Του Michael Martens, από την Frankfurter Allgemeine Zeitung
Μετά τον Βίκτορ Όρμπαν τον Απρίλιο, τώρα και ο Αλεξάνταρ Βούτσιτς τον Οκτώβριο: στη Νοτιοανατολική Ευρώπη οι αυταρχικοί ηγέτες πέφτουν. Ωστόσο, η αλλαγή εξουσίας στο Βελιγράδι ακολούθησε ένα εντελώς διαφορετικό σενάριο από εκείνο που είχε εκτυλιχθεί λίγους μήνες νωρίτερα στη γειτονική χώρα της Σερβίας προς τον βορρά, την Ουγγαρία.
Στην Ουγγαρία, τα πάντα περιστρέφονταν γύρω από τον ηγέτη της αντιπολίτευσης Πέτερ Μαγιάρ και το κόμμα του, Tisza. Στη Σερβία, αντίθετα, δεν υπάρχει ούτε κόμμα ούτε αρχηγός της αντιπολίτευσης που να προσωποποιεί την αλλαγή. Ο επί χρόνια πρόεδρος Αλεξάνταρ Βούτσιτς και το Σερβικό Προοδευτικό Κόμμα του ηττήθηκαν από μια συλλογικότητα χωρίς ηγετική προσωπικότητα: το φοιτητικό κίνημα. Πώς κατέστη αυτό δυνατό;
Η αναζήτηση απαντήσεων μας οδηγεί αρχικά στην 1η Νοεμβρίου 2024. Εκείνη την ημέρα κατέρρευσε το στέγαστρο του κεντρικού σιδηροδρομικού σταθμού στο Νόβι Σαντ, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Σερβίας. Το δυστύχημα στοίχισε τη ζωή σε 15 ανθρώπους, ενώ ένα ακόμη θύμα υπέκυψε αργότερα στα τραύματά του.
Δεν ήταν, ωστόσο, το ίδιο το δυστύχημα, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το διαχειρίστηκε η κυβέρνηση, που εξασφάλισε γρήγορα ευρεία υποστήριξη στο φοιτητικό κίνημα διαμαρτυρίας που εμφανίστηκε ήδη από τον Νοέμβριο του 2024.
Σύντομα αποκαλύφθηκε ότι οι εργασίες ανακαίνισης του σταθμού, οι οποίες είχαν ολοκληρωθεί λίγο πριν από το δυστύχημα, είχαν εκτελεστεί πλημμελώς – και ότι η αμέλεια ήταν πιθανότατα αποτέλεσμα διαφθοράς κατά την ανάθεση των συμβάσεων και πολιτικών παρεμβάσεων. Η σερβική κυβέρνηση, όμως, την οποία ήλεγχε ο τότε πρόεδρος Βούτσιτς, αρνούνταν τα πάντα, κατέφευγε σε ελάχιστα πειστικές δικαιολογίες και έπεφτε διαρκώς σε αντιφάσεις.
Οι κυνικές απόπειρες διαστρέβλωσης της αλήθειας και αποποίησης των ευθυνών εξόργισαν πολλούς πολίτες. «Τα χέρια σας είναι βαμμένα με αίμα», κατηγορούσαν τους κυβερνώντες. Η φράση έγινε σύνθημα των κινητοποιήσεων, οι οποίες ξεκίνησαν από τα πανεπιστήμια της χώρας, αλλά σύντομα αγκάλιασαν ολοένα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, ακόμη και στην επαρχία.
Μια κορυφαία στιγμή σημειώθηκε τον Μάρτιο του 2025, όταν περισσότεροι από 300.000 άνθρωποι συμμετείχαν σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας εναντίον του Βούτσιτς στο Βελιγράδι.
Οι φοιτητές δεν ήθελαν καμία σχέση με τα κόμματα της αντιπολίτευσης
Ήταν εντυπωσιακό – και όμως, εκείνη την περίοδο το κίνημα είχε περιέλθει σε αδιέξοδο.
Οι φοιτητές, που οργανώνονταν σε συνελεύσεις άμεσης δημοκρατίας στις σχολές τους, όχι μόνο αρνούνταν να συνεργαστούν με τα κόμματα της σερβικής αντιπολίτευσης, αλλά δεν ήθελαν ούτε να ιδρύσουν δικό τους κόμμα.
Αρχικά, πολλοί πίστευαν ότι μπορούσαν να επιβάλουν καλύτερες συνθήκες στη Σερβία απλώς και μόνο μέσα από τις διαδηλώσεις.
Τον Μάιο του 2025, η κυριακάτικη έκδοση της Frankfurter Allgemeine Zeitung (F.A.S.) έγραφε σχετικά:
«Οι φοιτητές που διαδηλώνουν δεν θέλουν σε καμία περίπτωση να εμπλακούν με πολιτικά κόμματα. Πολλοί είναι μάλιστα ιδιαίτερα υπερήφανοι που δεν έχουν καμία σχέση με αυτά. Δεδομένης της κατάστασης της σερβικής αντιπολίτευσης, αυτό είναι κατανοητό».
