Κοινωνία

Ο γόρδιος δεσμός κράτους και δημοσίου

Για το δημόσιο ένα και μόνο κριτήριο αξιολόγησης πρέπει να υπάρχει: Η εθνική και κοινωνική ωφέλεια 

Του Γιώργου Ρακκά από την Ρήξη φ. 128 
Σήμερα το δημόσιο στην Ελλάδα βάλλεται από δύο κυρίους πόλους, που διατηρούν εντελώς ανταγωνιστικές μεταξύ τους στοχεύσεις. Αφενός, τους νέους ξένους επιστάτες της χώρας, που θέλουν να διαγράψουν όποια ενοχλητική απόκλιση ανεξαρτησίας και αυτοτέλειας, συσσώρευσης εθνικού πλούτου, που βρίσκεται στα χέρια του ελληνικού κράτους, και έχει κατακτηθεί μέσα στους δύο αιώνες αγώνων αυτού του λαού.

Και αφετέρου… ενός μεγάλου κομματιού της ελληνικής κοινωνίας που δεν ζει από το κράτος, αλλά το βιώνει ως τον μεγάλο τύραννο που του καταδυναστεύει την ζωή σε όποια στιγμή κι αν έρχεται σε επαφή μαζί του.

Στο βάθος αυτής της αντίθεσης κρύβεται ένας γόρδιος δεσμός: Το κράτος, είναι την ίδια στιγμή, απαραίτητη και πρωταρχική προϋπόθεση για την ελεύθερή μας ύπαρξη, την οποία όμως έχει καταντήσει να… υπονομεύει καθοριστικά καθώς πλέον δεν λειτουργεί με βιώσιμο τρόπο, αποτελώντας τρόπον τινά τον πομπό του παρασιτισμού ο οποίος ρήμαξε και ρημάζει αυτήν την χώρα.

Αυτήν την πραγματικότητα, δεν την κατανόησαν ποτέ οι δεξιοί νεοφιλελεύθεροι – που υποτίθεται ότι στοχοποιούν «το κράτος» στο όνομα της βιωσιμότητας της χώρας, ξεχνώντας ότι η διευρυμένη κρατική αυτοτέλεια και λειτουργία είναι προϋπόθεση ύπαρξης μιας χώρας στα μεγέθη της δικής μας. Ούτε βέβαια οι αριστεροί κρατιστές, που έχουν ταυτίσει την αυτοτέλεια του ελληνικού κράτους με την… επέκταση της γραφειοκρατίας του, που εν τέλει υπονομεύει την ίδια την βιωσιμότητα του «δημοσίου» με τον τρόπο που λειτουργεί. Γι’ αυτό ακριβώς και η νέα εκδοχή «εμφυλίου» μεταξύ κρατιστών και «νεοφιλελελέδων» έχει τόσο πέραση στις μέρες μας: Γιατί τροποποιεί την πρόσληψη της ίδιας της πραγματικότητας και την καθιστά ‘βολική’ για μαζική κατανάλωση και εν τέλει υποκρύπτει ότι σε ό,τι αφορά στο δημόσιο η κατάσταση θυμίζει αυτό που οι αγγλοσάξονες λένε «shit hit the fan» –δηλαδή, ότι τα σκατά έχουν αγγίξει τον ανεμιστήρα της οροφής.

Το ζήτημα που τίθεται, έπειτα απ’ όλα αυτά, δεν είναι αν θα υπερασπιστούμε το «δημόσιο» αλλά πως ακριβώς θα το υπερασπιστούμε· ως έννοια που πρέπει να βρίσκεται υψηλά στις προτεραιότητες του λαού και της χώρας μας ή ως πραγματικότητα, που βρίσκεται στα τάρταρα της κοινωνικής ανυποληψίας; Το κλειδί σε αυτό το ερώτημα, βρίσκεται σε μια εντελώς διαφορετική αντίληψη για τον δημόσιο τομέα σήμερα. Που θα έχει ένα και μοναδικό κριτήριο για την αξιολόγησή του: Την παραγόμενη εθνική και κοινωνική ωφέλεια σε κάθε πτυχή της κρατικής δραστηριότητας· ανά κάθε ευρώ που δαπανά η γραφειοκρατία των μηχανισμών. Διότι πριν να συγκρουστούμε για το ζήτημα των δημόσιων δαπανών, θα πρέπει να δούμε που εν τέλει αυτές καταλήγουν: Πως λειτουργεί αυτό που λέμε δημόσια επένδυση, απορρόφηση ευρωπαϊκών κονδυλίων, ελεγκτικός μηχανισμός, φορολογικός μηχανισμός κ.ο.κ. Ποιο είναι επίσης το λειτουργικό κόστος του δημοσίου, δηλαδή, πόσα χρήματα, πόσα εργατικά χέρια, πόσο γνώση και χρόνο καταναλώνει για να παράγει το αποτέλεσμα που παράγει, κι αν επίσης αυτό αξίζει τον κόπο για τις δαπάνες που απαίτησε η λειτουργία του.

