Το έλλειμμα του επιτελικού Κράτους
του Νίκου Ντάσιου
Η μεταρρύθμιση του 2019 έθετε την ανάγκη συντονισμού των επιμέρους πολιτικών σ’ ένα κεντρικό αναπτυξιακό στόχο, επιχειρώντας να τεθεί τέλος στην αποσπασματικότητα μέτρων και πολιτικών ανά Υπουργείο. Η ενιαία Κυβέρνηση δοκιμάστηκε επιτυχημένα την περίοδο της πανδημίας, στον Έβρο, αλλά και στην μετέπειτα πορεία ψηφιοποίησης σημαντικού ποσοστού κρατικών υπηρεσιών και στην επανέναρξη των αμυντικών προγραμμάτων.
Ωστόσο το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών ανάδειξε τα κενά του μεταρρυθμιστικού εγχειρήματος, το γεγονός δηλαδή ότι το συντονιστικό κέντρο στο Μέγαρο Μαξίμου δεν είχε καταφέρει να συμπεριλάβει στην κοινή πρακτική τις επιμέρους βαθμίδες της δημόσιας διοίκησης. Μια διαδικασία που θα προϋπέθετε ένα μακροπρόθεσμο πρόγραμμα διοικητικής μεταρρύθμισης με προσέλκυση νέων αξιόλογων στελεχών που θα αποτελούσαν την νέα μαγιά των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης. Αντίθετα συνεχίστηκε η μεταφορά ενός συνόλου λειτουργιών της δημόσιας διοίκησης σε μια πλειάδα εξωτερικών τεχνικών συμβούλων, διεθνών και εγχωρίων, ως επί το πλείστον διαπλεκόμενων ιδιωτικών εταιρειών και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Με τον τρόπο αυτό η τεχνοκρατική προσέγγιση κατέστη το υποκατάστατο της θεσμικής ανασυγκρότησης, ενώ η παραγωγή στρατηγικής υπερέβη το επίπεδο της Δημόσιας διοίκησης.
Όσο οι αναπτυξιακοί πόροι, ιδιαιτέρως μετά την κατάρρευση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων την περίοδο των Μνημονίων, έτειναν να είναι αποκλειστικά αυτοί του ΕΣΠΑ και μετέπειτα του Ταμείου Ανάκαμψης, ο Αναπτυξιακός σχεδιασμός του Επιτελικού Κράτους υποκαταστάθηκε από τον στόχο της απορρόφησης των κονδυλίων και τις αποσπασματικές μεταρρυθμίσεις που αποτελούσαν προ απαιτούμενα για την εισροή των πόρων. Όμως παραδείγματα χωρών που πέτυχαν στους μακροπρόθεσμους αναπτυξιακούς τους στόχους όπως η Εσθονία ή η Σιγκαπούρη δείχνουν την σημασία των μορφών εταιρικότητας του Κράτους με τα ενδιαφερόμενα μέρη (stakeholders) σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ιεραρχίας για την συμφωνία μετρήσιμων στόχων, δεσμεύσεων στις αλλαγές, συμμετοχής με υποχρεώσεις, λογοδοσία και ανατροφοδότηση των στόχων. Ιδιαίτερα στην περίπτωση της Εσθονίας, η ψηφιακή μεταμόρφωση μιας χώρας ρημαγμένης κατά την περίοδο της Σοβιετικής κυριαρχίας οδήγησε σε μηδενική γραφειοκρατία, υψηλή αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης και υποδομές για την οικονομία του μέλλοντος. Η επιτυχία αυτή οφείλεται εν πολλοίς στις «ομάδες σκέψεις» που σχηματίστηκαν μετά την απόσυρση των Σοβιετικών, με την στήριξη της πολιτικής ηγεσίας και Κρατικών στελεχών που ανέλαβαν τον κοινωνικό διάλογο, εξοικειώνοντας τους πολίτες με τις λεπτομέρειες των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων.
