Αρχική » Η Θεωρία του ολοκληρωτικού κόμματος

Η Θεωρία του ολοκληρωτικού κόμματος

από Άρδην - Ρήξη

Στάλιν – Λένιν – Καλίνιν

Το καλοκαιρινό αφιέρωμα της ιστοσελίδα του Άρδην θα επιχειρήσει να διερευνήσει το φαινόμενο του Ολοκληρωτισμού που στοίχειωσε τον 20ό αιώνα, αλλά τον βλέπουμε με διάφορα προσωπεία να ξεπηδά και στον 21ο αι. Με οδηγό το εμβληματικό έργο του Κώστα Παπαϊωάννου, Η γένεση του Ολοκληρωτισμού (πρωτοεκδόθηκε μόλις το 1959, δ΄ συμπληρωμένη έκδοση του 2017 με επίμετρο του Γιώργου Καραμπελιά) θα διερευνήσουμε διάφορες πτυχές του ολοκληρωτισμού. Θα δούμε πώς από “το ζενίθ του Οκτώβρη του 1917 φτάσαμε στο ναδίρ των γκουλαγκ” και θα διαπιστώσουμε πώς το λενινιστικό – σταλινικό πρότυπο επιβιώνει παραλλαγμένο και σήμερα.

του Κώστα Παπαϊωάννου*

Οι αρχές πάνω στις οποίες στηρίζεται το μπολσεβικικό κόμμα βρίσκονται σε μια ριζική αντίθεση προς τις αρχές πάνω στις οποίες στηρίζεται η πολιτική ζωή γενικά και ιδιαίτερα η ζωή όλων των άλλων κομμάτων – εκτός από τα φασιστικά που δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι φτιάχτηκαν κατ’ εικόνα και ομοίωσή του[1].

Το ολοκληρωτικό κόμμα γενικά μοιάζει πολύ περισσότερο μ’ ένα στρατιωτικό σχηματισμό ή μ’ ένα εκκλησιαστικό τάγμα (ιησουιτικού στυλ) παρά μ’ ένα πολιτικό σώμα. Και το μπολσεβικικό κόμμα ειδικά ξεχωρίζεται απ’ όλα τ’ άλλα κόμματα από τις ιδιότυπές του αντιλήψεις: α) για το ρόλο του κόμματος β) για την κομματική ιεραρχία γ) για την κομματική πειθαρχία και δ) για τις σχέσεις του με τις κοινωνικές τάξεις.

Ο Μαρξ και το εργατικό κόμμα

Αυτό που χαρακτηρίζει τη θεωρία του Μαρξ είναι η πίστη στην πολιτική ικανότητα των μαζών, η πίστη στην ιστορική δημιουργικότητα του προλεταριάτου. Για τον Μαρξ, η ωρίμανση του σοσιαλιστικού κινήματος εξαρτάται από την πολιτική διαπαιδαγώγηση του προλεταριάτου, που κι αυτή είναι συνάρτηση της ελεύθερης διάδοσης των ιδεών, της ελεύθερης μετάδοσης της πολιτικής πείρας και της ελεύθερης κριτικής.

Αν η πίστη στη δημοκρατία σημαίνει κατ’ αρχήν την πίστη στην πολιτική ικανότητα του πλήθους, στην ικανότητα της μεγάλης μάζας να γίνει πηγή και φορέας μιας συνειδητής και υπεύθυνης ιστορικής ενέργειας, ο Μαρξ είναι διαποτισμένος από την ίδια πληθωρική πίστη στη δημοκρατία που χαρακτηρίζει όλο τον φιλελεύθερο 19ο αιώνα. Αυτή την αισιοδοξία, τη σύμφυτη στο ορθολογιστικό πνεύμα του 18ου και του 19ου αιώνα, αυτή τη θριαμβεύουσα αυτοπεποίθηση, εκφράζει η φράση,«η απελευθέρωση των εργαζομένων είναι έργο των ίδιων των εργαζομένων»,που είναι η βάση όλης της μαρξιστικής πολιτικής.

Και αυτή η ανθρωπιστική αντίληψη για τη λογική ικανότητα του ανθρώπου εξηγεί, κατά ένα μέγα μέρος, το ότι ο Μαρξ δεν έδωσε καμιά ιδιαίτερη σημασία στο πρόβλημα του πολιτικού κόμματος του προλεταριάτου, στο πρόβλημα που θέτει, μέσα σ’ όλα τα πολιτικά κόμματα, η σχέση ανάμεσα στην «πρωτοπορία» που καθοδηγεί και τη «μάζα» που ακολουθεί.