Αυτά τα ζητήματα αποτελούν την «πρώτη ύλη» που θα δώσει με την επεξεργασία της έναν σύγχρονο πολιτικό λόγο για το κράτος, το δημόσιο, την ελληνική πολιτεία το οποίο θα απαντάει σε αυτό το διττό αίτημα που τίθεται σήμερα: Υπεράσπισης της κρατικής αυτοτέλειας, και ταυτόχρονα ριζικό μετασχηματισμό της ίδιας της λειτουργίας του κρατικού και τοπικο-αυτοδιοικητικού μηχανισμού προκειμένου να καταστεί ξανά… δημόσιας ωφέλειας. Γιατί σήμερα δεν είναι, και αυτό δεν χρειάζεται ανάλυση για να το αποδείξει κανείς· είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού.
Αυτό το στοίχημα συνεπάγεται ρήξεις και συγκρούσεις. Όχι κατ’ ανάγκην με ανθρώπους, αλλά σίγουρα με νοοτροπίες. Τη νοοτροπία του νομοθέτη, που χτίζει ένα νομικό οικοδόμημα το οποίο έχει ξεπεράσει τον Λαβύρινθο του Φραντς Κάφκα· τη νοοτροπία του εκάστοτε επικεφαλής πολιτικού που βλέπει το κράτος ως Μέσο και όχι ως Αρχή, ως μέσο εξυπηρέτησης των πελατών, για την αναπαραγωγή της εξουσίας του· τη συλλογική νοοτροπία των κρατικών υπηρεσιών, που παρασύρθηκαν μέσα στον γραφειοκρατικό λαβύρινθο και δρουν με την πλάτη στην κοινωνία· επίσης, το αναπόφευκτο χάσμα στις καθημερινές πρακτικές και συμπεριφορές που προκύπτει από το γεγονός ότι οι κίνδυνοι που αντιμετώπιζαν και αντιμετωπίζουν μέχρι σήμερα οι εργαζόμενοι στο δημόσιο είναι η διαθεσιμότητα, η αύξηση της φορολογίας, η συρρίκνωση του εισοδήματος, η μετάθεση σε περίπτωση αναδιάρθρωσης, ενώ αυτό που αντιμετωπίζουν όσοι βρίσκονται έξω από το δημόσιο είναι η ανεργία σε συνθήκες δουλείας χρέους, η μετανάστευση σε μια ξένη χώρα, οι πλειστηριασμοί πρώτης κατοικίας ή –προσεχώς– η προσωποκράτηση για χρέη [για να κατανοήσουμε λίγο ότι αυτό που τα κρατικά συνδικάτα καταγγέλλουν ως «νεοφιλελεύθερη επίθεση» εν τέλει μάλλον εξελίσσεται σε όλη της την έκταση σε όσους ζουν… έξω από το σχετικά προστατευμένο περιβάλλον του δημοσίου].

Κοινώς· το δημόσιο και το κράτος θα πρέπει να αλλάξουν άρδην· Η πραγματική διαφορά των δημόσιων οργανισμών από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις είναι ότι οι πρώτοι παράγουν κοινωνική ωφέλεια, ενώ οι δεύτεροι, παράλληλα με την παραγωγή προϊόντων και έργου, παράγουν και κέρδος, κάποτε σε αντίθεση με το κοινωνικό συμφέρον. Αν θέλουμε να βοηθήσουμε, λοιπόν, το δημόσιο να σταθεί στα πόδια του, πρέπει να το απελευθερώσουμε από όλους εκείνους τους παράγοντες που το καθηλώνουν στο σημερινό τέλμα της αναποτελεσματικότητας –ειδάλλως ο δημόσιος χαρακτήρας θα αφορά μόνον στις δαπάνες που απαιτούνται για την ύπαρξη μηχανισμών που σήμερα λειτουργούν εντελώς ασυνάρτητα.

