του Νίκου Ντάσιου
Κατά την περίοδο 2028-2034 πρόκειται ν’ αλλάξουν «Άρδην» τα δεδομένα της κατανομής και διαχείρισης των ευρωπαϊκών πόρων που θα εισρεύσουν στη χώρα. Κατευθύνσεις πολιτικών όπως αυτές της Ανθεκτικότητας, της Άμυνας και της Ανταγωνιστικότητας (Πυλώνας 2) ή της στρατηγικής αυτονομίας θα ενισχυθούν έναντι των παραδοσιακών στόχων της συνοχής, ενώ θα διατηρηθούν οι στρατηγικές για την πράσινη μετάβαση και την ψηφιακή σύγκλιση. Τα τομεακά και περιφερειακά προγράμματα φαίνεται να αντικαθίστανται από κεφάλαια πολιτικής και μέτρα με τάση κεντρικής διαχείρισης, ενώ τα διαρθρωτικά ταμεία ενοποιούνται σ’ ένα ενιαίο Ευρωπαϊκό ταμείο στο πλαίσιο του οποίου θα γίνεται η αξιολόγηση ανταγωνιστικών προγραμμάτων. Η παρακολούθηση θα μετατεθεί από την τρέχουσα βάση της οικονομικής απορρόφησης προαποφασισμένων προϋπολογισμών σε εγκρίσεις πληρωμών βάση αποτελεσμάτων και εκπλήρωσης συγκεκριμένων οροσήμων και μέτρων πολιτικής. Στοχοθεσία που εφόσον δεν εκπληρώνεται θα οδηγεί σε απώλεια προϋπολογισμών και διακοπή των υλοποιούμενων έργων (κανόνας Ν+1).
Ο λόγος για το νέο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο και τον σχεδιασμό του εθνικού και περιφερειακού εταιρικού σχεδίου (Πυλώνας 1) με ενδεικτικό τα 49,4 δις € ο οποίος μαζί με τους νέους κανονισμούς θα οριστικοποιηθούν το 1ο εξάμηνο του 2027. Ένα εθνικό σχέδιο που θα πρέπει να συνδέεται με μεταρρυθμίσεις, επενδύσεις και αναπτυξιακούς στόχους λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες των ορεινών και νησιωτικών περιοχών, αλλά και τις προκλήσεις των συνόρων μας. Η εδαφική συνοχή, ο περιφερειακός μετασχηματισμός και οι νέες προκλήσεις της γαλάζιας οικονομίας αποτελούν πτυχές του τρέχοντος σχεδιασμού του νέου εθνικού σχεδίου το οποίο θα οριστικοποιηθεί το 1ο εξάμηνο του 2028 μετά από σχετική δημόσια διαβούλευση σε όλη την επικράτεια. Η επίτευξη των στόχων της συνοχής την επόμενη προγραμματική περίοδο προϋποθέτει στοχευμένα και ολοκληρωμένα χωρικά σχέδια με αφετηρία τις αναπτυξιακές προτεραιότητες των περιφερειών που θα συνδυάζουν μέτρα και πολιτικές για επενδύσεις για την επαναβιομηχάνιση, τον μετασχηματισμό του παραγωγικού μοντέλου, τις υποδομές, τη στέγαση, την απασχόληση ή τις απαιτούμενες δεξιότητες. Η πολυεπίπεδη διακυβέρνηση προϋποθέτει έμπειρα στελέχη στην υλοποίηση των παρεμβάσεων κατ΄ αρχήν στο τοπικό επίπεδο με πλήρη επίγνωση της στοχοθεσίας, των κανονισμών και των επενδυτικών σταδίων και υψηλή ωριμότητα διαδικασιών (μελέτες, δημοπρατήσεις).
Η νέα προγραμματική περίοδος καλείται ν’ ανταποκριθεί σε μια ιδιαίτερα απαιτητική περίοδο για την Γηραιά Ήπειρο η οποία αντιμετωπίζει ταυτόχρονα: την δημογραφική κάμψη και τις προκλήσεις των ήδη εγκατεστημένων μεταναστευτικών πληθυσμών, την υστέρηση στην καινοτομία ενόψει και της ραγδαίας διείσδυσης της Τεχνητής Νοημοσύνης, την Κινεζική οικονομική διείσδυση σε παραδοσιακούς κλάδους της Ευρωπαϊκής οικονομίας όπως η αυτοκινητο-βιομηχανία ή η χημική βιομηχανία, την στρατιωτική απειλή του Ευρασιανισμού με κύριες εκφάνσεις τις Ρωσικές αυτοκρατορική παλινόρθωση και τον νεο-Οθωμανισμό με περιορισμό του ρόλου των ΗΠΑ, την κλιματική απορρύθμιση, το στεγαστικό πρόβλημα και το υψηλό κόστος της ενέργειας σε συνδυασμό με τις κοινωνικές και χωρικές ανισότητες που τροφοδοτούν τον Ευρω-σκεπτικισμό.
Σε αυτές τις συνθήκες ο συνδυασμός της ανταγωνιστικότητας με την κοινωνική συνοχή αποτελεί υψηλό στοίχημα. Ίσως όμως καταστεί εφικτός εφόσον αλλάξει το ίδιο το κοινωνικό μοντέλο και διαμορφωθούν κρίσιμες μάζες με πλήρη επίγνωση των μεγάλων διακυβευμάτων των επόμενων χρόνων. Όταν δε πάψουν οι ευρωπαϊκοί πόροι ν’ αποτελούν παράγοντα πλουτισμού ημετέρων και στήριξης του παρασιτικού καταναλωτισμού και του Αθηνοκεντρισμού.
