Στην εικόνα: O Καποδίστριας κρατάει τον Κατσαντώνη, που σέρνει πρώτος τον χορό. Σκίτσο του Θ. Μπακογιώργη (1963)
του Γιώργου Καραμπελιά*
Απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά Καποδίστριας – Μαυροκορδάτος: Η σύγκρουση. (Δύο ανταγωνιστικές εκδοχές του εκσυγχρονισμού)
Η σύγκρουση του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου με τους οπλαρχηγούς, στον Μοριά με τον Κολοκοτρώνη, και κυρίως στη Ρούμελη με τον Βαρνακιώτη, τον Ανδρούτσο και κατ’ εξοχήν τον Καραϊσκάκη, αποτελεί στοιχείο της γενικότερης αντιπαράθεσης ανάμεσα στους στρατιωτικούς και τους δυτικοσπουδαγμένους νεαρούς, και προπαντός τους Φαναριώτες πολιτικούς, που εκδηλώνεται σε όλα τα πεδία στη διάρκεια της Επανάστασης. Προνομιακό πεδίο διαμάχης αποτελεί και ο τρόπος διεξαγωγής των πολεμικών συγκρούσεων. Ο Μαυροκορδάτος και οι νεαροί υποστηρικτές του, –ο κύκλος της Πίζας– υποστήριζαν την άμεση εισαγωγή του τακτικού στρατού ως την ενδεδειγμένη λύση για την αντιμετώπιση των Οθωμανικών στρατευμάτων και την εγκατάλειψη του «κλέφτικου». Και αν η επιλογή αυτή είχε και άμεσους πολιτικούς στόχους – την αποδυνάμωση των οπλαρχηγών που ήταν μαθημένοι στον «κλέφτικο» τρόπο πολέμου– αποκάλυπτε και μια γενικότερη θεώρηση για τον χαρακτήρα της Επανάστασης και τον τρόπο διεξαγωγής της.
Αν οι «εκσυγχρονιστές» είναι υποχρεωμένοι να συμπορευτούν στην Επανάσταση με τους «αυτόχθονες» (κατά Διαμαντούρο) πληθυσμούς, δεν παύουν να την αντιμετωπίζουν ως την επιβολή μιας συγκεντρωτικής στρατηγικής, διαμορφωμένης από μια φωτισμένη πρωτοπορία σε συνεργασία με τις Ευρωπαϊκές δυνάμεις. Παραθεωρούσαν ή και υποτιμούσαν την υλική και πνευματική πραγματικότητα ενός έθνους που είχε απωλέσει το κράτος του μετά την Άλωση και θα παραμείνει συσπειρωμένο γύρω από την Εκκλησία ως γενικό ενοποιητικό φορέα· κατέτασσαν δε σε έναν απευκταίο «τοπικισμό». τις πολύμορφες κοινοτικές δομές, αυτοδιοίκηση, εσνάφια, αρματολίκια και κλέφτικα ασκέρια…. Γι’ αυτό και δεν θα επιλέξουν έναν οργανικό τρόπο μετάβασης από το διάσπαρτο ἐθνος/γένος της τουρκοκρατίας, σε ένα νέο μοντέλο οργάνωσης του έθνους, το έθνος-κράτος, αλλά υιοθετούσαν την επιβολή συγκεντρωτικών εθνοκρατικών δομών πάνω σε μια «προνεωτερική» μάζα Ορθοδόξων· αγνοώντας πως η Ορθοδοξία και η κοινοτική παράδοση αποτελούσαν τον τρόπο ύπαρξης του έθνους στη διάρκεια της μακραίωνης κατοχής. Η σημερινή θεωρία του έθνους ως κράτους αποκλειστικά, έχει στην πραγματικότητα την αφετηρία της στην πρακτική των «εκσυγχρονιστών» της Επανάστασης, που θα αναλάβουν στη διάρκεια της να συγκροτήσουν το «κράτος-έθνος» που ευαγγελίζονταν, κατακρεουργώντας το υπαρκτό ελληνικό έθνος. Γι΄ αυτό άλλωστε και οι σημερινοί υποστηρικτές του έθνους ως κράτος, είναι φανατικοί υποστηρικτές του Μαυροκορδάτου και του τρόπου πολιτεύεσθαι που εισήγαγε.