Ποιοι άραγε είναι σύμμαχοι σε αυτόν τον αγώνα; Σε ποιους απευθυνόμαστε; Μήπως η παρούσα κατάσταση του δημοσίου αναπόφευκτα δημιουργεί ένα μέτωπο σύγκρουσης με όλους τους εργαζόμενους σε αυτό; Προφανώς και όχι. Αυτά είναι για τον Τζήμερο του 0,7%, που προσπαθεί να προσθέσει, στους εμφυλίους που βιώνουμε σήμερα, έναν ακόμη ενάντια στο δημόσιο. Εξάλλου, ένας πολιτικός λόγος που παρεμβαίνει από τη σκοπιά της εξυγίανσης στο κράτος και το δημόσιο, έρχεται να συναντήσει και όσους δουλεύουν μέσα σε αυτό και παράγουν έργο ενάντια στις κυρίαρχες νοοτροπίες. Ακριβώς δηλαδή σε εκείνες τις μειοψηφίες, μέσα στον δημόσιο τομέα, που, σε πείσμα του διάχυτου κλίματος, επιμένουν να δουλεύουν με ενάρετα κριτήρια κρατώντας τον εν τέλει ακόμα όρθιο –διότι ειδάλλως θα είχε καταρρεύσει προ πολλού.

Επομένως, η κουβέντα δεν αφορά στο αν θα έχουμε ή όχι αξιολόγηση –αλλά τι είδους αξιολόγηση θα έχουμε στο δημόσιο. Η κουβέντα δεν αφορά στο αν το δημόσιο νοσεί ή όχι, αλλά στο πώς θα απαλλαγούμε από τα οργανωτικά πρότυπα της δεκαετίας του 1930 που κυριαρχούν στις δομές των υπηρεσιών, πώς θα αντιμετωπίσουμε τον λαβύρινθο της πολυνομίας· πως θα μεταβάλουμε τα δημόσια έργα και τις κρατικές προμήθειες, από μέσο διασπάθισης του δημόσιου χρήματος και παρασιτισμού του κρατικοδίαιτου ιδιωτικού τομέα σε μοχλό ανασυγκρότησης του παραγωγικού ιστού· πώς, εν τέλει, θα μεταβάλουμε το κράτος από ‘πομπό’ παρασιτισμού, εθνομηδενισμού, φορέα της συλλογικής (αν)ηθικής του νεοέλληνα σε εγγυητή ύπαρξης μιας ελεύθερης, ανεξάρτητης ελληνικής πολιτείας, σε ρυθμιστή βιωσιμότητας της ελληνικής οικονομίας, στη δημοκρατική αρχή που εξασφαλίζει τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της ίδιας της κοινωνίας.

Διαβάστε επίσης: 

Νοσεί η ελληνική δημόσια διοίκηση;, του Στράτου Μεϊντανόπουλου

12 Σχόλια

  1. Προσωπικά πιστεύω στην ύπαρξη ισχυρού κράτους το οποίο επιτελεί πολύ βασικές λειτουργίες, που καμμία άλλη οργανωτική δομή δεν μπορεί να επιτελέσει σε μία χώρα ή για μία κοινωνία: εθνική άμυνα, ακεραιότητα κι ασφάλεια, εσωτερική ασφάλεια κι αστυνόμευση, ισότητα απέναντι στο νόμο και δικαιοδοσία, θέσπιση νόμων, κανόνων και υποχρεώσεων-δικαιωμάτων. Κανείς ιδιωτικός οργανισμός δεν μπορεί να επιτελέσει αυτές τις λειτουργίες. Κι εκεί ακριβώς είναι που δημιουργείται το πρόβλημα με τον κρατισμό: Αντί οι κρατικοί-δημόσιοι λειτουργεί να επικεντρώνονται στις βασικές κι αναντικατάστατες λειτουργίες του κράτους και του δημοσίου, επιζητούν την εξάπλωσή του σε τόσους πολλούς τομείς, από τους οποίους αρκετοί δεν χρειάζονται ή το κράτος δεν αποτελεί και την καλύτερη επιλογή, ώστε να μην μπορεί να επιτελέσει ούτε τις αναγκαίες σωστά και πλήρως. Ειδικά στην περίπτωση του νεοελληνικού κράτους η υπερεξάπλωση κι η ταυτόχρονη αποτυχία στα σημαντικά και βασικά δεν μπορεί να διορθωθεί παρά μόνον με επανεστίαση του κράτους και των δημοσίων υπηρεσιών στις βασικές του λειτουργίες. Όταν αυτές φθάσουν σε ικανοποιητικό ή έστω επαρκές επίπεδο μπορεί να εξετασθεί κι η παραπέρα επέκταση τών δραστηριοτήτων του με λελογισμένο κι ωφέλιμο τρόπο….

    • ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΖΙΟΥΜΠΑΣ

      Αυτή η απλή λογική που αφήνει έξω από το κάδρο την υγεία, την πρόνοια, την παιδεία και αναγνωρίζει στο κράτος μόνο τον ρόλο του χωροφύλακα και του συνοριοφύλακα, πέρα από την λήξη της ημερομηνίας της έχει και κάποια άλλα κενά: παραγνωρίζει ότι ασφάλεια είναι και η διατροφική ασφάλεια, η ενεργειακή ασφάλεια αλλά και η ανάγκη να διασφαλίζεται η επιβίωση του πληθυσμού, ειδικά σε εποχές που όλα αυτά δεν μπορούν να αφεθούν στα φιλάνθρωπα αισθήματα των εχόντων.
      Επί πλέον, σε έναν τόπο όπου η αστκή τάξη έχει αποχωρήσει ψωροπερήφανα, η ανάγκη για δημόσιες επενδύσεις και λειτουργία παραγωγικών τομέων με την δραστική παρέμβαση του δημοσίου είναι μονόδρομος, εκτός αν πιστεύουμε όι ο θείος Σαμ ή ο θείος Βόλφανκ θα επανεκκινήσει την οικονομία.
      Αυτό δεν σημαίνει ότι το μοντέλλο ΠΑΣΟΚ που υποκατέστησε τους ιδιώτες για να κρατήσει ανοιχτά τα εργοστάσια ή έστησε αμυντικές βιομηχανίες και συνεταιρισμούς απλά για να τις γεμίσει υπεράριθμους ημέτερους με πράσινα χαρτάκια της Τοπικής, είναι «βέλτιστη πρακτική».
      Κατα την γνώμη μου ο Δημόσιος Τομέας δεν υποφέρει (μετά βέβαια και τις μαζικές αποχωρήσεις του μνημονίου) από υπεράριθμο προσωπικό, υποφέρει από έλλειψη αποτελεσματικότητας.

      • Δεν αφέθησαν εκτός η δημόσια υγεία κι η εθνική παιδεία καθόλου. Είναι προϋποθέσεις αναγκαίες για την εθνική ασφάλεια και τμήμα της ασφάλειας των πολιτών. Δεν αρκεί η αστυνομία, η χωροφυλακή κι οι ένοπλες δυνάμεις για να εξασφαλισθούν οι στόχοι! Γι’αυτό και δεν τα ανέφερα. Όπως είναι κι η ενεργειακή ή τηλεπικοινωνιακή ασφάλεια κλπ. Το έλλειμμα αποτελεσματικότητας όμως που όπως αναφέρετε είναι που πρέπει να αντιμετωπισθεί. Ποιος είναι δηλ. ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι αν υποθέσουμε ότι συμφωνούμε ότι η μέχρι τώρα οδός & μοντέλο που ακολουθήθηκε στην Ελλάδα δε μπορεί να χαρακτηρισθεί παρά ανεπαρκέστατη (τουλάχιστον). Όσον αφορά τους αριθμούς και την ποιότητα του προσωπικού προσωπικά δεν μπορώ να κρίνω αν δεν έχει γίνει πρώτα ανάλυση αποτελεσματικότητας, νέα οργανογράμματα κλπ. Ως εκτίμηση και μόνον προσωπικά πιστεύω ότι το Δημόσιο διαθέτει πολλούς «γραφιάδες» γενικής κοπής και λίγο έως καθόλου σε συγκεκριμένους τομείς εξειδικευμένο… Αυτό είδα τουλάχιστον π.χ. στην περίπτωση της Ολυμπιακής. Ευχαριστώ.

