέσεων, δεν έχει μία αιτία. Η οικονομική ανασφάλεια, η στεγαστική κρίση, οι μεταβολές στην εργασία, οι πολιτισμικές αλλαγές και οι δημογραφικές εξελίξεις συνθέτουν ένα περίπλοκο πλέγμα. Η επιστήμη δεν επιτρέπει απλουστεύσεις.

Επιτρέπει, όμως, ερωτήματα. Και ίσως το πιο ουσιαστικό από αυτά να είναι το εξής:

Μπορεί μια κοινωνία να αναπαράγει διαρκώς την ιδέα της προσωπικής ελευθερίας χωρίς να καλλιεργεί εξίσου βαθιά την αρετή της ευθύνης απέναντι στον άλλον;

Ίσως η κρίση των διαπροσωπικών σχέσεων να μην είναι, τελικά, η ιστορία ανθρώπων που έπαψαν να αγαπούν. Ίσως να είναι η ιστορία μιας κοινωνίας που επένδυσε με εντυπωσιακή επιτυχία στην αυτονομία του ατόμου, αλλά άφησε σχεδόν αυτονόητη την παιδεία της δέσμευσης.

Και όμως, ο άνθρωπος δεν ολοκληρώνεται μόνο μέσα από όσα κατακτά για τον εαυτό του. Ολοκληρώνεται και μέσα από όσα αποφασίζει να υπηρετήσει πέρα από αυτόν. Ίσως εκεί, στη λεπτή αλλά καθοριστική μετάβαση από το «δικαίωμα να επιλέγω» στην «ευθύνη να παραμένω», να κρίνεται όχι μόνο το μέλλον των σχέσεών μας, αλλά και το μέλλον της ίδιας της κοινωνίας.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