Έτσι, στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», τίποτε δεν δείχνει ότι είναι δυνατό να υπάρξει μια οποιαδήποτε διάκριση ανάμεσα στην προλεταριακή μάζα και το μαρξιστικό κόμμα. Το Μανιφέστο τονίζει ότι οι «κομμουνιστές», δηλαδή οι οπαδοί του Μαρξ,

…δεν αποτελούν ένα ξεχωριστό κόμμα αντίθετο προς τα άλλα εργατικά κόμματα·(…) δεν προβάλλουν καμιά ιδιαίτερη θεωρία, ούτε και ζητούν από το προλεταριάτο να συμμορφωθεί προς μια οποιαδήποτε τέτοια θεωρία. (…) Στην πράξη, οι κομμουνιστές είναι το πιο αποφασισμένο, το πιο προχωρημένο τμήμα τον εργατικού κινήματος του κάθε τόπου. Στη θεωρία, οι κομμουνιστές υπερέχουν απέναντι στους υπόλοιπους προλεταρίους γιατί καταλαβαίνουν πιο καθαρά τις συνθήκες, την πορεία και τους γενικούς σκοπούς του προλεταριακού κινήματος Αλλά ο άμεσος σκοπός τους είναι ο ίδιος με το σκοπό όλων των άλλων τμημάτων του προλεταριάτου.

Όπως βλέπουμε, για τον Μαρξ, η σοσιαλιστική συνείδηση βγαίνει αυθόρμητα μέσα απ’ αυτή την ίδια τη λογική της πάλης των τάξεων, σαν μια σχεδόν αυτόματη «αντανάκλαση» των συνθηκών που επικρατούν στην καπιταλιστική κοινωνία: η κομμουνιστική συνείδηση δεν είναι παρά απλώς και μόνο μια θεωρητικότερη, ακριβέστερη και σαφέστερη μορφή της ταξικής συνείδησης του προλεταριάτου.

Η λενινιστική αντίληψη του κόμματος

Αντίθετα, όλη η λενινιστική αντίληψη του κόμματος στηρίζεται πάνω στο αξίωμα ότι μόνο του το προλεταριάτο δεν είναι σε θέση να υψωθεί πάνω από τα στενά επαγγελματικά του συμφέροντα και ν’ αποκτήσει αυτή την επαναστατική συνείδηση που είναι η αναγκαία προϋπόθεση της ιστορικής του δραστηριοποίησης.

Ο Μαρξ πίστευε ότι, απ’ όλες τις τάξεις της σημερινής κοινωνίας, μόνο το προλεταριάτο μπορεί να υψωθεί στην αλήθεια και ν’ αντικρύσει την πραγματικότητα χωρίς τις παρωπίδες της «ιδεολογίας»: απ’ αυτή την οπωσδήποτε αφελή αντίληψη, ο μπολσεβικισμός επρόκειτο να βγάλει το συμπέρασμα ότι «η προλεταριακή επιστήμη» είναι η «μόνη αληθινή επιστήμη»[2]. Αλλά για τον Λένιν, αυτή η «προλεταριακή επιστήμη» είναι κάτι που ξεπερνάει την προλεταριακή συνείδηση. Έτσι, αναφέρει με θαυμασμό τις «βαθειά αληθινές σκέψεις» του Kautsky πάνω στο θέμα αυτό, και κατά τις οποίες

…η σύγχρονη σοσιαλιστική συνείδηση δεν μπορεί να θεμελιωθεί παρά μόνο πάνω στη βάση μιας βαθειάς επιστημονικής γνώσης … Οι φορείς αυτής της επιστήμης είναι όχι οι προλετάριοι, αλλά οι αστοί διανοούμενοι …η σοσιαλιστική συνείδηση είναι κάτι που έχει εισαχθεί απ’ έξω (von Aussen Hineingetragenes) μέσα στον προλεταριακό ταξικό αγώνα και όχι κάτι που αυθόρμητα (urwüchsig) έχει βγει από μέσα του[3].

Και, οδηγώντας στις ακραίες τους συνέπειες αυτές τις ήδη ανορθόδοξες ιδέες του Kautsky, ο Λένιν υποστηρίζει ότι αυτήν την καθαρή ταξική συνείδηση δεν μπορούν να την δώσουν στο προλεταριάτο παρά μόνο οι «αστοί διανοούμενοι», μεταμορφωμένοι από «σάπιους διανοούμενους» σε «επαγγελματίες επαναστάτες» και από «αναρχικούς και απειθάρχητους μικροαστούς» σε φανατικά στελέχη μιας χρισματοφόρας μονολιθικής οργάνωσης.