Ήταν όμως και πρόβλημα, καθώς οι διαδηλώσεις από μόνες τους δεν αποτελούν στρατηγική με μακροπρόθεσμες προοπτικές επιτυχίας.
Σε άρθρο της F.A.S., το οποίο βασιζόταν σε πολυάριθμες συζητήσεις στο Βελιγράδι και το Νόβι Σαντ, επισημαινόταν:
«Τα κινήματα διαμαρτυρίας μπορούν να πυροδοτήσουν σημαντικές εξελίξεις, αλλά δεν μπορούν να διατηρούν την ενέργειά τους επ’ άπειρον. Κάποια στιγμή οι διαδηλώσεις υποχωρούν».
Γι’ αυτό, το άρθρο διατύπωνε την εκτίμηση ότι μια αλλαγή εξουσίας θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο μέσα από την κανονική εκλογική διαδικασία και τα πολιτικά κόμματα.
Η αναφορά στις εκλογές αποδείχθηκε σωστή, εκείνη όμως στα κόμματα μόνο κατά το ήμισυ.
Οι φοιτητές πράγματι οργανώθηκαν –και μάλιστα ήδη από τον Απρίλιο του 2025–, όχι όμως σε ένα συμβατικό κόμμα. Εγκατέλειψαν τη στρατηγική που στηριζόταν αποκλειστικά στις διαδηλώσεις, ζήτησαν νέες εκλογές και αποφάσισαν να αναζητήσουν υποψηφίους για μια Studentska Lista, μια «Φοιτητική Λίστα».
Πώς ακριβώς εξελίχθηκε αυτή η διαδικασία;
Ο Μίλαν Βούγιτς έχει ενδιαφέρουσες απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα. Γνωρίζει το σερβικό φοιτητικό κίνημα καλύτερα από πολλούς άλλους.
Αν και ο Βούγιτς δικηγόρος από το Νόβι Σαντ που πλησιάζει τα τριάντα έχει ολοκληρώσει εδώ και καιρό τις σπουδές του, παρακολουθεί από κοντά το φοιτητικό κίνημα από την πρώτη στιγμή. Γνωρίζει προσωπικά πολλούς από τους πρωταγωνιστές του και έχει καταγράψει και αναλύσει τις κεντρικές αποφάσεις και στρατηγικές του.
Έτσι, παρακολούθησε από κοντά πώς η αρχική στρατηγική των διαδηλώσεων συμπληρώθηκε από την ιδέα της εκλογικής λίστας.
«Η ιδέα υιοθετήθηκε για πρώτη φορά στις 25 Απριλίου 2025 στη Σχολή Τεχνικών Επιστημών του Νόβι Σαντ. Στις 5 Μαΐου 2025 έγινε κοινή θέση του φοιτητικού κινήματος», εξηγεί ο Βούγιτς.
«Μέχρι τότε, οι φοιτητές είχαν συνειδητοποιήσει ότι τα αρχικά τους αιτήματα –τα οποία μπορούν να συνοψιστούν στην απαίτηση οι θεσμοί να υπηρετούν τους πολίτες και όχι τους κυβερνώντες– δεν επρόκειτο να ικανοποιηθούν».
Πορείες σε ολόκληρη τη Σερβία
Ωστόσο, ήδη πριν από την απόφαση του Απριλίου 2025, οι φοιτητές είχαν οικοδομήσει μια πολιτική υποδομή με έναν καινοτόμο τρόπο.
«Πέρα από τις μαζικές, μη βίαιες διαδηλώσεις τους, ίσως η σημαντικότερη δράση τους ήταν ότι ξεκίνησαν περιοδείες σε ολόκληρη τη Σερβία: διένυσαν εκατοντάδες χιλιόμετρα, διασχίζοντας λόφους και κοιλάδες, από πόλη σε πόλη και από χωριό σε χωριό».
Με αυτόν τον τρόπο, το κίνημα ήρθε σε επαφή με ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού, τα οποία μέχρι τότε άκουγαν μόνο τρομακτικές ιστορίες για τους φοιτητές από τα ελεγχόμενα από την κυβέρνηση μέσα ενημέρωσης.
Οι φοιτητές παρουσιάζονταν, για παράδειγμα, ως προδότες που ήθελαν να ξεπουλήσουν τη Σερβία στους ξένους.
Τώρα, πολλοί κάτοικοι της υπαίθρου μπορούσαν να διαπιστώσουν με τα ίδια τους τα μάτια ότι οι διαδηλωτές ήταν απλώς νέοι άνθρωποι που επιθυμούσαν μια διαφορετική, καλύτερη Σερβία, απαλλαγμένη από τη διαφθορά.