Ως προς τον τρόπο διεξαγωγής της Επανάστασης, οι ίδιοι αγνοούσαν την εμπειρία των ελληνικών δυνάμεων – δυνάμεις εκπαιδευμένες στον κλέφτικο ανταρτοπόλεμο, στα ναυτικά ρεσάλτα και τα μπουρλότα και όχι βέβαια στις εκ παρατάξεως αντιπαραθέσεις τακτικών δυνάμεων, ή στόλων, σύμφωνα με το Ναπολεόντειο πρότυπο. Άλλωστε για το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα – τόσο το 1821-23 στη Ρούμελη, όσο και μετά την μεγάλη κρίση της Επανάστασης (1825-1827), τα όρια μεταξύ των αντιμαχόμενων δυνάμεων ήταν απολύτως ρευστά και οι ελληνικές επαναστατικές δυνάμεις δρούσαν συχνά στα μετόπισθεν του αντιπάλου. Στην τακτική του ανταρτοπολέμου την οποία ακολουθούν οι Έλληνες οπλαρχηγοί εντάσσεται και η πρακτική των «καπακιών»[1], που συχνά-πυκνά συνάπτουν με τους αντιπάλους, συνήθως τουρκαλβανούς αξιωματούχους – όπως τόσες φορές είχαν κάνει στο παρελθόν οι Σουλιώτες με τον Αλή πασά. Σημειώνει ο Παπαγιώργης: «Ο κλεφτοπόλεμος. ενίοτε και τούρκο πόλεμος… ήταν προσαρμοσμένος απολύτως στις αρετές του ραγιά και στις ιδιομορφίες των συνθηκών. ‘Επιαναν τα ριζά των βουνών, έχτιζαν ταμπούρια και από εκεί μπορούσαν να προβάλουν αντίσταση. Αυτή η τοποθέτηση… αρχικά δυσκόλευε το ιππικό [ ] και ύστερα αντιστάθμιζε την υπεροπλία και την αριθμητική υπεροχή του αντιπάλου με τα ταμπούρια [ ] . Έπειτα σε περίπτωση αδυναμίας πολλοί κατάφερναν να ξεφύγουν προς τα βουνά…. Όλες οι μάχες κερδήθηκαν με αυτό τον τρόπο, ή με χωσιές στα περάσματα (δερβένια) όπου οι κλέφτες ήταν ασυναγώνιστοι»[2] .
Στον αντίποδα ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος έγραφε στον Φραγκίσκο Καρβελλά στις 27 Ιανουαρίου 1826: «Διὰ νὰ ἔχωμεν τακτικὸν πρέπει νὰ ἔχωμεν ἐθνικὸν καὶ ὄχι Πελοποννησιακὸν καὶ Ρουμελιώτικον. Εἰς αὐτὸν δὲν πρέπει νὰ γνωρίζεται ὁ Πελοποννήσιος ἀπὸ τὸν Ρουμελιώτην …»[3]. Και όμως επί αιώνες ο τρόπος ύπαρξης του έθνους περιλάμβανε Ρουμελιώτες και Κρητικούς, Μοραΐτες και Ηπειρώτες, Υδραίους και Σαμιώτες. Πάνω σε αυτή την πραγματικότητα ήταν υποχρεωμένη να κτίσει η Επανάσταση, ώστε να δημιουργήσει προοδευτικά μια νέα ταυτότητα. Ειδ’ άλλως θα οδηγούνταν σε αδιάκοπες συγκρούσεις με συνέπεια τη συρρίκνωση της Επανάστασης, όπως και έγινε τελικώς. Γράφει πάνω στο ίδιο ζήτημα ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος στη μονογραφία του για τον Καραϊσκάκη:
Ὁ Καραϊσκάκης εἶχε [ ] εἰλικρινῆ ἀποστροφὴν πρὸς τὸ τακτικὸν στοιχεῖον… ἡ μικρὰ δηλαδὴ ὑπόληψις ἥν εἶχε πρὸς τὸν τακτικὸν στρατὸν οὐ μόνον ἐξηγεῖται ἀλλὰ καὶ δικαιολογεῖται. Έπὶ τῆς ἐπαναστάσεως τὸ τακτικὸν μας ὑπῆρξε τοσοῦτον εὐάριθμον καὶ ἀτελῶς ὀργανωμένον, ὥστε τῇ ἀληθείᾳ ὡς πρόσκομμα μᾶλλον ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ἢ ὡς ὄργανον πολεμικὸν ἐπιτήδειον· ἡ σύμπραξις τῶν δύο στοιχείων συνεπήγετο ἄπειρα ἀτοπήματα[4] .