Έτσι, η πολιτική θεωρία χάνει τον πολιτικό της χαρακτήρα και παίρνει την έννοια ενός εκκλησιαστικού δόγματος που είναι αποκλειστικό κτήμα ενός ιερατείου από «επαγγελματίες επαναστάτες». Εύκολα καταλαβαίνει κανείς πώς και γιατί όλη η μυθολογία της «προλεταριακής επιστήμης» εκφυλίστηκε έτσι γρήγορα στη φετιχιστική πίστη στην αλάθητη σοφία του «κορυφαίου επιστήμονα» και του «μπολσεβικικού επιτελείου»!

Η εργατική μάζα δεν μπορεί λοιπόν να ξεπεράσει την παθητικότητά της και τη στενά συνδικαλιστική της δράση παρά μόνο στο μέτρο που κινητοποιείται «από τα έξω» και δέχεται την καθοδήγηση μιας ιησουϊτικά οργανωμένης μειοψηφίας «δυναμικών» διανοούμενων, «επαγγελματιών επαναστατών» και μηχανοποιημένων «μηχανικών της ψυχής» που όσο πιο «δυναμικοί» γίνονται τόσο λιγότερο διανοούνται, και που όσο περισσότερο «επαγγελματοποιούνται» τόσο πιο εύκολα μπορούν να γίνουν «αντεπαναστάτες».

Ο Μαρξ, που θεωρούσε τα συνδικάτα σαν το«σχολείο του σοσιαλισμού» και πίστευε ότι«μόνο τα συνδικάτα είναι σε θέση ν’ αντιπροσωπεύουν ένα αληθινό εργατικό κόμμα», έλεγε ότι, «ποτέ τα συνδικάτα, αν θέλουν να εκπληρώσουν την αποστολή τους, δεν πρέπει να δεθούν σε μια πολιτική οργάνωση και να βρεθούν κάτω από την κυριαρχία της: αυτό θα ’ταν ο θάνατός τους»[4].

Αντίθετα, ο Λένιν πίστευε ότι ο μόνος τρόπος για να μη γίνει ο συνδικαλισμός ο θάνατος της επανάστασης ήταν να οργανωθεί ένα κόμμα από επαγγελματίες επαναστάτες, ένα επιτελείο από στρατιωτικά πειθαρχημένους τεχνικούς της «κινητοποίησης και της προπαγάνδας» (αγκιτάτσια–προπαγάνδα), για να καθοδηγήσει όχι μόνο τους ταξικούς αγώνες αλλά το σύνολο της ψυχικής και ιδεολογικής ζωής των προλεταρίων: Το κόμμα, λέει ο Λένιν, δίνοντας τον ορισμό του ολοκληρωτισμούπρέπει να πάρει κάτω από τον έλεγχό του όλες ανεξαίρετα τις πλευρές και τις μορφές της κοινωνικής δραστηριότητας»[5].

Για να μπορεί να σταθεί στο ύψος αυτής της «ιστορικής αποστολής», το κόμμα πρέπει να έχει ένα κλειστό, μονολιθικό και συγκεντρωτικό χαρακτήρα. Το κόμμα δεν είναι η οργάνωση της μάζας, αλλά η οργάνωση της élite, της πρωτοπορίας, που την καθοδηγεί και τη «διαπαιδαγωγεί». Ύστερα, το κόμμα πρέπει να επιβάλλει στα μέλη του ένα καθεστώς μονολιθικής ομοφωνίας και υπακοής.

Ρίκοφ (αριστερά) και Μπουχάριν (μέσο), συλλαμβάνονται και λίγο αργότερα εκτελέστηκαν (Μάρτιος 1939). Από τη συμβολή στην οικοδόμηση του ολοκληρωτικού κράτους πολλά πρωτοκλασάτα στελέχη του οδηγήθηκαν στην εξόντωση το διάστημα 1937-1939.

