Απόσπασμα (σσ. 145-150) από το βιβλίο του Κώστα Παπαϊωάννου, Τέχνη και πολιτισμός στην Αρχαία Ελλάδα, Εναλλακτικές 50Εκδόσεις, μετάφραση-επιμέλεια: Χριστίνα Σταματοπούλου.
Μέχρι τότε, επιδίωξη της ποίησης ήταν να εγκωμιάζει έναν κόσμο δίχως προβλήματα, καμωμένο από θεούς και ήρωες, και να «απλώνει τη γλυκιά δροσιά των όμορφων λόγων». Όπως έλεγε ο Ησίοδος:
«Γιατί μαθές κι όταν κανείς έχει καϋμό στα στήθη, απ’ ανοιχτή πληγή, κι ώχου, μαραίνεται η καρδιά και βαρειαναστενάζει –μόλις ο ψάλτης, των Μουσών ο λειτουργός, τις δόξες των παλιών ανθρώπων τραγουδήση και τους μακάριους θεούς που κατοικούν τ’ ανάχτορα του Ολύμπου, κείνος ξεχνάει τα μαύρα ξάφνου πάθια του και μήτε πια έγνοιες του θυμάται· έτσι γοργά του στρέφουν το μυαλό των θεαινών τα δώρα (1)».
Με την τραγωδία, ο στόχος της ποίησης αλλάζει εντελώς. Θα αναφερθεί και αυτή στα ανδραγαθήματα των παλαιών ανθρώπων όχι για να τα υμνήσει, αλλά για να τα αμφισβητήσει και να αποκαλύψει την αναπόδραστη πραγματικότητα του κακού. Οι τρομερές ιστορίες που αποτέλεσαν τα θέματα των μεγάλων τραγωδιών του 5ου αιώνα: η ιστορία του κυνηγημένου από το πεπρωμένο Οιδίποδα, η ιστορία του Ορέστη που στο κάλεσμα των θεών θα σκοτώσει τη μητέρα του ενώ στη συνέχεια θα βασανίζεται επειδή υπάκουσε στον θεϊκό νόμο, η ιστορία του Προμηθέα που τιμωρείται επειδή θέλησε να ευεργετήσει την ανθρωπότητα, όλες αυτές οι ιστορίες υπήρχαν πολύ καιρό πριν. Αλλά οι θεοί που εμφανίζονταν σ’ αυτούς τους μύθους ήταν αντικείμενο λατρείας και οι πράξεις τους δεν αμφισβητούνταν. Οι ποιητές του αιώνα των ταραχών, Ησίοδος, Μίμνερμος, Σιμωνίδης ο Κείος, Σημωνίδης ο Αμοργίνος, μπορούσαν να φτάσουν μέχρι την πιο ακραία απόγνωση, αλλά η τάξη του κόσμου ήταν γι’ αυτούς αμετακίνητη και αναμφισβήτητη. Ο Θέογνις μπορεί να έγραφε (στ. 425): «Το καλύτερο πράγμα πάνω στη γη είναι να μη γεννηθεί κανείς ποτέ, να μην αντικρίσει τις ακτίνες του ήλιου· και αν γεννηθεί, να διαβεί το γρηγορότερο τις πύλες του Άδη και να βρεθεί ξαπλωμένος κάτω από όγκους χώματος»· ο ίδιος ο Θέογνις θυμίζει με μοιρολατρία την τελετουργική απόκριση: «Προσευχήσου στους θεούς· αυτοί κατέχουν τη δύναμη.» Η τραγωδία δεν προέκυψε από αυτή την απαισιόδοξη φιλοσοφία· πώς να εξηγήσουμε το γεγονός ότι οι πιο σκληροί, οι πιο «μαύροι» μύθοι των σκοτεινών αιώνων ξαναβγήκαν στην επιφάνεια, και μάλιστα με μεγαλύτερη ένταση, τη στιγμή ακριβώς που η κριτική σκέψη έδιωχνε τον μύθο από τη φύση και την ιστορία; Τη στιγμή που ο Θέσπις από την Ικαρία ξεκινούσε τις θεατρικές περιοδείες του στους δήμους της Αττικής, τα αετώματα του νέου Εκατομπέδου τιμούσαν τον θρίαμβο της Αθηνάς πάνω στα τέρατα και η αττική αγαλματοποιία είχε ήδη κατασκευάσει