Η θεωρία του αντάρτη
Τις τραγικές συνέπειες της απόρριψης του ελληνικού τρόπου του μάχεσθαι θα τις ψηλαφίσουμε σε όλη τη μακρά ιστορία του Αγώνα, ο δε Καραϊσκάκης θα αποτελέσει το τραγικό θύμα της. Ο Γιάννης Βλαχογιάννης αποκωδικοποιεί ήδη από 1933 τις βαθύτερες αιτίες της σύγκρουσης των συγκεντρωτικών «ευρωπαϊστών» υπό την ηγεσία του Μαυροκορδάτου με τις «ιθαγενείς» στρατιωτικές δυνάμεις και την αποτυχία αυτού του συγκεντρωτικού μοντέλου στο πεδίο των μαχών.
Αυτό το πρόγραμμα της υποταγής των παλιών στρατιωτικών [ ] ακολούθησε και ο Μαυροκορδάτος στη δυτική Ελλάδα· από τη μία πλευρά μεριά οργάνωσε λαμπρά τον τόπο αφού και δικαστήρια σύστησε, πράγμα που για την άλλη επαναστατημένη χώρα στάθηκε αδύνατον αφού και χαρτόσημο θέσπισε. [ ] Ωστόσο… απέτυχε… γιατί οι προσταγές του ήθελε να εκτελούνται από ανθρώπους ταπεινά αφοσιωμένους στο πρόσωπό του[5].
… οι παλιοί εκείνοι στρατιωτικοί που κατά τον πρώτο και δεύτερο χρόνο δείξανε λαμπρά πολεμικά έργα, αυθόρμητα, χάσανε κάτω από το χέρι του Μαυροκορδάτου κάθε πρωτοβουλία, κανένα κίνημα δεν κάνουνε πριν του ζητήσουν την άδεια και την παραμικρή πάλι συμπλοκή του την αναφέρουν. [ ] Με αυτή τη μέθοδο χάθηκε το πολεμικό πνεύμα της δυτικής Ελλάδας οι εκστρατείες πάνε και έρχονται κι ο Μαυροκορδάτος από κοντά τους παραγγέλνει τα παραμικρά κινήματα.[6]
Ο Βλαχογιάννης, με μια νηφαλιότητα, σπάνια γι’ αυτόν, επισημαίνει τον αληθινό πυρήνα της αντιπαράθεσης. Στόχος των «εκσυγχρονιστών» ήταν «να επιβληθεί το πολιτικό κράτος στους ανυπότακτους στρατιωτικούς που δεν υπάκουαν τυφλά στην κυβέρνησή τους, την συγκεντρωτική, «σαν να ήταν πρώτος σκοπός της επανάστασης ή στερέωση πρώτα από όλα του πολιτικού κράτους και όχι η νίκη… και η σωτηρία από τον κίνδυνο του θανάτου και του εξαφανισμού».[7]
Ακόμα και σήμερα μια «πολιτικά ορθή» ιστοριογραφία, που ακολουθεί κατά γράμμα την οπτική του ποστέλνικου, υποστηρίζει πως οι «άτακτοι» ήταν μειωμένης πολιτικής δέσμευσης, τοπικιστές, ή απλώς επαγγελματίες πολεμιστές – είτε υπηρετούσαν τον Αλή πασά ως αρματολοί, είτε τους Άγγλους στα Επτάνησα, είτε συμμετέχοντας στην Επανάσταση. Ο Μαρκ Μαζάουερ θα αναζητήσει ανάλογα κίνητρα και στον στρατιωτικό αρχηγό της Επανάστασης: «Άνθρωποι σαν κι αυτόν τον Κολοκοτρώνη που δεν έκαναν για την πολιτική ζωή, ανταποκρίθηκαν πρόθυμα στο κάλεσμα της (Φιλικής) εταιρείας γιατί τους έδινε την ευκαιρία όχι απλώς να επανέλθουν αλλά και να αναλάβουν ένα νέο πιο θετικό ρόλο, εκείνον του πατριώτη»[8].
