Απόσπασμα από ευρύτερο κείμενο του Στράτου Ν. Δορδανά, Αναπληρωτή καθηγητή Ιστορίας ΑΠΘ.
Δημοσιεύτηκε στον νέο Λόγιο Ερμή τ. 25 με αφιέρωμα “Το 1922 – Ο Διχασμός και η Μικρασιατική Εκστρατεία“.
Εισαγωγικά: Η μεσοπολεμική «επανέκδοση» του Εθνικού Διχασμού
Μέχρι την έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου δεν ήταν λίγες οι φορές που ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Ιωάννης Μεταξάς είχαν συζητήσει το ενδεχόμενο ενός νέου πολέμου με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, με τον τελευταίο να αναλύει σε υπομνήματά του προς τον πρωθυπουργό τις στρατιωτικές παραμέτρους και να εισηγείται την υπό προϋποθέσεις (απόλυτος αιφνιδιασμός) «εκβίαση των Δαρδανελίων». Θα μπορούσε να ειπωθεί πως σε γενικές γραμμές οι σχέσεις μεταξύ των δύο αντρών ήταν καλές, αν και ο Μεταξάς θεωρούσε εαυτόν αδικημένο και πίστευε ότι είχε έρθει ο καιρός της αυτονόμησής του από όλους. Η καταχώρηση στο ημερολόγιό του της 14ης Ιουλίου 1914 δεν άφηνε καμία αμφιβολία για την αυτο-εικόνα του:
Η Ελλάς μας είναι ένα καράβι, πλέον μέσα από σκοπέλους σε τρικυμειώδη σκοτεινήν νύκτα. Εις το τιμόνι τέσσερες άνθρωποι: ο Βασιλεύς, ο Βενιζέλος, ο Δούσμανης και εγώ. Ο καθένας μας με το μυαλό του και την ενεργητικότητα που του έδωσεν ο Θεός. Οι άλλοι εις τας θέσεις των, με τα μάτια καρφωμένα επάνω μας.
Όταν, λοιπόν, μέσα στο θερμό εκείνο καλοκαίρι ο ένας από τους τέσσερις «καπετάνιους» του ελληνικού καραβιού κλήθηκε να διαμορφώσει άποψη έναντι των μεγάλων γεγονότων, εμφανίστηκε στην καλύτερη περίπτωση πεπεισμένος ότι η Γερμανία δεν θα έχανε τον πόλεμο και –γεμάτος αυτοπεποίθηση– πλήρως αποστασιοποιημένος από τον Βενιζέλο: «Τώρα, ούτε τον Βενιζέλον έχω ανάγκη» για να συμπληρώσει:
Άλλως τε, ο δρόμος της πολιτικής του είναι σφαλερός, και δεν ειξεύρω μήπως βλάψη την Ελλάδα. Τώρα τελευταίως έχει παρασυρθή από έμφυτον έχθραν την οποίαν αισθάνεται προς την Γερμανίαν, παρεσύρθη πέραν του δέοντος.