    • Ένας κερδοφόρος οργανισμός ή ένας μονοπωλιακός που είναι αναγκαίος για το σύνολο της κοινωνίας δε μπορεί να είναι ιδιωτικός. Πώς να το κάνουμε; Πόσο μάλλον όταν ξεπουλιέται όσο-όσο.
      Ασφαλώς, -όπως λέει κι ο κ. Θ. Τζιούμπας- υπάρχουν τομείς που πρέπει να ‘ναι πραγματικά δημόσιοι. Δε μπορείς να ιδιωτικοποιείς π.χ. το ρεύμα, το νερό, την παιδεία, την υγεία. Εγώ θα το πάω ένα βήμα παρακάτω και θα πω ότι δε μπορείς να ιδιωτικοποιείς ούτε τις συγκοινωνίες. Αυτό δεν προέρχεται από κάποια «κρατικιστική» λογική αλλά απ’ το πολύ απλό: ό,τι δεν επιτρέπει τον ανταγωνισμό επί ίσοις όροις -αν το θέσουμε έτσι- τον βλάπτει.
      Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι δεν είναι δημόσιος ένας τέτοιος οργανισμός, πάλι θα χρειαστεί τον -φοβερό και τρομερό- κρατικό παρεμβατισμό προκειμένου να μην ξεφύγει η κατάσταση. Φαντάσου μια ιδιωτική εταιρεία ρεύματος λ.χ. στην Ήπειρο, το φτωχότερο -υποψιάζομαι- κομμάτι της χώρας μας. Τι είναι αυτό που θα σταματήσει τον ιδιώτη μιας μονοπωλιακής επιχείρησης να λειτουργήσει με τρόπο τέτοιο που δε συμφέρει τους ντόπιους; Το αμέσως επόμενο επιχείρημα που λένε είναι: ΟΚ, όχι μία ιδιωτική επιχείρηση αλλά πολλές. Αυτό μπορεί να είναι ορθότερο από την άποψη του ότι ο μεταξύ τους ανταγωνισμός θα τις αναγκάσει να κρατήσουν προσιτές τιμές κ.ο.κ.. Τι αντίκτυπο θα έχει αυτό, όμως, στην παροχή των υπηρεσιών και τους μισθούς των εργαζομένων;
      Όλοι έχουμε αντιμετωπίσει κάποια στιγμή στο παρελθόν, ίσως αντιμετωπίζουμε στο παρόν κι ενδεχομένως να αντιμετωπίσουμε στο μέλλον προβλήματα με κάποιο δημόσιο οργανισμό, αυτό δε σημαίνει ότι αν πονάει το κεφάλι μας, θα το κόψουμε για να γλυτώσουμε απ’ τον πόνο.

      • Το επιχείρημά σας είναι απόλυτα σωστό στην περίπτωση π.χ. της Ηπείρου που αναφέρετε. Αξίζει όμως να αναρωτηθεί κανείς: α) Γιατί αυτό το τμήμα της χώρας είναι τόσο φτωχό αφενός και β) αφετέρου γιατί να μην κινητοποιηθούν οι ντόπιοι να φτιάξουν μια δική τους ηλεκτρική εταιρεία συνεργατικού τύπου η οποία να ανήκει μερικώς και στους εργαζομένους της (που λογικά πάλι ντόπιοι θα είναι ή θα γίνουν); Κι εκεί μπορεί να παρέμβει και το κράτος να βοηθήσει λιγάκι αλλά η πρωτοβουλία πρέπει να είναι των πολιτών ώστε να είναι ενεργοί, ενημερωμένοι και δραστήριοι. Αλλιώς θα καταλήξει το πράμα εκεί που είναι και σήμερα….

        • Τώρα είδα την απάντησή σας στον κ. Τζιούμπα και συνειδητοποίησα ότι συμφωνούμε πλήρως. Όσον αφορά τη αντικατάσταση του κρατισμού/γραφειοκρατίας από κάποιο είδος συνεργατισμού εκεί που αυτό είναι εφικτό, επίσης με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Ήθελα να σας το γράψω σαν ιδέα αλλά από κεκτημένη ταχύτητα το ξέχασα κι ύστερα με προλάβατε!