Η εικόνα του ελλείμματος της εταιρικότητας και της κοινωνικής συμμετοχής είναι ιδιαίτερα εμφανής στο επίπεδο των τοπικών κοινωνιών. Δεκαπέντε χρόνια μετά την θεσμική μεταρρύθμιση του Καλλικράτη, με αποκλειστικό κριτήριο τον περιορισμό των λειτουργικών εξόδων και την απορρόφηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων, οι ΟΤΑ αδυνατούν ν’ ανταποκριθούν σε μεγάλο βαθμό στις αναπτυξιακές και κοινωνικές απαιτήσεις.
Οι γενικές αναπτυξιακές κατευθύνσεις του Ταμείου Ανάκαμψης περί πράσινης μετάβασης, ψηφιακού μετασχηματισμού και κοινωνικής συνοχής μεταφράστηκαν σε πλείστες περιπτώσεις σε διαπλατύνσεις πεζοδρομίων, ανακατασκευή πεζοδρομίων, λαμπτήρες led και νέες νησίδες, με ελάχιστες εξαιρέσεις παρεμβάσεων για την οικονομική στέγαση, την βιώσιμη διαχείριση των υδάτων και τα αντιπλημμυρικά ή την κυκλική οικονομία και την κοινωνική στήριξη των νοικοκυριών. Η υποστελέχωση νευραλγικών υπηρεσιών, οι περιορισμένοι διαθέσιμοι πόροι από το Κεντρικό Κράτος μικρών και μεσαίων δήμων σε συνδυασμό με την τεράστια συμφόρηση θεμάτων προς διαβούλευση στις μεγάλες περιφέρειες και στους μητροπολιτικούς δήμους, αποτελεί τις δύο όψεις της βασικής αιτίας της αναποτελεσματικότητας, της υπερ-συγκέντρωσης και της ερήμωσης στην ελληνική επικράτεια.
Κοινωνική συμμετοχή το αντίδοτο της διαφθοράς
Η απομάκρυνση των πολιτών από την διαδικασία λήψης αποφάσεων είναι ίσως η γενεσιουργός αιτία που καθιστά ευεπίφορο το κοινωνικό σώμα στο αίσθημα καθολικής διαφθοράς και αμφισβήτησης καίριων πολιτειακών θεσμών όπως η δικαιοσύνη. Με την συμβολή του υποκινούμενου αντισυστημισμού και των δικτύων του που στοχεύουν στην απο-νομιμοποίηση κυβερνήσεων που αντιστρατεύονται την αναθεωρητική ατζέντα τους.
Τα κενά του επιτελικού Κράτους αποτελούν παράγοντα που τροφοδοτεί ανάλογες αντιλήψεις, όμως το έδαφος είχε ήδη στρωθεί όταν μαζικά τα λαϊκά στρώματα εγκαταλείφθηκαν από την κυρίαρχη πολιτική τάξη την περίοδο της παγκοσμιοποίησης για να επακολουθήσει, στην περίπτωση μας, η βίαιη προλεταριοποίηση των μεσαίων στρωμάτων την περίοδο των Μνημονίων και η γενικευμένη αίσθηση ότι δεν αποδόθηκε ποτέ δικαιοσύνη για την χρεοκοπία της χώρας. Προλεταριοποίηση που σε συνθήκες εξόδου των πιο μορφωμένων κομματιών της νεολαίας έλαβε τα χαρακτηριστικά λουμπενοποίησης και της ηθικής κατάρρευσης στην οποία ενδημούν κάθε λογής προπαγανδιστές του εμφυλίου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Παρά λοιπόν τον ακραίο περί διαφθοράς πολιτικό λόγο της αντιπολίτευσης, που ενισχύεται από τα πορίσματα της ευρωπαίας εισαγγελέως για υπαρκτά σκάνδαλα στην διάθεση ευρωπαϊκών κονδυλίων, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η χώρα έχει επιτύχει σημαντική βελτίωση ως προς τον δείκτη αντίληψης της διαφθοράς από το 2012 και μετά.