Αλλού ο τόνος του γινόταν πιο επιθετικός:
Ο Βενιζέλος θέλει υποτελείς. Αν έλθω όμως εγώ εις την εξουσίαν, τότε θα μάθη πόσα απίδια βάζει ο σάκκος.[1]
Φυσικά, ο Μεταξάς δεν θα αργούσε να βρεθεί στην εξουσία (του Επιτελείου) όπως την ονειρευόταν με βάση τα αναντίρρητα προσόντα του, αλλά οι σχέσεις του με τον πρωθυπουργό είχαν οριστικά διαρραγεί. Σε μία από τις τελευταίες ίσως αναλαμπές οι δύο άντρες συνεργάστηκαν στο υπουργείο Εξωτερικών το απόγευμα της 13ης Ιανουαρίου 1915 στη βάση μιας μελέτης για τη Μικρά Ασία που θα τοποθετούσε τους ελληνικούς πληθυσμούς στον χώρο και θα βοηθούσε να καθοριστούν οι απαιτήσεις της Ελλάδας για την είσοδό της στον πόλεμο μέσα από τη συμμετοχή στην προετοιμαζόμενη εκστρατεία των Δαρδανελλίων. Η μεταξύ τους διαφαινόμενη δημογραφικής φύσης διαφωνία για τις διεκδικούμενες περιοχές στη Μικρά Ασία μετριάστηκε από το γεγονός ότι σύμφωνα με τον Βενιζέλο η Ελλάδα δεν χρειαζόταν πλέον να προβεί σε καμία παραχώρηση εθνικού εδάφους. Με τον Μεταξά να δηλώνει απόλυτα ικανοποιημένος από τη διατήρηση της Δράμας και της Καβάλας στον εθνικό κορμό, τη συζήτηση μέχρι το τέλος της συνάντησης μονοπώλησε το μέλλον της Τουρκίας. Η ειλημμένη κατά τον πρωθυπουργό απόφαση των Συμμάχων να «θανατώσουν» την Τουρκία προκάλεσε την ερώτηση του επιτελάρχη αναφορικά με τους τρόπους που θα λάμβανε χώρα η «εξόντωσις αύτη» για να συνοδευτεί από ένα δεύτερο ερώτημα στην περίπτωση κατάληψης των Στενών, όταν οι Τούρκοι θα μετέφεραν όλο το βάρος της άμυνάς τους στη Μικρά Ασία: «Ποιος θα υπάγη να την προσβάλη εκεί και να την καταστρέψη;». «Τότε θα προστεθώμεν και ημείς εις τον αγώνα» του απάντησε ο Βενιζέλος για να συνεχίσει εξίσου καταφατικά στην επόμενη ερώτηση του συνταγματάρχη: «Θα εκστρατεύσωμεν εις την Μ. Ασίαν;».[2]
Τελικά η Ελλάδα εκστράτευσε στη Μικρά Ασία όταν έφτασε το «πλήρωμα του χρόνου» και οι «Ειρηνοποιοί» ενέκριναν την αποστολή ελληνικού στρατού στη Σμύρνη ως μικρή πτυχή ενός υπεράνθρωπου εγχειρήματος διευθέτησης των παγκοσμίων μεταπολεμικών πραγμάτων. Βενιζέλος και Μεταξάς ξανασυναντήθηκαν μεταξύ 1919-1921 για να λάβουν δύο προσωπικές αποφάσεις που σηματοδότησαν τα όρια του θριάμβου και της καταστροφής, με την Ελλάδα στην πρώτη περίπτωση να συνεκάθεται με τους νικητές και στη δεύτερη να κλυδωνίζεται επικίνδυνα πλέοντας αυτή τη φορά καταπάνω στους σκοπέλους. Στις 12 Μαΐου 1919, σε μια νοερή συνέχεια του προαναφερόμενου διαλόγου, ο Λόιντ Τζορτζ πρόσφερε «δώρο τη Μικρά Ασία» και ο Βενιζέλος το αποδέχθηκε αμέσως, διαβεβαιώνοντας τον συνομιλητή του ότι η Ελλάδα ήταν στρατιωτικά έτοιμη να καταλάβει την προσφερόμενη ζώνη έκτασης 17 χιλιάδων τ.χ. με επίκεντρο τη Σμύρνη.[3] Δύο χρόνια αργότερα, μέσα στον Μάρτιο του 1921 ο Μεταξάς υποδέχθηκε δις στο σπίτι του τους Γούναρη, Πρωτοπαπαδάκη, Ν. Θεοτόκη και Εξαδάκτυλο και δύο φορές αρνήθηκε να εμπλακεί από τη στιγμή που διαφωνούσε κάθετα με την πολιτική στρατιωτικής κλιμάκωσης που ακολουθούσε εν γνώσει της η κυβέρνηση, έχοντας πλέον ενώπιόν της τον προδιαγραφόμενο κίνδυνο ενός ανυπολόγιστου εθνικού ολέθρου.[4] Η τελευταία άρνησή του καταγράφηκε τον Ιούνιο του 1922 και έναντι της κυβέρνησης Πρωτοπαπαδάκη, εμμένοντας σταθερά στις προηγούμενες απόψεις του ότι η διεξαγωγή του πολέμου «δια μόνων των δυνάμεων της Ελλάδος, και δια πολιτικόν αποτέλεσμα αφορών μόνον την Ελλάδα, θα απέβαινε προς ζημίαν του Έθνους […]».[5]