  2. Γιώργο, γράφεις: «Η πραγματική διαφορά των δημόσιων οργανισμών από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις είναι ότι οι πρώτοι παράγουν κοινωνική ωφέλεια, ενώ οι δεύτεροι, παράλληλα με την παραγωγή προϊόντων και έργου, παράγουν και κέρδος, κάποτε σε αντίθεση με το κοινωνικό συμφέρον».
    Θα διαφωνήσω κάπως με τον τρόπο που το θέτεις. Όταν το δημόσιο καταναλώνει περισσότερα χρήματα (των φοροογουμένων) από όση κοινωνική ωφέλεια παράγει, τότε δεν παράγει ωφέλεια, αλλά βλάβη. Δηλαδή, το ισοζύγιο είναι αρνητικό. Δηλαδή, τα έξοδα συντήρησης του δημοσίου είναι μια διαρκής κοινωνική βλάβη, που θα πρέπει να υπερακοντίζεται από την παραγόμενη κοινωνική ωφέλεια, μέσω της εύρυθμης λειτουργίας του δημοσίου. Δηλαδή, όταν ένας δημόσιος υπάλληλος δεν εργάζεται 8 ώρες εντατικά προσφέροντας κοινωνικά ωφέλιμο έργο, το χρονικό διάστημα που δεν το κάνει αυτό, αν αποτιμηθεί σε χρήμα, είναι χρήμα που έχει κλαπεί από την κοινωνία και είναι ακριβώς το ίδιο με τα υπέρογκα κέρδη ιδιωτικών επιχειρήσεων, που προέρχονται από συναλλαγές με το δημόσιο.
    Βέβαια όλα αυτά προκύπτουν εμμέσως από το υπόλοιπο άρθρο σου, με το οποίο συμφωνώ.

    • Συμφωνώ κι επαυξάνω! Ήθελα να το αναφέρω κι εγώ. Κέρδος υπάρχει και στον δημόσιο και στον ιδιωτικό οργανισμό ή επιχείρηση: απλά στον ιδιωτικό τομέα το κέρδος είναι εμφανές και το καρπώνονται οι ιδιοκτήτες/μέτοχοι ενώ στο δημόσιο είναι αφανές και δύσκολο να καθορισθεί σε ύψος αφού διαχέεται και το καρπώνονται οι δημόσιοι υπάλληλοι με την αυξημένη εργασιακή ασφάλεια, χαλαρότερες συνθήκες εργασίας (επισήμως ή ατύπως) και ωράριο, περισσότερες διακοπές κι όπως απεδείχθη περίτρανα τα χρόνια του μνημονίου στην Ελλάδα με τις υψηλότερες απολαβές είτε ευθέως είτε μέσω «υπερωριών», «οδοιπορικών», «επιδομάτων συνέπειας και σεβασμού του ωραρίου» κλπ.

  3. Οι δημόσιοι υπάλληλοι μεταβλήθηκαν, με την πάροδο του χρόνου, από κοινωνική τάξη σε κάστα. Η συμπεριφορά πολλών από αυτούς προς τους πολίτες κυμαινόταν από αδιάφορη έως άθλια, ανάγωγη, προπετής και γεμάτη έπαρση. Αν σκεφτεί κανείς πως οι περισσότεροι διορίστηκαν κατευθείαν από τις κλαδικές, ασχέτως προσόντων και δεξιοτήτων, το καθεστώς μονιμότητας, την έλειψη εσωτερικού ελεγχου και την παγκόσμια και διαχρονική τάση των γραφειοκρατιών να αυτονομούνται, αυτή η συμπεριφορά αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί ως και αναμενόμενη. Ειδικά την περίοδο της Σημιτοκρατίας, στην παραμικρή υποψία απεργίας του δημοσίου ικανοποιούνταν πάραυτα όλα τα αιτηματά τους ενώ, οι ιδιωτικοί υπάλληλοι απλά δεν υπήρχαν για τους κυβερνώντες και η έμμεση προτροπή τους ήταν πάρτε πιστωτικές κάρτες και δάνεια για να ζήσετε καλύτερα, γιατί αν σας δωσουμε αυξήσεις θα ανέβει ο πληθωρισμός και δεν θα μπούμε στην ΟΝΕ. Το γεγονός ότι η θέση δεν καθοριζόταν από ανάγκη εκτέλεσης κρατικής/κυβερνητικής πολιτικής αλλά από πόσους θέλουμε να διορίσουμε εξηγεί και τις περοσσότερες κακοδαιμονίες.

