Το ανοιχτό μουσείο στο Δισπηλιό της Καστοριάς
Απόσπασμα από το βιβλίο του ομότιμου καθηγητή Γενετικής και Γενετικής του ανθρώπου στο ΑΠΘ Κωνσταντίνου Τριανταφυλλίδη, Η γενετική ιστορία των Ελλήνων, το DNA των Ελλήνων (εκδόσεις Κυριακίδη, σσ. 119-139).
Η Ελλάδα γεωγραφικά βρίσκεται στο νότιο μέρος των Βαλκανίων, στο σταυροδρόμι ανάμεσα στην Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική. Το γεγονός αυτό, θεωρητικά, επιτρέπει την είσοδο πληθυσμών διά ξηράς από την Κεντρική Βαλκανική και τη Μικρά Ασία μέσω Ευρωπαϊκής Τουρκίας και διά θαλάσσης από τη Μικρά Ασία, τη Λεβαντίνη, τη Βόρεια Αφρική και την Ιταλία. Όσα γνωρίζαμε, μέχρι πρόσφατα, σχετικά με την καταγωγή των Ελλήνων, βασίζονταν σε στοιχεία αρχαίων ελληνικών μύθων και παραδόσεων, αλλά και σε ιστορικά, αρχαιολογικά, γλωσσολογικά, παλαιοντολογικά και ανθρωπολογικά δεδομένα. Με βάση αυτά τα στοιχεία, είχαν διατυπωθεί αρκετές θεωρίες για την καταγωγή των Ελλήνων. Πλέον, τα γενετικά στοιχεία επιβεβαιώνουν ή απορρίπτουν μερικές από αυτές τις θεωρίες.

1. Η μυθολογική εκδοχή της καταγωγής των Ελλήνων
Η θεωρία της αυτοχθονίας
Οι αρχαίοι Έλληνες, για να εξηγήσουν την καταγωγή τους έπλασαν διάφορους μύθους, τους οποίους με ποικίλους τρόπους συνέδεσαν με το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον τους. Οι μύθοι αυτοί, γνωστοί σε εμάς από έργα επώνυμων ποιητών και ιστορικών αναφέρονται στην καταγωγή των Ελλήνων, γενικά, στα «ελληνικά φύλα», στις μεταναστεύσεις των ελληνικών «φύλων» και στην πορεία τους στον γεωγραφικό χώρο της Ελλάδας[1].
Κατά τους ανθρωπογονικούς μύθους του Ησιόδου (Ησίοδος, Έργα και Ημέραι) οι θεοί έπλαθαν κάθε φορά ανθρώπους από διάφορα υλικά, π.χ. από χώμα, χρυσό, χαλκό ή σίδηρο. Κατά τις τοπικές ανθρωπογονίες, οι πρώτοι άνθρωποι είχαν φυτρώσει μόνοι τους στη γη τους, όπως ο ιδρυτής της πόλης των Αθηνών Κέκροπας, ο γενάρχης των Πελασγών της Πελοποννήσου και βασιλιάς του Άργους Φορωνέας, ενώ οι λαοί της Θεσσαλίας από τους λίθους (λάες), δηλαδή τις πέτρες που έριχναν πίσω τους ο Δευκαλίων και η Πύρρα. Οι πέτρες που πετούσε ο Δευκαλίωνας μεταμορφώνονταν σε άνδρες και αυτές που πετούσε η Πύρρα μεταμορφώνονταν σε γυναίκες. Οι Αθηναίοι, οι Θεσσαλοί, αλλά και κάτοικοι άλλων περιοχών της αρχαίας Ελλάδας τόνιζαν την αυτόχθονη καταγωγή τους με μύθους.
Το γένος των Ελλήνων
Η μυθική εκδοχή της καταγωγής των Ελλήνων έχει συνδεθεί άμεσα με τον ανθρωπογονικό μύθο του Δευκαλίωνα, με τη δημιουργία δηλαδή της πρώτης ανθρώπινης κοινωνίας ύστερα από τον μυθικό κατακλυσμό. Σύμφωνα λοιπόν με αυτόν, ο Δευκαλίων και η Πύρρα ήταν οι μόνοι άνθρωποι που επέζησαν από τον κατακλυσμό και αναδημιούργησαν την ανθρωπότητα. Αυτοί απέκτησαν δύο γιους, τον Έλληνα και τον Αμφικτύωνα, και τέσσερις κόρες, την Πρωτογένεια, τη Μελανθώ, τη Θυία και την Πανδώρα. Ο πρωτότοκος γιος τους, ο Έλλην, έγινε ο γενάρχης των Ελλήνων. Από τον γενάρχη Έλληνα και τη νύμφη Ορσηίδα γεννήθηκαν τρεις γιοι, ο Αίολος, ο Δώρος και ο Ξούθος. Ο Αίολος βασίλευσε στη Θεσσαλία, οπότε οι κάτοικοί της ονομάστηκαν Αιολείς. Ο Ξούθος βασίλευσε στην Πελοπόννησο, απέκτησε από την Κρέουσα δύο γιους, τον Αχαιό και τον Ίωνα, από τους οποίους οι Αχαιοί και οι Ίωνες πήραν τα ονόματά τους. Επιπλέον, σύμφωνα με τον Ησίοδο, η Θυία ζευγαρωμένη με τον Δία, έφερε στον κόσμο τον Μάγνητα και τον Μακεδόνα. Οι Μάγνητες ήταν ελληνικό «φύλο» που κατοικούσε στην Ανατολική Θεσσαλία. Οι Μακεδόνες ήταν ελληνικό «φύλο» εγκατεστημένο στη Βόρεια Ελλάδα, ανάμεσα στους ποταμούς Αλιάκμονα και Αξιό. Εναλλακτικά, ο Μάγνητας και ο Μακεδόνας θεωρήθηκαν γιοί του Αίολου. Ο Δώρος πήρε τη χώρα την αντίπερα της Πελοποννήσου, δηλαδή τις περιοχές ανατολικά του Παρνασσού (σημερινή Φθιώτιδα) και αποκάλεσε τους κατοίκους της Δωριείς. Η κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Δωριείς και η κυριαρχία τους στους αχαϊκούς πληθυσμούς, δηλαδή η κάθοδος των Δωριέων, έχει αποτυπωθεί στη μυθική παράδοση της «επανόδου των Ηρακλειδών», δηλαδή την επιστροφή των απογόνων του Ηρακλή στην αρχαία κοιτίδα τους.