Η Μικρασιατική Καταστροφή, ως πολιτικοστρατιωτικός «μονόδρομος» κατά τον Δημήτριο Γούναρη μπροστά στα εσωτερικά αδιέξοδα, αποτελεί τομή στη σύγχρονη ελληνική ιστορία όχι μόνο γιατί ολοκλήρωσε με τραγικό τρόπο –για τον ελληνισμό της απέναντι πλευράς του Αιγαίου– τη μακρά διαδρομή της Μεγάλης Ιδέας αλλά και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι πόλωσε ανεπανόρθωτα τον ελληνικό Μεσοπόλεμο και παγίωσε αυτή την πόλωση ως κανόνα της πολιτικής ζωής, συνεπικουρούμενη από το σοκ της Δίκης των Έξι. Αυτό δεν σημαίνει εντούτοις ότι έλειψαν οι προσπάθειες για την καταλλαγή των παθών και οι φωνές για λήθη τόσο από βενιζελικούς όσο και από αντιβενιζελικούς.
Σε συνθήκες που ο ίδιος ο Βενιζέλος είχε περιγράψει το 1924 ως «εμφύλιο πόλεμο» οι προσκείμενοι στον ίδιο πολιτικοί προέβαλλαν την ανάγκη της εθνικής ανόρθωσης που προϋπέθετε την αποκατάσταση της πολιτικοκοινωνικής γαλήνης στο εσωτερικό της χώρας για τη σταδιακή επανεκκίνηση της κατεστραμμένης οικονομίας. Από την πλευρά τους, οι αντιβενιζελικοί απέρριπταν τη λήθη για χάρη της συμφιλίωσης, έχοντας μετατρέψει σε σημαία της μνημονικής αντίστασης τους αδικαίωτους ήρωές τους: τον εξόριστο βασιλιά και μεγάλο πλέον νεκρό και τους εκτελεσμένους του Νοεμβρίου 1922. Ωστόσο, ήταν πρόθυμοι να συμβάλλουν στην άρση του χάσματος για να εμφανιστούν ως οι μόνοι προασπιστές της εθνικής ευθύνης και της νομιμότητας που δεν προέτασσαν το μίσος αλλά αποδέχονταν στη θέση του τη συγχώρεση.[6]
Ήταν σε κάθε περίπτωση μία δύσκολη πολιτική ακροβασία καθ’ όλη τη διάρκεια της ταραχώδους ζωής της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας (1924-1935), λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι η ηττημένη και διεθνώς απομονωμένη χώρα καλούνταν στο εξής να πορευτεί με το δυσβάστακτο βάρος της μικρασιατικής τραγωδίας και συνάμα να διαμορφώσει τους όρους για την αποκατάσταση και τη σταδιακή οργανική-αρμονική ενσωμάτωση εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων σε κάθε έκφανση του εθνικού επιστητού. Από πολιτικής άποψης και εκλογικής συμπεριφοράς περίπου 1.200.000 πρόσφυγες εντάχθηκαν στο κομματικό σύστημα του Μεσοπολέμου και συμπαρασύρθηκαν από την αντιπαράθεση μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων, που διασπασμένα συγκροτούσαν πλέον τους πόλους πολυκομματικών παρατάξεων. Είναι ενδεικτικό ότι δεν πέτυχαν ποτέ να εκπροσωπηθούν μαζικά και διακριτά από πρόσφυγες πολιτικούς στο Κοινοβούλιο, οι οποίοι στην καλύτερη στιγμή αυτής της εκπροσώπησης το 1932 αντιπροσώπευαν το 15,2% του βουλευτικού σώματος.[7]