  4. Ένα σημαντικό στοιχείο που δεν αναφέρθηκε είναι ότι εκτός από την απλοποίηση του νομικού πλαισίου (π.χ. ακολουθώντας τα ευρωπαικά ή τα κυπριακά πρότυπα), εξίσου σημαντική είναι η πλήρης ηλεκτρονικοποίηση όλης της γραφειοκρατικής λειτουργίας. Αυτό και την αποτελεσματικότητα αυξάνει και τις ανάγκες για προσωπικό μειώνει κατά πολύ. Έτσι, θα μπορούσαν να απολυθούν πολλοί δημόσιοι υπάλληλοι, απελευθερώνοντας πόρους για τη μείωση της φορολογίας των παραγωγικών επιχειρήσεων, την ενίσχυση των πολυτέκνων και της εθνικής άμυνας, ανάγκες ζωτικής σημασίας για την εθνική επιβίωση.
    Η απόλυση δημοσίων υπαλλήλων χτυπάει άσχημα, ενώ η απόλυση ιδιωτικών υπαλλήλων είναι καθημερινή πρακτική και δεν ενοχλεί κανέναν. Αυτό δείχνει πόσο οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι παιδιά ενός ανώτερου θεού στο συλλογικό μας υποσυνείδητο. Αυτό δεν είναι τυχαίο βέβαια. Οποιοδήποτε πολιτικό κίνημα ή κόμμα και να εξετάσει κανείς, θα διαπιστώσει ότι μετέχει σε αυτό ένα ποσοστό μισθοδοτούμενων από το δημόσιο τουλάχιστον τετραπλάσιο από ότι στην όλη κοινωνία. π.χ. το ποσοστό των εκπαιδευτικών που συμμετέχει είναι της τάξης του 20%, ενώ σε όλη την κοινωνία είναι περίπου 2.5%. Ο λόγος είναι απλός. Έχουν άφθονο ελεύθερο χρόνο, ενώ οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα και οι αγρότες τρέχουν και δεν προλαβαίνουν για να επιβιώσουν αυτοί και οι οικογένειές τους. Γι’ αυτό δεν είναι περίεργο που έχουν πολύ μεγαλύτερη επιρροή στα πολιτικά πράγματα από τις άλλες κοινωνικές ομάδες (για τον ίδιο λόγο τεράστια επιρροή έχουν και οι συνταξιούχοι). Γι’ αυτό απαιτείται και λίγο τσίπα εκ μέρους τους και λίγη ανιδιοτέλεια ώστε να σκεφτούν και τις άλλες κοινωνικές ομάδες οι οποίες εξ’ ανάγκης δεν έχουν πολιτική επιρροή.
    Κάτι που δεν σκέφτονται οι περισσότεροι είναι ότι η αύξηση της αποτελεσματικότητας του δημοσίου είναι προϋπόθεση για τη διεύρυνσή του. Και προϋπόθεση της αποτελεσματικότητας, για προφανείς λόγους, είναι η άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων. Κάποιοι θα αντιτείνουν, ότι έτσι θα γίνονται άδικες απολύσεις. Αλλά στον ιδιωτικό τομέα δεν γίνονται άδικες απολύσεις; Πάμε και πάλι στη θέση ότι υπάρχουν παιδιά ανώτερου και παιδιά κατώτερου θεού. Επίσης, θα αντιτείνουν ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι θα γίνονται πιο ευάλωτοι σε πολιτικές πιέσεις. Μα ούτως ή άλλως είναι ευάλωτοι αφού μισθοδοτούνται από το δημόσιο και από τους πολιτικούς τους προισταμένους εξαρτώνται οι μεταθέσεις, οι προαγωγές τους κτλ.