2. Η θεωρία της Ινδοευρωπαϊκής καταγωγής
Η θεωρία της Ινδοευρωπαϊκής καταγωγής βασίστηκε κυρίως σε στοιχεία της συγκριτικής γλωσσολογίας. Σύμφωνα με τον Σακελλαρίου[2], οι Ινδοευρωπαίοι ορίζονται πρωταρχικά ως οι χρήστες της Ινδοευρωπαϊκής γλώσσας. Περαιτέρω, κατά τον καθηγητή ανθρωπολογίας Ξηροτύρη[3], είναι προφανές ότι ομιλούμενη γλώσσα χωρίς ανθρώπους να την ομιλούν είναι ακατανόητο εφεύρημα. Άρα θα πρέπει να υποθέσει κάποιος ότι πληθυσμιακές ομάδες που χρησιμοποιούν συγγενικές γλώσσες θα πρέπει να είχαν κάποιους μακρινούς προγόνους, οι οποίοι θα ομιλούσαν την αρχική, κοινή, προγονική μορφή της γλώσσας αυτής. [ ]
Με βάση τα γλωσσολογικά δεδομένα, η αρχική εκδοχή της Ινδοευρωπαϊκής θεωρίας υποστήριζε ότι οι Έλληνες, αλλά και όλοι οι ομιλούντες Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, δεν ήταν αυτόχθονες και γηγενείς, αλλά επήλυδες (μετανάστες), οι οποίοι αφίχθησαν στον ευρωπαϊκό/ελλαδικό χώρο από την κοιτίδα των Ινδοευρωπαίων, που ήταν οι στέπες της Πόντο-Κασπίας[4], όπου είχε αναπτυχθεί ο πολιτισμός των Τύμβων*.
Ειδικότερα, υποστηρίχθηκε ότι στο τέλος της 4ης χιλιετίας π.Χ. φορείς αυτού του πολιτισμού/γλώσσας, προερχόμενοι από τις στέπες που βρίσκονται βόρεια από τη Μαύρη και την Κασπία Θάλασσα, εξαπλώθηκαν αρχικά στις κοιλάδες των ποταμών Βόλγα και Δνείστερου και έπειτα απλώθηκαν στην Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη. Λίγους αιώνες αργότερα, περί το 2.100 π.Χ. με 1.700 π.Χ. πληθυσμιακές ομάδες που ξεκίνησαν από τον Δνείστερο και περιοχές κείμενες ανατολικότερα της κοιλάδας απλώθηκαν προς τη ΝΑ Ευρώπη και έφθασαν αρχικά στη Βόρεια Ελλάδα και έπειτα στη Νότια Ελλάδα. Ως εκ τούτου, οι παλαιότεροι κάτοικοι της Ελλάδας, οι Προέλληνες, είτε αφομοιώθηκαν από τους μετανάστες, είτε βρήκαν τον θάνατο[5].
Συνεπώς, ακόμη και η θεωρία της Ινδοευρωπαϊκής καταγωγής δέχεται την ύπαρξη λαών που προηγήθηκαν της εμφάνισης της ελληνικής στην Ελλάδα, αλλά αποδίδει την εμφάνιση της γλώσσας σε εισβολή μεγαλύτερης ή μικρότερης ομάδας φορέων της [ ].