Δίπλα στους μέχρι τότε βασικούς εκλογικούς πυλώνες της βενιζελικής παράταξης, που ήταν το μικρό ακόμα κοινωνικό στρώμα του επιχειρηματικού κόσμου σαφώς δεσμευμένο από το όραμα του αστικού εκσυγχρονισμού των Φιλελευθέρων και οι ντόπιοι αγρότες στους οποίους είχε διανεμηθεί κλήρος μετά το 1917, ήρθε σταθερά καθ’ όλη τη δεκαετία του ’20 να προστεθεί η συντριπτική πλειοψηφία του προσφυγικού κόσμου. Το 90% των μικρασιατών προσφύγων θεωρούσε τον Βενιζέλο σωτήρα τους και το Κόμμα των Φιλελευθέρων ως τον καλύτερο προασπιστή των συμφερόντων τους, σε αντίθεση με τους εκλαμβανόμενους ως υπαιτίους της Καταστροφής που δεν ήταν άλλοι κατά την άποψή τους από τους αντιβενιζελικούς. Παρά την επισφάλεια που συνόδευε αυτή τη διαφαινόμενη ως καθολική ταύτιση μεταξύ προσφύγων και Φιλελευθέρων, οι «Νέες Χώρες» αναδείχθηκαν σε εκλογικά προπύργια της παράταξης, όπου για παράδειγμα στις εκλογές του 1926 επικράτησε καθαρά (εκτός του νομού Φλώρινας), ενώ στον αντίποδα το ίδιο συνέβη στις περισσότερες περιφέρειες της «Παλαιάς Ελλάδας» για τους αντιβενιζελικούς, με σημαντική εξαίρεση το πάλαι ποτέ «κράτος των Αθηνών».[8]
Μέχρι τον εκλογικό θρίαμβο των Φιλελευθέρων το 1928 οι διαβεβαιώσεις Λαϊκών και Φιλελευθέρων ότι προσέβλεπαν στην απόρριψη του φανατισμού ως απότοκου του ιδιαίτερα τραυματικού παρελθόντος αποτυπώθηκε και εμπράκτως στην οικουμενική κυβέρνηση Ζαΐμη την επαύριον της παγκαλικής δικτατορίας για την «πολιτική και οικονομική εδραίωση της Δημοκρατίας».[9] Στην πραγματικότητα, τα δύο κυρίαρχα αστικά κόμματα είχαν αφουγκραστεί την επιθυμία των εκλογέων να αρθεί το σχίσμα και να συγκροτηθεί κυβέρνηση συνεργασίας.[10]
Στις εκλογές της 19ης Αυγούστου 1928 το Κόμμα των Φιλελευθέρων και οι συνεργαζόμενοι κέρδισαν τις 226 από τις 250 έδρες και τις υπόλοιπες (μόλις) 24 η αντιβενιζελική παράταξη (Λαϊκοί, Ελευθερόφρονες, Ανεξάρτητοι Βασιλόφρονες), συμπεριλαμβανομένου του Καφαντάρη, παρά την απεγνωσμένη προσπάθειά της να αποδώσει τις ευθύνες για τη Μικρασιατική Καταστροφή στον Βενιζέλο.[11] Το Κόμμα των Ελευθεροφρόνων που είχε ιδρύσει ο Ιωάννης Μεταξάς στα τέλη της μικρασιατικής εκστρατείας και συγκέντρωνε ισχυρές πιθανότητες να κυριαρχήσει στην αντιβενιζελική παράταξη, έλαβε το απογοητευτικό 5,30% και κατέλαβε μία έδρα. Τη στιγμή που ο Ελευθέριος Βενιζέλος ξεκινούσε τη «Μεγάλη Τετραετία» του για να μεταβάλλει την Ελλάδα σε «μικρά Αγγλία», ο Μεταξάς συντετριμμένος τηλεγραφούσε στη σύζυγό του: «Έχασα την εκλογήν. Παραιτούμαι της πολιτικής. Θα ζήσω πλέον ως άνθρωπος».[12] Αντιδρώντας και αυτή τη φορά εν θερμώ, όχι μόνο επανέκαμψε στην πολιτική μεταξύ 1932-36 και συνέχισε εντατικότερα να επεξεργάζεται την αντικοινοβουλευτική λύση αλλά και με φόντο την αστάθεια της δημοκρατικού πολιτεύματος ενεπλάκη σε μία ακόμη σφοδρή σύγκρουση με τον μεγάλο αντίπαλό του για την αξιολόγηση των επιλογών του παρελθόντος με επίδικο το παρόν.