Θεωρητικοί και πρακτικοί του ανταρτοπολέμου όπως ο Μάο τσε τουνγκ ή ο στρατηγός Γκιάπ, τονίζουν πως στην πραγματικότητα ισχύει ακριβώς το αντίθετο, και τα πολιτικά κίνητρα του «αντάρτη» είναι μάλλον ισχυρότερα από εκείνα των επαγγελματιών στρατιωτικών[9]. Η ίδια αντίληψη διαπνέει και την περιβόητη Θεωρία του Αντάρτη, το περιβόητο έργο του φιλόσοφου Καρλ Σμιτ:
..Ως ένα άλλο, επιτακτικό σήμερα, γνώρισμα, παρουσιάζεται η έντονη πολιτική δέσμευση, η οποία χαρακτηρίζει τον αντάρτη σε σχέση με άλλους μαχητές. Πρέπει να εμμείνει κανείς στην αυστηρά πολιτική φύση του αντάρτη, ακριβώς επειδή αυτός πρέπει να διακριθεί από τον κοινό ληστή και τον στυγνό εγκληματία, τα κίνητρα του οποίου αποσκοπούν στον προσωπικό πλουτισμό… Ο αντάρτης μάχεται σε ένα πολιτικό μέτωπο.[10]
Ο ανταρτοπόλεμος προϋποθέτει μια υψηλή δέσμευση, διότι ο ένοπλος αντάρτης μπορεί να μάχεται ακόμα και αν βρεθεί απομονωμένος, ή εάν η ομάδα του έχει διαλυθεί· η ένοπλη ομάδα μπορεί να οπισθοχωρεί, να επανέρχεται, να ανασυγκροτεί τους πυρήνες της. Επί πλέον και πάνω από όλα έχει λεπτομερή γνώση του πεδίου, γνωρίζει κάθε βράχο, κάθε συστάδα δένδρων, κάθε ρυάκι ή χαράδρα. Στις συνθήκες της ελληνικής επανάστασης η τοπικότητα, την οποία ήθελε να εξαλείψει ο Μαυροκορδάτος, ήταν μάλλον το μεγάλο πλεονέκτημα των Ελλήνων μαχητών. Μπορεί να βαρύνονταν από τις αρνητικές συνέπειες του τοπικισμού, αλλά τα πλεονεκτήματά της ήταν πολλαπλάσια, ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια του αγώνα. Γι’ αυτό και ο τακτικός στρατός θα αναπτυχθεί σταδιακά στη διάρκεια του, ιδιαίτερα σε ότι αφορά στο ιππικό. Η δε υπέρβαση της ταυτότητας Μοραϊτης ή Ρουμελιώτης υπήρξε μια αργή και μακρά διαδικασία κοινών αγώνων και δεν μπορούσε να δημιουργηθεί ως δια μαγείας εκ των άνω. Και πόσο ανώριμη ήταν ακόμα αυτή διαδικασία εμφαίνεται και από το γεγονός ότι ο δεύτερος (1824-1825) και ο τρίτος (1831-1832) εμφύλιος πόλεμος θα πάρουν τη μορφή μιας ανοικτής σύγκρουσης ανάμεσα σε μοραΐτες και ρουμελιώτες.
Για να στηρίξετε το Άρδην μπορείτε να κάνετε μια προσφορά ΕΔΩ.
[1] Βλ. Κωστής Παπαγιώργης, Τα καπάκια, Καστανιώτης, Αθήνα 2003.
[2] Παπαγιώργης, Κανέλλος Δεληγιάννης, Καστανιώτης Αθήνα 2002, σσ. 143, 144.
[3] Ιστορικόν Αρχείον Διονυσίου Ρώμα, επιμ-εισ. Δημήτριου Καμπούρογλου, Αθήνα 1901, τ. Β΄ σ. 33.
[4] Κ. Παπαρρηγόπουλος, Γεώργιος Καραϊσκάκης: κατά τους προτέρους βιογράφους, τα επίσημα έγγραφα και άλλας αξιοπίστους ειδήσεις, Αθήνα 1867, σσ. 139-140.
[5] Γιάννης Βλαχογιάννης, «Καραϊσκάκης», εφ. Πρωΐα, 1η Ιανουαρίου 1933.
[6] Γιάννης Βλαχογιάννης, «Καραϊσκάκης», εφ. Πρωΐα, 1η Ιανουαρίου 1933.
[7] Γιάννης Βλαχογιάννης, «Καραϊσκάκης», εφ. Πρωΐα, 1η Ιανουαρίου 1933.
[8] Μαζάουερ, σ. 55
[9] Βλ. Μάο τσε Τουνγκ Η στρατηγική και τακτική του επαναστατικού πολέμου στην Κίνα (η φιλοσοφία του πολέμου), Νέοι χρόνοι, Αθήνα1953· Võ, Nguyên Giáp, People’s War, People’s Army: The Viet Công Insurrection Manual for Underdeveloped Countries, Praeger, N. Υόρκη 1962.
[10] Carl Schmitt, Η θεωρία του αντάρτη, Πλέθρον Αθήνα 1990 σ. 18.