    Ένα δημόσιο που λειτουργεί με ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια, με διευθυντές των δημοσίων υπηρεσιών ικανούς και ηθικούς ανθρώπους, με πλήρη έλεγχο των προσλήψεων και των απολύσεων και άρα ικανών να κινητοποιούν το προσωπικό τους, το οποίο θα βρίσκεται υπό τον συνεχή έλεγχο της κοινωνίας, με θεσμοθέτηση διαδικασιών με τις οποίες ο πολίτης να μπορεί να καταγγείλει δημοσίους υπαλλήλους, δηλαδή ένα δημόσιο στο οποίο οι υπάλληλοι δεν θα έχουν προνόμια μεγαλύτερα από αυτά των ιδιωτικών υπαλλήλων, θα είναι ένα αποτελεσματικό δημόσιο, που θα αποδίδει μεγαλύτερη κοινωνική ωφέλεια από αυτήν που αφαιρεί μέσω των χρημάτων που καταναλώνει. Μόνο τότε θα μπορούσε να διευρυνθεί το δημόσιο.
    Για παράδειγμα, θα ήταν σωστό να έχουμε κομμουνισμό σε δύο τομείς: Στην παιδεία και στην υγεία. Να απαγορεύεται δηλαδή η ιδιωτική άσκηση αυτών των επαγγελμάτων. Μόνο τότε θα υποχρεώνονταν οι ελίτ να ανεβάσουν την ποιότητα της παιδείας και της υγείας: Όταν τα παιδιά τους θα πηγαίνουν στα ίδια σχολεία με των υπολοίπων και όταν αρρωσταίνοντας θα πρέπει να πάνε στα ίδια νοσοκομεία (που αυτή τη στιγμή έχουν καταντήσει το 3% των ασθενών τους να πεθαίνει από ενδονοσοκομειακή λοίμωξη, όταν στην Ευρώπη το αντίστοιχο ποσοστό είναι περίπου 0.4%. Αλλά οι μισθοί και τα φακελάκια πέφτουν κανονικά – μπαμ στην ώρα τους). Αν σκεφτεί κανείς πόσα λεφτά δίνουμε για την ιδιωτική εκπαίδευση και την ιδιωτική υγεία, επίσης αν σκεφτούμε πόσους τους εγχειρίζουν στις ιδιωτικές κλινικές χωρίς να χρειάζεται μόνο και μόνο για το κέρδος (η φάρα των γιατρών είναι η πιο ξετσίπωτη και ανήθικη σε όλη την κοινωνία – πραγματικοί εκμεταλλευτές) – καταλαβαίνουμε ότι θα άξιζε να πληρώνουμε περισσότερους φόρους αν γλιτώναμε όλα αυτά τα λεφτά που δίνουμε για φροντιστήρια και γιατρούς.
    Επομένως, βασικό κριτήριο εξέτασης του θέματος του δημοσίου, όπως σωστά το τονίζει ο Ρακκάς στο παραπάνω άρθρο, πρέπει να είναι η αποτελεσματικότητα, δηλαδή η επίτευξη της μέγιστης διαφοράς ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΩΦΕΛΕΙΑ – ΚΟΣΤΟΣ και όχι η συντήρηση των προνομίων των δημοσίων υπαλλήλων.

  5. Εύχομαι κανείς άνθρωπος να μην αρρωστήσει ή χειρότερα να αρρωστήσουν τα παιδιά του κατά την επόμενη απεργία κάποιου υγειονομικού κλάδου σε ένα μονοπωλιακό σύστημα (ιδιωτικό ή δημόσιο) υγείας…. Περάν τούτου τα «αγαθά» του καθ’αποκλειστικότητα παρόχου παιδείας τα έχουμε βιώσει στο πετσί μας στην Ελλάδα στην ανώτατη βαθμίδα…. Συνεχής υποβάθμιση των ελληνικών πανεπιστημίων ενώ οι «ελίτ» απλά στέλνουν τα παιδιά τους στο εξωτερικό και δη σε χώρες που δεν εμπνέονται από τα ιδεώδη του κομμουνισμού…. Για του λόγου το αληθές, https://www.youtube.com/watch?v=nM54UejGXAo
    Κοινώς όλη η πλέμπα στο ίδιο κοινό σύστημα παιδείας και μάλιστα χωρίς επιλογή αλλά οι εκλεκτοί του καθεστώτος τα καλύτερα α λα Κιμ Γιονγκ-ουν …..

  6. Pingback: Ο γόρδιος δεσμός κράτους και δημοσίου

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*