Δεν βοηθά στην κατανόηση αυτής της συγκρουσιακής επιλογής το γεγονός ότι ο Μεταξάς δεν αποτελούσε πλέον το μόνο διαθέσιμο «αλεξικέραυνο» των πολιτικών επιθέσεων, καθώς μετά την επιστροφή από το εξωτερικό και την κάθοδο στις εκλογές του ’28 του «διασωθέντος» Γεωργίου Στρέιτ οι βενιζελικοί είχαν τους λόγους τους ώστε να περιλαμβάνουν και τον δεύτερο στους εφιάλτες τους.[13] Η δημόσια αντιπαράθεση μέσω των εφημερίδων μεταξύ Βενιζέλου-Μεταξά αποτελεί συνυποδήλωση της επανάκαμψης του Εθνικού Διχασμού το διάστημα 1933-35 ή της «επανέκδοσής» του κατά τον Gunnar Hering,[14] που σηματοδοτείται από τα δύο κινήματα και απολήγει στην κονδυλική παλινόρθωση της βασιλείας. Δεν είναι λοιπόν διόλου τυχαίο ότι έπεται του πλαστηρικού κινήματος της 6ης Μαρτίου 1933 και της δεύτερης εναντίον του Βενιζέλου δολοφονικής απόπειρας της 6ης Ιουνίου,[15] γεγονότα μετά τα οποία ο Κρητικός πολιτικός άρχισε να βαδίζει στην εξωκοινοβουλευτική οδό και στην επιλογή της όξυνσης στην αντιπαράθεση με τους πολιτικούς αντιπάλους του, ενώ από την πλευρά της η κυβέρνηση Τσαλδάρη έριξε νερό στον μύλο της πόλωσης, χάνοντας παράλληλα αργότερα τη συναίνεση και σε μείζονα θέματα εξωτερικής πολιτικής.[16]
Παρά το γεγονός ότι η παραδοσιακή διαίρεση βενιζελικών-αντιβενιζελικών θόλωνε μπροστά στο επίδικο «κοινοβουλευτισμός ή δικτατορία» με φόντο τους νέους κοινωνικούς-ταξικούς και οικονομικούς συσχετισμούς, το κίνημα του Πλαστήρα είχε διαμορφώσει το πλαίσιο για την «επανέκδοση» του Διχασμού, από το οποίο είχε επιχειρήσει να αντλήσει τη «νομιμοποίησή» του ο πρώην αρχηγός της Επανάστασης. Επομένως, η αρθογραφία Βενιζέλου-Μεταξά για τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Μικρασιατική Εκστρατεία εγγράφηκε στη χορεία της διχαστικής αναζωπύρωσης που εκτός των εφημερίδων αποτυπώθηκε αυτή την περίοδο σε κείμενα αγορεύσεων στη Βουλή, με αποκορύφωμα τη συζήτηση που είχε προκαλέσει ο Μεταξάς μετά την κατάθεση πρότασης παραπομπής του Βενιζέλου στο Ειδικό Δικαστήριο με την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας στο κίνημα της 6ης Μαρτίου,[17]καθώς και σε απομνημονεύματα επώνυμων αλλά και λιγότερο προβεβλημένων. Πρώτος προσέφυγε στη μέθοδο της απόδοσης ευθυνών στην αντίπαλη πλευρά ο Βενιζέλος για να ακολουθήσει η αντιβενιζελική παράταξη, καθώς η συσπείρωση μέσω της πόλωσης κατά την αναμόχλευση του παρελθόντος μπορούσε να συγκρατήσει την εκλογική βάση μπροστά στους κινδύνους που γεννούσε η δημοσιονομική αδυναμία της εκπλήρωσης των υποσχέσεων και άρα της ικανοποίησης των διαφόρων και συχνά αλληλοσυγκρουόμενων κοινωνικών αιτημάτων.[18]