τις πιο γοητευτικές μορφές στην ιστορία της γλυπτικής. Σε όλες τις μορφές της, η κλασική τέχνη δεν αποδέχτηκε ποτέ το πάθος στη σύλληψη και την αναπαράσταση των ανθρώπων και των θεών. Γι’ αυτήν όλα μοιάζουν ωσάν η ευτυχία και η δυστυχία των ανθρώπων να ήταν έννοιες αδιόρατες και ακατανόητες: πώς να εξηγήσουμε λοιπόν την κεντρική θέση που κατέλαβε η τραγωδία στη ζωή του αθηναϊκού λαού, τη στιγμή που αυτός βρισκόταν στο απόγειο του;
Η πρωτόγονη τραγωδία προέκυψε από τις «ωδές των τράγων» (όπως υποδηλώνει και το όνομά της), αλλά το περιεχόμενό της ελάχιστη σχέση είχε με τη λατρεία του Διονύσου. Ωστόσο, η έκσταση των ηθοποιών, και ίσως και του κοινού, ήταν όντως διονυσιακή και έπρεπε να προκαλεί μια υποστασιακή ταύτιση με τους τραγικούς ήρωες και το πεπρωμένο τους. Η περίφημη θεωρία του Αριστοτέλη πάνω στην κάθαρσιν, την «αποκαθαίρουσα» (ή «καθαρτήρια») λειτουργία των παθημάτων που περιλαμβάνει η τραγωδία, δεν σημαίνει μονάχα πως η ψυχή των θεατών μπορεί να αλαφρύνει από την υπερβάλλουσα συναισθηματική φόρτιση μέσα από την παράσταση του κακού και της δυστυχίας. Θυμίζει από μία άποψη τις μαγικές θεραπείες που σε όλες τις αρχαϊκές κοινωνίες θεραπεύουν τις ψυχικές ασθένειες μέσα από τον χορό και το τραγούδι: η διονυσιακή ατμόσφαιρα, ο «ολικός» χαρακτήρας του θεάματος που συνδύαζε τη μουσική, τον χορό και τον λόγο, η χρησιμοποίηση της μάσκας που προσέδιδε στα πρόσωπα υπεράνθρωπα μεγέθη, η θρησκευτική συγκίνηση που διαπερνούσε το κοινό, μετέτρεπαν το θέατρο στον κατ’ εξοχήν χώρο της «μεταβίβασης». Υπ’ αυτή την έννοια, ο «φόβος» και ο «οίκτος» που αναφέρει ο Αριστοτέλης δεν πρέπει να ειδωθούν από μια στενά ψυχολογική σκοπιά. Ο άνθρωπος μπορεί να φοβάται τόσο τη δύναμη αυτού που είναι εξωτερικό και τυχαίο όσο και τη δύναμη που αναβλύζει από την ίδια τη δική του θέληση, τη δική του ελευθερία. Στην τραγωδία, αυτό που πράγματι φοβάται ο άνθρωπος δεν είναι η δύναμη της φρίκης (το τερατώδες, Ποιητική, 1453b), αλλά η ηθική δύναμη που καθορίζεται από τον ίδιο τον δικό του ελεύθερο λόγο. Όπως λέει ο Αριστοτέλης, αντικείμενο του τραγικού φόβου είναι «ο άνθρωπος ο όμοιος μας» με τον οποίο μπορούμε να ταυτιστούμε. Από την άλλη πλευρά, ο άνθρωπος πρέπει να αισθάνεται δέος μπροστά στη θεία τάξη του κόσμου που ορθώνεται εναντίον του στην παραμικρή πρόκληση. Γι’ αυτό, ο τραγικός οίκτος δεν είναι μονάχα η συγκίνηση που αισθάνεται κανείς στη θέα του πόνου και της δυστυχίας των άλλων, αλλά η συμπόνια με ό,τι καταφατικό και υποστασιακό υπάρχει σ’ αυτόν που υποφέρει: και ακριβώς πάνω σ’ αυτό το αγνό συναίσθημα της «αγάπης για τους ανθρώπους» (φιλάνθρωπον, Ποιητική 1452b) υψώνεται η τραγική αντίληψη του κόσμου.