Οι πορείες σε ολόκληρη τη Σερβία ήταν σημαντικές, εξίσου καθοριστική όμως υπήρξε και η αλλαγή κατεύθυνσης τον Μάιο του 2025.
Η Φοιτητική Λίστα δεν ήταν κόμμα, αποτελούσε όμως μια πολιτική δομή ικανή να κερδίσει βουλευτικές εκλογές –και αυτό ήταν το ζητούμενο.
Στην αρχή δεν ήταν εύκολο να μετατραπεί η ιδέα της φοιτητικής λίστας σε πολιτική πραγματικότητα, θυμάται ο Βούγιτς.
«Υπήρχαν συζητήσεις για το αν οι ίδιοι οι φοιτητές θα έπρεπε να είναι υποψήφιοι, αν έπρεπε να συνεργαστούν με τα καθιερωμένα κόμματα της αντιπολίτευσης και πώς θα μπορούσαν να διαφυλαχθούν η ανεξαρτησία και η πολιτική πολυμορφία του κινήματος».
Όταν τελικά επικράτησε επί της αρχής η ιδέα της λίστας, η πραγματική δουλειά μόλις άρχιζε.
Αρχικά αποφασίστηκε ότι οι ίδιοι οι φοιτητές δεν θα ήταν υποψήφιοι.
Αντί γι’ αυτό, μέσα από εξαντλητικά πολύωρες εσωτερικές συνεδριάσεις, οι γενικές συνελεύσεις των φοιτητών στα σερβικά πανεπιστήμια επέλεξαν στη διάρκεια αρκετών μηνών, 250 υποψηφίους για τη λίστα τους – όσες ακριβώς είναι και οι έδρες του σερβικού κοινοβουλίου.
Η δύσκολη αναζήτηση υποψηφίων
Ο Βούγιτς περιγράφει τη διαδικασία ως χρονοβόρα και, ορισμένες φορές, ιδιαίτερα ψυχοφθόρα.
«Σε περισσότερες από 80 σχολές, σε πέντε πανεπιστημιουπόλεις, οι φοιτητικές συνελεύσεις έλαβαν συγκεκριμένες ποσοστώσεις υποψηφιοτήτων, συζήτησαν πιθανούς υποψηφίους και κατάρτισαν προσωρινούς καταλόγους. Στη συνέχεια, οι κατάλογοι αυτοί υποβλήθηκαν σε πανεθνικό έλεγχο. Κάθε σχολή μπορούσε να ασκήσει βέτο σε υποψηφίους που είχαν προταθεί από άλλες σχολές».
Και αυτό συνέβαινε συχνά.
Πολλοί υποψήφιοι απορρίφθηκαν. Υπήρχαν αντιπαραθέσεις, ψηφοφορίες, συζητήσεις, νέες ψηφοφορίες, περισσότερες συζητήσεις και ξανά ψηφοφορίες.
«Ήταν εξαντλητικό και μερικές φορές απογοητευτικά αργό», λέει ο Βούγιτς.
«Και όμως, ήταν ακριβώς αυτή η διαδικασία που διαφύλαξε την πολυμορφία του κινήματος και παρέμεινε πιστή στις αρχές της άμεσης δημοκρατίας πάνω στις οποίες είχε οικοδομηθεί».
Στην επιτυχία συνέβαλε επίσης το γεγονός ότι η Σερβία είναι παραδοσιακά μια χώρα με ζωντανή κουλτούρα διαμαρτυρίας.
Αν και η χώρα έχει επανειλημμένα εκλέξει αυταρχικούς ηγέτες, έχει επίσης επανειλημμένα εξεγερθεί εναντίον τους.
Ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, για παράδειγμα, ηττήθηκε στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2000 και ανατράπηκε δύο εβδομάδες αργότερα από λαϊκή εξέγερση, επειδή αρνήθηκε να αποδεχθεί την ήττα του και επιχείρησε να παραμείνει στην εξουσία.
Ακόμη και στην περίοδο της Γιουγκοσλαβίας, όταν στο Βελιγράδι κυβερνούσε ο κομμουνιστής δικτάτορας Τίτο, υπήρχαν κινητοποιήσεις στη Σερβία, όπως εκείνες στα πανεπιστήμια το 1968.
Η κουλτούρα διαμαρτυρίας στη Σερβία
Ακόμη νωρίτερα, είχε προκαλέσει αίσθηση ο αιρετικός κομμουνιστής Μίλοβαν Τζίλας, ο οποίος μέχρι τον θάνατό του, το 1995, είχε εξελιχθεί σε προσωπικότητα παγκόσμιας εμβέλειας.