Στις 11 Οκτωβρίου 1934 ο Βενιζέλος, ευρισκόμενος στη Χαλέπα Χανίων και αποφασισμένος να μην επιστρέψει στην Αθήνα, εγκαινίασε μια σειρά άρθρων στο κυριότερο δημοσιογραφικό όργανο της παράταξης Ελεύθερον Βήμα σχετικά με τον Εθνικό Διχασμό του 1915. Δύο ημέρες μετά, στις 13 Οκτωβρίου, ξεκίνησε τη δική του σειρά ο Μεταξάς για το ίδιο θέμα στη σημαντικότερη εφημερίδα του αντιβενιζελικού χώρου Καθημερινή, έχοντας προηγούμενη πλούσια εμπειρία αντιπαραθέσεων αυτού του είδους με αντιπάλους αλλά και με εσωκομματικούς «φίλους». Έκτοτε οι δύο άνδρες συνέχισαν την αρθρογραφία τους επί μήνες, έως ότου ο πρώτος συμπλήρωσε 37 άρθρα (28 Νοεμβρίου 1934, τρεις συμπληρωματικές επιστολές δημοσιεύτηκαν εντός του Δεκεμβρίου) και ο δεύτερος 70 (23 Ιανουαρίου 1935).
[1] Χρ. Χρηστίδης (επιμ.), Μεταξάς. Το προσωπικό του ημερολόγιο, 1910-1920, τόμ. Β΄, Εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα 1952, σσ. 226 κ.ε., 323, 338, 357. Επίσης, Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος, 1915. Ο Εθνικός Διχασμός, γ΄ έκδ., Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2016, σσ. 45-46.
[2] Χρηστίδης (επιμ.), ό.π., σσ. 384-386.
[3] Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Μικρασιατική Καταστροφή, Εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2018, σσ. 21-22.
[4] Μαριάννα Χριστοπούλου, Δημήτριος Γούναρης. Πολιτική Βιογραφία, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, Αθήνα 2017, σσ. 301-304.
[5] Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης, Τα μυστήρια της Αιγηΐδος. Το Μικρασιατικό Ζήτημα στην ελληνική πολιτική (1891-1922), Εστία, Αθήνα 2016, σ. 327.
[6] Δέσποινα Ι. Παπαδημητρίου, Τα χρόνια της κρίσης στον μεσοπόλεμο. Η ελληνική δημόσια συζήτηση, Εκδόσεις Ασίνη, Αθήνα 2012, σσ. 87-89, κ.ε.
[7] Δημήτρης Μπαλαμπανίδης-Κυριάκος Σούμπασης, «Η εγκατάσταση των ‘‘ανταλλάξιμων’’ προσφύγων στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Ανάμεσα σε κρατικές χωροθετικές πολιτικές και καθημερινές στρατηγικές αντίστασης και επιβίωσης», Ε. Αβδελά-Ρ. Αλβανός-Δ. Κουσουρής-Μ. Χαραλαμπίδης (επιμ.), Η Ελλάδα στον Μεσοπόλεμο. Μετασχηματισμοί και διακυβεύματα, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2017, σ. 47 και υποσημ. 33.
[8] Gunnar Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα, 1821-1936, τόμ. Β΄, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, μετάφρ. Θόδωρος Παρασκευόπουλος, Αθήνα 2004, σσ. 1046-1049. Ειδικότερα για τις εκλογικές αναμετρήσεις, την πολιτική ταύτιση και την εκλογική συμπεριφορά του προσφυγικού πληθυσμού στη βάση του σχήματος «βενιζελισμός-αντιβενιζελισμός» και σε σχέση με τη διάκριση «πρόσφυγας-ντόπιος» βλ. George Th. Mavrogordatos, Stillborn Republic. Social Coalitions and Party Strategies in Greece, 1922-1936, University of California Press, Μπέρκλεϋ – Λος Άντζελες – Λονδίνο 1983, σσ. 25-54, 182-225. Επίσης, Σπύρος Καραβάς, «Η προσφυγική ψήφος στο πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας την περίοδο του Μεσοπολέμου», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, 9 (1992), 135-156, https://doi.org/10.12681/deltiokms.134.