Εξ άλλου, αυτός καθεαυτός ο όρος κάθαρσις* μας παραπέμπει σε μια αποφασιστική εμπειρία της ταραγμένης εποχής που προηγήθηκε της γέννησης της τραγωδίας: την εμπειρία του κακού ως μιάσματος. Στην αυγή της κλασικής εποχής, το συλλογικό μίασμα αποτελούσε αντικείμενο μιας πραγματικής έμμονης ιδέας. Έτσι την Αθήνα κατάτρυχε για πολλές γενεές ως έμμονη ιδέα η ανάμνηση της δολοφονίας των οπαδών του Κύλωνος. Γνωρίζουμε ότι, μετά την αποτυχημένη του απόπειρα να επιβάλει τυραννίδα (γύρω στο 632), οι οπαδοί του, που είχαν καταφύγει σ’ ένα ιερό, θανατώθηκαν κατά παράβαση του δικαιώματος στο άσυλο. Η ιεροσυλία αυτή βάρυνε για μεγάλο διάστημα το γένος* των Αλκμεωνιδών, στους οποίους έπεφτε η ευθύνη γι’ αυτή την πράξη· ολόκληρο το γένος εξορίστηκε επανειλημμένα· δύο φορές, οι νεκροί του ξεθάφτηκαν και εκδιώχτηκαν από την πάτρια γη· δύο αιώνες αργότερα, θα προσάψουν ακόμα στον Περικλή –που ανήκε στους Αλκμεωνίδες από τη μητέρα του– το κληρονομικό μίασμα της σφαγής των Κυλωνείων: πρόκειται για ένα από τα πολυάριθμα παθήματα* που αυτή η εποχή βίας και ύβρεως θα κληροδοτήσει στη συλλογική μνήμη. Το 632, ο κρητικός Επιμενίδης –κατ’ εξοχήν «θείος άνδρας»– θα είναι εκείνος που θα έρθει να εξαγνίσει την πόλη. Θα άρει την κατάρα που πλανιόταν πάνω από την πόλη θυσιάζοντας σχεδόν παντού λευκές και μαύρες προβατίνες· είναι επίσης πολύ πιθανό ότι η κάθαρση επετεύχθη με την εξιλαστήρια θυσία δύο εθελοντών. Έναν αιώνα αργότερα, η κυριαρχία του Λόγου* διέλυε αυτές τις επιβιώσεις της βάρβαρης εποχής και ο Ηράκλειτος μιλούσε περιφρονητικά για «εκείνους που προσπαθούν να εξαγνιστούν από το αίμα μιαίνοντας τον εαυτό τους με νέο αίμα». «Είναι, έλεγε, σαν, κάποιος που έπεσε στη λάσπη να θέλει να ξεπλυθεί με λάσπη» (απόσπασμα 5). Και τότε έρχεται το θέατρο να αναλάβει τις πρακτικές εξαγνισμού. Γιατί ο ρόλος της τραγικής παράστασης είναι διττός: εξιλαστήρια θυσία προσφερόμενη στην αναπότρεπτη δυστυχία, αφού ο τραγικός ήρωας είναι εκείνος που επελέγη για να ενσαρκώσει το σφάλμα και τον πόνο, και ταυτόχρονα θεοδικία που προσφέρει στον θεατή τη θεϊκή εξουσία να κρίνει, να καταδικάζει και να σώζει. Η ενοχή και η υπευθυνότητα θα επανερμηνευθούν στο φως της νέας εμπειρίας της ελευθερίας και, πέρα από τον απλό φόβο και τον οίκτο, η τραγωδία θα φέρει τη συμφιλίωση μέσα από την εκστατική ένωση με την αιώνια δικαιοσύνη που διαποτίζει με την απόλυτη εξουσία της τη σχετική νομιμότητα των ατομικών στόχων και παθών. Το τραγικό στον άνθρωπο δεν είναι το γεγονός της γέννησής του, όπως δίδασκε η παλιά απαισιόδοξη σοφία· ο άνθρωπος έχει δικαίωμα στην ύπαρξη, και το κακό, με την έννοια της δυστυχίας και του σφάλματος, δεν είναι μονάχα μια απλή στέρηση, μια έλλειψη γνώσης και συνείδησης, όπως θα σκεφτεί ο σωκρατικός ορθολογισμός: η Αντιγόνη δεν είναι ένα πλάσμα δίχως συνείδηση που χτυπήθηκε από μια δαιμονική μηχανή· πρόκειται για τη δική της, εν πλήρει συνειδήσει, επιλογή (αυτογνωστός, στ. 875), την «υποταγή στον δικό της νόμο» (αυτόνομος) που θα την ωθήσει να ολοκληρώσει το πεπρωμένο της. Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος και η ελευθερία του είναι απαραίτητη για την τάξη του κόσμου: ακόμα και όταν ωθείται, όπως ο Οιδίποδας, σε μια πράξη που έχει προκαθοριστεί και προβλεφθεί από τους θεούς, αυτός δεν μπορεί να μην αισθανθεί ελεύθερος και υπεύθυνος. Όλοι οι τραγικοί ήρωες έχουν εξίσου το δικαίωμα να πράττουν όπως πράττουν, αλλά τα ιδιαίτερα δικαιώματά τους είναι ουσιαστικώς αμφιλεγόμενα και αντιφατικά· το δικαίωμα «μεταβιβάζεται» (μεταβαίνει) στην πορεία της δράσης και κανένας δεν μπορεί να ξέρει εκ των προτέρων πότε και γιατί η δολοφονία της Κλυταιμνήστρας, μοιχαλίδας και φόνισσας, θα πάψει να είναι σωτήρια εκδίκηση για να μετατραπεί σε βδελυρή μητροκτονία. Σε τελική ανάλυση, οι θεοί είναι εκείνοι που γνωρίζουν και κρίνουν· ο τραγικός άνθρωπος αντικρίζει «με φόβο και οίκτο» τον δαιμονικό κόσμο της ύβρεως που φέρει εντός του, το γεγονός ότι «θερίζει δάκρυα» και τη μοιραία εκμηδένισή του, όχι για να υψώσει κραυγή εξέγερσης, αλλά για να υποκλιθεί μπροστά στον νόμο της ζωής, εκείνο τον νόμο που αναφέρει ο Αισχύλος στο μεγάλο χορικό της Ορέστειας:
«Δεν βρίσκω (…) κανέναν έξω από τον Δία, για να μπορέσω αληθινά το μάταιο να ξαλαφρώσω βάρος που σφίγγει την ψυχή μου… Αυτός εχάραξε τον δρόμο της φρονιμάδας στους θνητούς κι ατράνταχτο τους έβαλε νόμο το πάθος μάθος. Ακόμη και στον ύπνο αργοσταλάζει πικρός ο πόνος στην καρδιά μας, τις συμφορές θυμίζοντας κι αθέλητα στη φρόνηση μας φέρνει. Των θεών που κάθονται στον σεβαστό τους θρόνο, σκληρή ’ναι τούτη η χάρη» (Αγαμέμνων, στ. 160-182).
