FOREVER YOUNG
«Leave your steppingstones behind there
Something calls for you
Forget the dead you’ve left, they will not follow you
The vagabond who’s rapping at your door
Is standing in the clothes that you once wore
Strike another match, go start anew
And it’s all over now, Baby Blue» – Bob Dylan
Συζητούσε πολύ για την ώρα του θανάτου του, από τα πρώτα χρόνια της αιμοκάθαρσης και βλέποντας φίλους να αποχωρούν για τις αυλές του παραδείσου. Ή της κόλασης. Κάθε που γύριζε από μια δοκιμασία, έβαζε στοιχήματα για το αν θα βγάλει τη χρονιά. Ο ίδιος έλεγε «δεν θα την φκάλω», οι υπόλοιποι στοιχηματίζαμε για το αντίθετο. Επαναλάμβανε, όλα αυτά τα χρόνια, το αριστουργηματικό «Απελπίστηκα» του Μάρκου: «Τι πάθος ατελείωτο, που είναι το δικό μου, όλοι να θέλουν τη ζωή κι εγώ τον θάνατό μου». Του άρεσε πολύ να μεμψιμοιρεί σατιρίζοντας, κάτι που μόνο αυτός μπορούσε να κάνει με μαεστρία. Να απολαμβάνει τα χάδια των παλιών φιλενάδων του, να «οδύρεται» για να κερδίσει μισή πίτα με χαλλούμι με πολλή, πολλή ρίγανη ή έναν μπακλαβά. Να το παίζει παππούς, χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις μιας γεροντικής στοργής, αλλά να πείθει τους πάντες ότι θα προτιμούσε να φοράει βράκα και να αγορεύει στον καφενέ μιας ελεύθερης Γιαλούσας. Σιγά.
Τον πειράζαμε, ίσως ως αντίποινο για τα πολύχρονα πειράγματά του και πολλές φορές με ένταση, όπως θα του άρεσε. Διότι κατ’ ακρίβειαν, μέχρι την τελευταία του ώρα, ήταν εκείνος ο έφηβος που έφυγε από το ταπεινό χωριό του για την Αγγλία, το Λονδίνο, το Μάργκεϊτ και έμαθε -από την καλή κι απ’ την ανάποδη- τη μέρα και τη νύχτα του χάους. Εκείνος ο έφηβος που στα 12 μπήκε σε ένα σοβαροφανές καθολικό σχολείο της Αγγλίας και έγραψε έκθεση με 657 «φακλίκκια» γιατί δεν είχε μάθει άλλη λέξη στα αγγλικά. Τους άξιζε, ασφαλώς.
Γι’ αυτό και ο ντυλανικός τίτλος του κειμένου: Forever Young. Γιατί ακόμα και στα τελευταία του, που με δυσκολία ολοκλήρωνε μια πρόταση και με το ζόρι αλλά με πάθος κατέβαινε από το ταξί για έναν καφέ και 25 τσιγάρα στο Έρμα, σου έδινε να καταλάβεις τι σήμαινε το σαββοπουλικό «με το ροκ του μέλλοντός μας». Χωρίς πολλά πολλά, αφού τα έχει γράψει όλα, στην «Αυτοδιάθεση», στην «Ένωση», στον «Ωρυμαγδό», ακόμα και στο πολιτιστικό «Έξω» για το οποίο ήταν περήφανος. Στα βιβλία του, στα θεατρικά του, στο TIBI69 του, στις εφημερίδες που τον φιλοξένησαν και το μετάνιωσαν γιατί δεν μπόρεσαν να τον προσγειώσουν στη μίζερη καθημερινότητα του κυπριακού «καθωσπρεπισμού».
Για πάντα νέος και δίχως να υποκρίνεται πως είναι κάτι άλλο με σκοπό να τον «επιβραβεύει» μια δεξιοκεντροαριστερή ελίτ που σιχαινόταν. Κι αυτό το πλήρωσε. Έχασε φίλους, συκοφαντήθηκε από «συναγωνιστές», αλλά είχε γινάτι γιαλουσίτικο και συνέχιζε να δίνει ρέστα στα θρυλικά «εθινικωλογικά» του. Είχε έγνοια, ρε γαμώτο, για το τι θα ειπωθεί όταν πεθάνει και έδινε ρητές οδηγίες ως ο τελευταίος ενωτικός της βάρβαρης ξενιτειάς της Λευκωσίας. Δεν ήταν ο τελευταίος και το ήξερε κατά βάθος, αλλά λάτρευε το δράμα και τη δράση, ως θαυμαστής του Κόπολα, του Λεόνε, του Πέκινπα, του Χατζιδάκι, του Καζαντζίδη και του Μπιθικώτση. Κι όποτε τα έκανε όλα λίμπα, ησύχαζε.
Αυτά, ρε φιλούιν. Φτάνει. Τα υπόλοιπα μεταξύ μας, για να μην κακοφανίσουμε όσους νομίζουν ότι κατάλαβαν το μέγεθος και τις ιδέες σου.