Για τον μπολσεβικισμό, η αποτελεσματικότητα ενός κόμματος είναι συνάρτηση της ομοιογένειάς του. Η εργατική τάξη δεν είναι ομοιογενής, λέει ο Μπουχάριν, δηλαδή οι εργάτες, όπως και όλοι οι άνθρωποι, σκέφτονται διάφορα. Γι’ αυτό χρειάζεται να υποταχθεί σ’ ένα ομοιογενές κόμμα με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο το σώμα υποτάσσεται στο κεφάλι[6]! Και καθώς και το κόμμα δεν είναι «τελείως ομοιογενές», οι κομματικοί πρέπει, κι αυτοί με τη σειρά τους, να υποταχθούν στους «αρχηγούς τους».

Ένας από τους τότε αρχηγούς ήταν κι ο Μπουχάριν, αλλά, καθώς φαίνεται, αφού κι αυτοί οι «αρχηγοί» δεν ήταν όσο έπρεπε «ομοιογενείς», ο Στάλιν τους «εκκαθάρισε» όλους. Γιατί, πραγματικά, ο μόνος τρόπος για να πραγματοποιηθεί μια πλήρης ομοιογένεια μέσα στην ηγετική ομάδα είναι να υπάρχει ένας μόνο αρχηγός: μόνο μένοντας μόνος με τον εαυτό του, ένας άνθρωπος μπορεί να γίνει «πλήρως ομοιογενής», και πάλι θα πρέπει πρώτα να έχει απογυμνωθεί από τις περισσότερες από τις ανθρώπινες ιδιότητες – πράγμα που, όπως αποδείχτηκε από την πράξη, δεν είναι πολύ δύσκολο.

Η «ομοιογένεια» αυτή προϋποθέτει την πλήρη απόρριψη της αρχής της ελευθερίας της κριτικής και της ελεύθερης συζήτησης:

«Η ελευθερία της κριτικής, λέει ο Λένιν, είναι η ελευθερία του οπορτουνισμού να φέρει μέσα στο σοσιαλισμό αστικές ιδέες και αστικά στοιχεία»[7]! Η ομοφωνία των 99%, δηλαδή η υπακοή και η πειθαρχία, γίνεται έτσι η προϋπόθεση της «απελευθέρωσης» του ανθρώπου από κάθε σκλαβιά! Για να «απελευθερώσουν» τους προλεταρίους, οι «επαγγελματίες επαναστάτες» πρέπει ν’ απαρνηθούν την ίδια τους την ελευθερία και να δεχτούν, σύμφωνα με το ιησουιτικό vœu d’obéissance, να υποταχθούν στις αποφάσεις των αρχηγών, στις «ντιρεκτίβες» της ιεραρχίας! Η αντιδημοκρατική ουσία των ολοκληρωτικών κομμάτων συνίσταται όχι τόσο στο ότι ζητούν να καταλάβουν την εξουσία με αντιδημοκρατικά μέσα, ή στο ότι η εξουσία που θέλουν να μονοπωλήσουν στηρίζεται πάνω στην ολοκληρωτική κατάργηση των πολιτικών δικαιωμάτων, αλλά κυρίως στο ότι αυτοί οι ίδιοι οι «μονολιθικοί» έχουν παραιτηθεί, ήδη πριν από την κατάληψη της εξουσίας, από κάθε πολιτικό δικαίωμα, κι έχουν απαρνηθεί κάθε προσωπική και πολιτική ελευθερία. Και καθώς δεν αναγνωρίζουν στον ίδιο τον εαυτό τους το δικαίωμα να έχουν μια προσωπική γνώμη, είναι απόλυτα έτοιμοι να το απαγορέψουν ολοκληρωτικά και στους άλλους.

Αλλ’ αυτή η μονολιθική ισοπέδωση είναι αδύνατη χωρίς μια παράλληλη γραφειοκρατικοποίηση του οργανωτικού μηχανισμού του κόμματος. Η εσωκομματική δημοκρατία, δηλαδή η εκλογή των οργάνων του κόμματος «από τη βάση», είναι, κατά τον Λένιν, μια άλλη «οπορτουνιστική» παρέκκλιση. Αντίθετα, η γραφειοκρατική αρχή του διορισμού των κομματικών στελεχών «από τα πάνω» είναι μια άλλη προϋπόθεση της «απελευθέρωσης» του προλεταριάτου:Η γραφειοκρατία απέναντι στη δημοκρατία, ο συγκεντρωτισμός απέναντι στην αυτονομία, είναι η οργανωτική αρχή του επαναστατικού κόμματος απέναντι στην οργανωτική αρχή των οπορτουνιστών[8].