Και ακριβώς αυτή τη σοφία που αποκτιέται στο σχολειό της οδύνης ενσάρκωνε η τραγωδία. Πρέπει να πιστέψουμε πως, ακόμα στις αρχές του 5ου αιώνα, η οδύνη που συσσωρεύτηκε μέσα από έναν αιώνα ταραχών και αναστατώσεων ήταν πολύ μεγάλη για να μπορεί ο λαός να την αντιμετωπίσει άμεσα. Όταν, το 494, ο Φρύνιχος, σύγχρονος και μεγαλύτερος σε ηλικία από τον Αισχύλο, αναπαρέστησε την κατάληψη της Μιλήτου από τους Πέρσες –μια καταστροφή για την οποία οι Αθηναίοι θεωρούσαν τους εαυτούς τους εν μέρει υπεύθυνους– το κοινό ξέσπασε σε λυγμούς και το κράτος διέταξε να μην ξαναπαιχτεί από κανέναν αυτό το έργο. Είναι προφανές πως ο λαός δεν ήταν ακόμα σε θέση να κοιτάξει κατάματα το κακό. Χρειάστηκαν δύο προνομιακά ιστορικά γεγονότα για να μπορέσει να ανθήσει πραγματικά η τραγωδία: για τους Έλληνες στο σύνολό τους, η νίκη πάνω στους Πέρσες και, για τους Αθηναίους, η έλευση της δημοκρατικής πολιτείας* που μετέβαλε την πόλη τους σε εκείνη την κοινότητα πολιτισμού για την οποία ο Περικλής έπλεξε το περίφημο εγκώμιο που αναφέρει ο Θουκυδίδης. Μετά τον Μαραθώνα και τη Σαλαμίνα, η πίστη στο ιδεώδες της δικαιοσύνης, που εμψύχωνε το νεαρό κράτος, φαίνεται να επιβεβαιώνεται από τους θεούς. Ο πόλεμος κατά των Περσών υπήρξε για τους Έλληνες μια αποφασιστική μάχη για την ελευθερία, και αυτό είναι που τους έδωσε τη δύναμη να νικήσουν. «Και ενώ η μοίρα όλης της Ελλάδας βρισκόταν στην κόψη του ξυραφιού, την διασώσαμε θυσιάζοντας τη ζωή μας», λέει η επιγραφή των Κορινθίων στο μνημείο των θυμάτων της Σαλαμίνας (Σιμωνίδης, 95b) και το ίδιο αυτό συναίσθημα εκφράζει ο Αισχύλος στους Πέρσες (στ. 396):
«Εμπρός, παιδιά των Ελλήνων, λευτερώστε πατρίδα, τέκνα και γυναίκες, των θεών τα ιερά, τους τάφους των προγόνων! Νυν υπέρ πάντων αγών».
Στους Πέρσες, το φάντασμα του Δαρείου προφητεύει ότι οι σωροί των πτωμάτων στα πεδία των μαχών της Ελλάδας θ’ αποτελέσουν μια προειδοποίηση για τους επιγόνους, δείχνοντας πως «στέκει ο Δίας βαρύς δικαιοκρίτης από πάνω και τη μεγάλη υπεροψία τσακίζει». Και τότε, ταυτόχρονα με τη δημοκρατία, εμφανίστηκε για πρώτη φορά ο πραγματικός πολιτισμός της κλασικής εποχής.
- Θεογονία, στ. 97-103 (Εκδ. Ι. Π. Ζαχαρόπουλος, Μετ. Π. Λεκατσά, Αθήνα 1939).