Ο Τζίλας, Μαυροβούνιος στην καταγωγή, δημοσίευσε το 1954 στο Βελιγράδι το θρυλικό δοκίμιό του Ανατομία μιας ηθικής, το οποίο αργότερα μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και στο οποίο ασκούσε δριμεία κριτική στην κομμουνιστική άρχουσα τάξη της χώρας του.
Γι’ αυτό φυλακίστηκε.
Το γεγονός, όμως, ότι το δοκίμιο μπόρεσε εξαρχής να δημοσιευθεί αποτελούσε ήδη κάτι το συγκλονιστικό. Σε άλλες κομμουνιστικές χώρες κάτι τέτοιο θα ήταν αδιανόητο.
Στη Σερβία είναι συχνά δυνατά πράγματα που αλλού δύσκολα θα μπορούσε κανείς να φανταστεί, τόσο προς το καλό όσο και προς το κακό. Αυτό ίσχυε ήδη όταν αποτελούσε μέρος της Γιουγκοσλαβίας και εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα.
Ο Ντούσαν Πάβλοβιτς, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου, αποδίδει επίσης την επιτυχία των φοιτητικών συνελεύσεων στη θεμελιώδη απόφασή τους να μην επιτραπεί σε κανένα μέλος τους να θέσει υποψηφιότητα.
«Τον Μάιο του 2025, όταν οι φοιτητές ζήτησαν πρόωρες βουλευτικές εκλογές, έθεσαν έναν ασυνήθιστο όρο: κανένας από αυτούς δεν θα μπορούσε να συμπεριληφθεί στο ψηφοδέλτιο του κινήματος», γράφει σε ανάλυσή του που δημοσιεύθηκε αμέσως μετά τις εκλογές.
«Όταν οι φοιτητές κατέθεσαν τελικά τη λίστα των 250 υποψηφίων τους, δεν υπήρχε σε αυτήν ούτε ένας φοιτητής, πόσο μάλλον μέλος του φοιτητικού κινήματος», συνεχίζει ο Πάβλοβιτς.
Σύμφωνα με τον καθηγητή, η απόφαση των φοιτητών να μην επιδιώξουν οι ίδιοι πολιτικά αξιώματα προσέδωσε μεγαλύτερη αξιοπιστία στην υπόσχεσή τους για μια ριζική αλλαγή.
Ο Πάβλοβιτς επισημαίνει επίσης ότι οι φοιτητές μπόρεσαν να αξιοποιήσουν ένα κλίμα δυσαρέσκειας που υπέβοσκε εδώ και πολύ καιρό.
«Οι φοιτητές κληρονόμησαν περισσότερο από μία δεκαετία αυξανόμενης δυσαρέσκειας απέναντι στον Βούτσιτς, η οποία είχε επανειλημμένα εκδηλωθεί με δημόσιες διαμαρτυρίες, χωρίς όμως ποτέ να οδηγήσει σε πολιτική αλλαγή».
Τα υπάρχοντα κόμματα της αντιπολίτευσης ήταν υπερβολικά αδύναμα, διχασμένα και ελάχιστα πειστικά ώστε να μπορέσουν να αξιοποιήσουν τη γενικευμένη δυσαρέσκεια.
Δεν κατάφεραν να αποκομίσουν διαρκή πολιτικά οφέλη από τα διαδοχικά κύματα διαμαρτυρίας.
«Στο μεταξύ, ο Βούτσιτς μετέτρεψε την ήδη αδύναμη δημοκρατία της Σερβίας σε ένα υβριδικό καθεστώς με ολοένα εντονότερα αυταρχικά χαρακτηριστικά», παρατηρεί ο Πάβλοβιτς.
Μόνο το φοιτητικό κίνημα κατόρθωσε τελικά να διοχετεύσει την αντίσταση απέναντι σε αυτό το υβριδικό σύστημα σε μια αποτελεσματική πολιτική κατεύθυνση.
Οι μέθοδοί του σηματοδότησαν μια τομή.
Το μοντέλο των φοιτητικών συνελεύσεων, σε συνδυασμό με μια ανεξάρτητη εκλογική λίστα, αποδείχθηκε ικανό να κερδίσει βουλευτικές εκλογές υπό δύσκολες συνθήκες.
Η Φοιτητική Λίστα κατέκτησε 140 από τις 250 έδρες του σερβικού κοινοβουλίου.
Μια καθαρή απόλυτη πλειοψηφία.
Ένας θρίαμβος.
Το αν αυτό το μοντέλο είναι κατάλληλο και για τη διακυβέρνηση μιας χώρας μένει να αποδειχθεί.
Σε κάθε περίπτωση, οι επόμενοι μήνες στη Σερβία αναμένονται εξαιρετικά ενδιαφέροντες.
Δημοσιεύθηκε στις 31 Οκτωβρίου 2026