[9] Παπαδημητρίου, ό.π., σ. 62.
[10] Μαρία Κ. Γιώτα, «Η πολιτική ένταξη των προσφύγων του 1922 στην Ελλάδα του μεσοπολέμου (1922-1940)», διδακτορική διατριβή, Τομέας Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας και Λαογραφίας, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Φιλοσοφική Σχολή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2005, σσ. 111-112.
[11] Στο ίδιο, σσ. 136-137. Στον αντίποδα, την ημέρα των εκλογών ο Προσφυγικός Κόσμος έθετε στους ψηφοφόρους το δίλημμα μεταξύ του Βενιζέλου που αντιπροσώπευε την τάξη, την ασφάλεια, την ευημερία, την προσφυγική αποκατάσταση, ενώ οι εκπρόσωποι του παλαιοκομματισμού Στρέιτ, Τσαλδάρης, Μεταξάς, Καφαντάρης κ.λπ. «υπόσχονταν» την ακυβερνησία, την αναρχία, την οικονομική καταστροφή, «ανεργία, πείνα, λευκό θάνατο» (σ. 143).
[12] Γρηγόριος Δαφνής, Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων, 1923-1940, τόμ. Β΄, Αθήνα 2020 (έκδοση του Βήματος), σσ. 412-416.
[13] Στράτος Ν. Δορδανάς, Οι Αργυρώνητοι. Η γερμανική προπαγάνδα στην Ελλάδα κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2021,σσ. 306-307.
[14] Hering, ό.π., σ. 1045.
[15] Για την απόπειρα οι βενιζελικοί κατηγόρησαν τον Μεταξά, ενώ ο ίδιος ο Βενιζέλος σε δηλώσεις του δεν απέκλεισε κατηγορηματικά το ενδεχόμενο αυτό: «Δεν ημπορώ να είμαι εξ ίσου βέβαιος ότι είναι αμέτοχος ποινικής ευθύνης για το έγκλημα και ο Μεταξάς». Η αντίδραση του τελευταία ήταν άμεση, δηλώνοντας ότι παραιτούταν της βουλευτικής ασυλίας και παράλληλα μηνύοντας τον Βενιζέλο «επί ψευδεί καταμηνύσει», βλ. Μαρίνα Πετράκη, Ο Ιωάννης πίσω από τον Μεταξά, Η Καθημερινή, Αθήνα 2014, σ. 85.
[16] Παπαδημητρίου, ό.π., σσ. 75-76.
[17] Ενδεικτικά, Νικόλαος Εμμ. Παπαδάκης, Ελευθέριος Βενιζέλος, ο άνθρωπος, ο ηγέτης. Βιογραφία, τόμ. Β΄, Εστία, Αθήνα 2017, σσ. 1046-1049.
[18] Χρήστος Χατζηιωσήφ, «Κοινοβούλιο και δικτατορία, 1922-1936», Χρήστος Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα. Όψεις πολιτικής και οικονομικής ιστορίας, 1900-1940, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2009, σσ. 478-479.

1 ΣΧΟΛΙΟ
Στην ταινία “Cinccinati kid” ο νικητής της τελευταίας κρίσιμης παρτίδας Edouard Robinson, κάνει μία εκπληκτική δήλωση προς τον μεγάλο χαμένο Steve Ms Queen “έχασες γιατί έκανες την σωστή κίνηση, την λάθος στιγμή! “, εννοώντας ότι με το φύλλο που είχε ο χαμένος έπρεπε να παίξει τα ρέστα του, αλλά ο νικητής είχε απλά κάτι καλύτερο…….Αυτό έγινε και με τον Βενιζέλο, ο οποίος έπαιξε τα ρέστα του αλλά δεν μπορούσε να υπολογίσει τον αστάθμητο παράγοντα δηλ. την άνοδο του Κεμάλ στην εξουσία, αλλά και ποιος μπορούσε……