Αυτή η γραφειοκρατική οργανωτική αρχή, που πραγματοποιήθηκε ολοκληρωτικά από τον Στάλιν, μετά την εκκαθάριση των δεξιών και των αριστερών πτερύγων του μπολσεβικικού κόμματος και της III Διεθνούς, συνίσταται σ’ ένα στρατιωτικού τύπου οργανωτικό σχήμα: Σύμφωνα μ’ αυτή την «κάθετη διάρθρωση», για να μεταχειριστούμε τους όρους του Maurice Duverger, οι πυρήνες που αποτελούν την οργάνωση της βάσης:

…δεν επικοινωνούν μεταξύ τους παρά συνδέονται με τον ενδιάμεσο του τομέα που αποτελεί την ιεραρχικά ανώτερη βαθμίδα. Οι τομείς δεν επικοινωνούν μεταξύ τους παρά συνδέονται με το ενδιάμεσο της ανώτερης βαθμίδας: της ομοσπονδίας. Οι ομοσπονδίες συνδέονται αναμεταξύ τους με τον ενδιάμεσο του εθνικού συνεδρίου[9], που συνέρχεται κάθε δύο χρόνια για να εκλέξει την κεντρική επιτροπή, η οποία ορίζει ένα πολιτικό γραφείο. Το σύστημα αυτό κάνει απόλυτα αδύνατη την ανάπτυξη κάθε σχίσματος, κάθε «φράξιας» και κάθε αντιπολιτευτικής ομάδας: μια αντιπολίτευση μπορεί π.χ. να εμφανιστεί μέσα σ’ ένα πυρήνα αλλά δεν μπορεί να ξαπλωθεί άμεσα στους άλλους πυρήνες. Δεν μπορεί να φτάσει ίσαμε την τομεακή επιτροπή παρά μόνο με τον ενδιάμεσο του αντιπροσώπου του πυρήνα, αλλά ήδη τα μέλη της τομεακής επιτροπής αποτελούν στοιχεία πολύ πιο δοκιμασμένα και πολύ πιο σίγουρα. Η ελευθερία της συζήτησης είναι αρκετά αναπτυγμένη μέσα στους πυρήνες αλλά λιγοστεύει όσο ανεβαίνουμε στην ιεραρχία (όπου, δηλαδή, υπάρχει ο κίνδυνος να τεθούν προβλήματα γενικής πολιτικής που να ξεπερνάν τον περιορισμένο ορίζοντα του πυρήνα). Δυνάμει αυτού του συγκεντρωτικού καθεστώτος, ο αντιπρόσωπος ενός κατωτέρου οργανισμού είναι υπεύθυνος όχι απέναντι σ’ αυτούς που αντιπροσωπεύει αλλά απέναντι στον αμέσως ανώτερο οργανισμό. Ταυτόχρονα, το κέντρο παίζει ένα μεγάλο ρόλο στον διορισμό των διαφόρων υπευθύνων και (κατά τις πληροφορίες που δίνει, ανάμεσα στους άλλους, και η Ruth Fisher: Stalin and the German Communist Party, 1948) φαίνεται ότι η κεντρική επιτροπή έχει στη διάθεσή της έναν ορισμένο απόκρυφο μηχανισμό ειδικά εντεταλμένο να ελέγχει και να παρακολουθεί τον επίσημο μηχανισμό του κόμματος[10].

Σελίδες 119-124.


[1] Βλ. σχετικά, Τα θεμέλια του Μαρξισμού I, σσ. 46-70, 96-101, 261-284, 481 κ.ε.

[2] Ν. Boukharine, «La théorie du matérialisme historique» (E.S., 1927), σ. 13.

[3] Lenin, Œuvres Choisies (Moscou 1946), Ι, σσ. 176-177, 170.

[4] Δηλώσεις του Μαρξ στον συνδικαλιστή J. Hamann (1869).

[5] Λένιν, «Ο αριστερισμός…», ένθ. αν., II, σ. 762.

[6] Ν. Boukharine, ένθ. αν., σσ. 331-333.

[7] Λένιν, «Τί να κάνουμε;», ένθ. αν., I, σ. 178.

[8] Λένιν, «Ένα βήμα μπρός, δύο βήματα πίσω», ένθ. αν., 1, σ. 397.

[9] Σχετικά με τα «Συνέδρια» αυτά, ας παρατηρήσουμε ότι, εκτός από το ότι αποτελούν μια αληθινή παρωδία της εσωκομματικής δημοκρατίας, αυτή η ίδια η σύγκλησή τους εξαρτάται από την καλή θέληση των ηγετών.

[10] Μ. Duverger, Les partis politiques, 1951, σ. 68.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