Ωστόσο, τα πελατειακά δίκτυα των μεγάλων κομμάτων, παρά την σταδιακή υποχώρηση τους σχετικά με προηγούμενες δεκαετίες, διατηρούνται αποτελώντας την βασική πηγή άντλησης ψήφων σε συνδυασμό με την επιρροή των ολιγοπωλίων και των πολυεθνικών στο Κράτος που ισχυροποιήθηκε την περίοδο της οικονομικής κρίσης. Όμως η διαφθορά δεν αφορά μόνο την Κυβέρνηση, αλλά επιπλέον τμήματα του εφοπλιστικού κεφαλαίου που κερδοφορούν από το ρωσικό πετρέλαιο, μοναστηριών και εκκλησιαστικών κύκλων υπό την ρωσική επιρροή, ΜΚΟ που ευθυγραμμίζονται με τα δουλεμπορικά κυκλώματα της Τουρκίας στο μεταναστευτικό, περιφερειαρχών που ευνοούν την διείσδυση τουρκικών κεφαλαίων στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου ή ακόμα Δημάρχων που απεργάζονται το πέρασμα μητροπολιτικών δήμων στην ισλαμική επιρροή, κατ’ αντιστοιχία με την Νέα Υόρκη και το Λονδίνο.
Όμως η κοινωνικοποίηση της διαφθοράς συντελείται στις τοπικές κοινωνίες. Εδώ που τα πολλά μικρά και αποσπασματικά έργα παγιοποιούν συναλλακτικές σχέσεις τοπικών εργολάβων, που διασφαλίζουν την κρατικοδίαιτη λειτουργία τους και αιρετών που επιδιώκουν την επανεκλογή τους. Το μοντέλο τείνει να παγιοποιηθεί όχι μόνο στους μικρούς και μεσαίους δήμους, όπου το πλήθος των απευθείας αναθέσεων ξεπερνά κατά μέσο όρο το 80% του συνόλου των διαγωνισμών, αλλά και πολλών περιφερειών που διαχειρίζονται την πλειοψηφία των πόρων τους, μέσω κατατμήσεων μεγαλύτερων έργων ή επικαλούμενες συνθήκες εκτάκτων αναγκών για αναθέσεις. Στα δε μεγάλα αστικά κέντρα ή σε τουριστικά θέρετρα, τα φαινόμενα πλουτισμού και προβολής των αιρετών είναι συνήθως απόρροια παράνομων αδειοδοτήσεων ή ενοικιάσεων δημοτικής περιουσίας σε μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα για την κατασκευή Mega-project, όπως για παράδειγμα το Hellinikon της Αθηναϊκής Ριβιέρας. Εξ ου και οι Πολεοδομίες των Δήμων σύμφωνα με τις εκθέσεις των ελεγκτικών σωμάτων αποτελούν τις πιο διεφθαρμένες δημόσιες υπηρεσίες από το 2024.

Η πτώση του δείκτη αντίληψης διαφθοράς μετά το 2022, που αποτελεί οπισθοχώρηση στο επίπεδο της διαφάνειας, είναι ένδειξη ενός υπαρκτού προβλήματος που δεν θα πρέπει να ανακόψει την πορεία πάταξης της διαφθοράς ως τον καθοριστικό παράγοντα για το στοίχημα των οικονομικών μεταρρυθμίσεων, της εθνικής ενότητας και της δημοκρατίας.
Η θεσμοθέτηση της συμμετοχής των πολιτών στην διαβούλευση των τοπικών αναπτυξιακών προτεραιοτήτων, η λογοδοσία των αιρετών και η αλλαγή κουλτούρας με πνευματικά θεμέλια, υπαρξιακό νόημα και μια ριζικά διαφορετική σχέση πολίτη- δημόσιου χώρου και φύσης, από τις πρώτες εκπαιδευτικές βαθμίδες, είναι το πρώτο επίπεδο. Στο πολιτειακό, είναι ζητούμενο ένα εθνικό όραμα που θα συνέχει την κοινωνία και θα βρει μετόχους στα πολλαπλά επίπεδα της διοίκησης, με πυρήνα την ασφάλεια και την συλλογική επιβίωση έναντι των ασύμμετρων απειλών στην μακρά περίοδο της πολυκρίσης που διανύουμε.
Στηρίξτε το Άρδην κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.