Η προέλευση της ελληνικής είναι μέρος μόνο από τα ερωτήματα για τις Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες. Παρά τις πολυπληθείς έρευνες, οι επιστήμονες δεν μπόρεσαν να βρουν επαρκή στοιχεία για να εντοπίσουν πέραν πάσης αμφιβολίας την αφετηρία της εξάπλωσης, δηλαδή την κοιτίδα της Ινδοευρωπαϊκής γλώσσας, και τον ακριβή χρόνο εμφάνισης των Πρωτοϊνδοευρωπαίων προτού διασπαρθούν στον τεράστιο γεωγραφικό χώρο που καλύπτουν, που απλώνεται[6] από την Ινδία έως την Ισλανδία, [ ] ενώ το εύρος της ηλικίας δημιουργίας της κυμαίνεται από 4.000 μέχρι 23.000 χρόνια πριν. Από τις πολλές υποθέσεις (θεωρίες) που διατυπώθηκαν[7], θα συζητήσουμε τρεις όσον αφορά την κοιτίδα και τη χρονολογία της Ινδοευρωπαϊκής οικογένειας. Ειδικότερα, θα αναφερθεί και τι προτείνει η κάθε θεωρία για την περίοδο διαφοροποίησης των Ελλήνων/ελληνικής γλώσσας από τον αρχικό Ινδοευρωπαϊκό πυρήνα.
Η θεωρία της Παλαιολιθικής συνέχειας
Δέχεται ότι η Ινδοευρωπαϊκή οικογένεια γλωσσών (π.χ. ελληνικά, ιταλικά) έχει ως κοιτίδα την Ευρώπη και έχει συνεχή παρουσία και εξέλιξη από την παλαιολιθική εποχή
Βασίζεται στη σύνθεση των αποτελεσμάτων αρκετών γλωσσολογικών και αρχαιολογικών μελετών, καθώς και στην τεράστια ευρασιατική γεωγραφική της εξάπλωση. Ο δρ. προϊστορικής αρχαιολογίας Θεόδωρος Γιαννόπουλος[8] π.χ. προκρίνει μια εκδοχή Παλαιολιθικής συνέχειας για τις γλώσσες της Ινδοευρωπαϊκής οικογένειας, συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής. Η βασική αντίρρηση στη θεωρία της Παλαιολιθικής συνέχειας της γλώσσας είναι η χρονική κλίμακα, μια και οι αλλαγές στις γλώσσες είναι τόσο γρήγορες και αδυσώπητες. Οι δυνατότητες της ιστορικο-συγκριτικής μεθοδολογίας να εντοπίσει[9],[10] συγγένειες έχουν χρονικό κατώφλι τα 8.000 έως 9.000 χρόνια, πέρα από το οποίο τα ίχνη της γενετικής συγγένειάς τους χάνονται. Με απλά λόγια, η γλωσσολογία μπορεί να ιχνηλατήσει γεγονότα που συνέβησαν μέχρι πριν από 8.000-9.000 χρόνια, δηλαδή ίσως μέχρι την αφετηρία της Νεολιθικής εποχής*.
Η Παλαιολιθική δηλ. καταγωγή των Ινδοευρωπαϊκών γλωσσών δίνει στην εξέλιξή τους παράλογα μεγάλη ιστορική διάρκεια, που δεν εξηγεί τις ομοιότητες μεταξύ τους. Ως αποτέλεσμα, η θεωρία της Παλαιολιθικής συνέχειας απολαμβάνει σήμερα ελάχιστη ακαδημαϊκή υποστήριξη.
*Νεολιθική εποχή
Πρόκειται για μια περίοδο κατά την οποία ο άνθρωπος δημιουργεί και εγκαθίσταται σε μόνιμους οικισμούς, αναπτύσσει την καλλιέργεια δημητριακών, εξημερώνει άγρια ζώα και εκτρέφει παραγωγικά ζώα, οπότε από κυνηγός-τροφοσυλλέκτης γίνεται γεωργός και κτηνοτρόφος και επιπλέον χρησιμοποιεί την κεραμική και υφαίνει ρούχα. Η Νεολιθική περίοδος ξεκίνησε περίπου το 10.000 π.Χ. στη Μέση Ανατολή και αργότερα σε άλλα μέρη της γης.
[1] Ρούσσος Ε. (2010). Ιστορικοί μύθοι των αρχαίων Ελλήνων. Ελληνική Ιστορία, Τόμ. A΄, Εκδοτική Αθηνών, Καθημερινή, σελ. 64-74.
[2] Σακελλαρίου Μ. (2010). Η καταγωγή των Ελλήνων. Ελληνική Ιστορία, Τόμος 1, Εκδοτική Αθηνών, Καθημερινή, σσ. 59-64.
[3] Ξυροτύρης Ν.Ι. (2005). Άρδην τ. 52, σσ. 52-56.
[4] Brandt G., et al. (2015). J. Hum. Evol. 79: 73-92.
[5] Σακελλαρίου Μ. (2010). Η καταγωγή των Ελλήνων. Ο.π.
[6] Gray R.D. & Atkinson Q.D. (2003). Nature 426:435-439.
[7] Gray R.D., et al. (2011). Phil. Trans. R. Soc. B 366: 1090-1100.
[8] Γιαννόπουλος Θ. (2013). Πόθεν και πότε οι Έλληνες. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
[9]Diamont J. (2011) Nature 476: 291-292.
[10] Jobling M.A., Hurles M. $ Tyler-Smith C. (2004). Human Evolutionary Genetics: Origins, Peoples and Disease. London/New York: Garland Science Publishing
