Του Ματέο Πουτσιαρέλι* από το Άρδην τ. 115

Το άρθρο του Ματέο Πουτσιαρέλι παρά τον έκδηλο δικαιωματισμό του και την εχθρική του διάθεση για τον Σαλβίνι και τις απόψεις του, είναι ιδιαίτερα κατατοπιστικό και αναλυτικό για όποιον θέλει να καταλάβει τι συμβαίνει στην Ιταλία, άσχετα με τις απόψεις του συγγραφέα του. Αυτές τον οδηγούν και σε λανθασμένες εκτιμήσεις για τη στάση της ιταλικής κυβέρνησης στο θέμα του ευρώ και της ΕΕ, καθώς ήδη στις αρχές Ιουνίου του 2019, η Ιταλία ξεκίνησε την προετοιμασία «διπλού νομίσματος». Γι’ αυτό και επιλέξαμε την μετάφρασή του στα πλαίσια του φακέλου για τον ευρωπαϊκό «λαϊκισμό» αυτού του τεύχους.

Η σύνταξη του Άρδην 

 

Η Ιταλία απέκτησε έναν νέο ισχυρό άνδρα, σύμφωνα με πολλούς, ίσως και έναν νέο σωτήρα. Στη Ρώμη, ο πραγματικός επικεφαλής της κυβέρνησης δεν είναι ο πρωθυπουργός, ο Τζουζέπε Κόντε, ούτε ο νικητής των τελευταίων εθνικών εκλογών, ο ηγέτης του Kινήματος των 5 Aστέρων (K5A) Λουΐτζι ντι Μάιο. Είναι ο υπουργός Εσωτερικών, Ματέο Σαλβίνι. Μέσα σε μια νύχτα, ένας άσημος δημοτικός σύμβουλος από το Μιλάνο, ένα παλιό στέλεχος της Λέγκας του Βορρά, ενός αποσχιστικού κόμματος, έχει γίνει η πιο ισχυρή προσωπικότητα της χώρας. Στα χέρια του, ένα κόμμα που έμοιαζε με λείψανο έχει μετασχηματιστεί στον άξονα της ιταλικής, ίσως και της ευρωπαϊκής, πολιτικής.

Αυτή η εκπληκτική μετάλλαξη έχει τις ρίζες της πολύ μακριά, όχι στον χρόνο, αλλά στον χώρο. Μετά το 2014, οι πόλεμοι και η φτώχεια υποχρέωσαν εκατομμύρια ανθρώπους από την Αφρική και τη Μέση Ανατολή να διασχίσουν τη Μεσόγειο αναζητώντας εργασία, ελευθερία και ειρήνη σε μια γηραιά, πλούσια αλλά όλο και πιο άνιση Ευρώπη. Η Γηραιά Ήπειρος απάντησε αποστρέφοντας το βλέμμα ή ακόμα και εκμεταλλευόμενη τις φαντασιώσεις που φέρει μαζί της η απελπισία των άλλων: όχι για να βοηθήσει αλλά για να βρει έναν εχθρό και να ξεκινήσει έναν διαγωνισμό ταπείνωσης. Ο τελευταίος και ο προ-τελευταίος από τους παρίες του πλανήτη στρέφονται ο ένας ενάντια στον άλλο, ενώ οι πιο ευνοημένοι ευδοκιμούν ειρηνικά. Στην Ιταλία, ο Σαλβίνι ξεκίνησε την εξέγερση των προτελευταίων. Αναμφισβήτητα ταλαντούχος, έμαθε πώς να απευθύνεται στο συναίσθημά τους.

Η Λέγκα του Βορρά ιδρύθηκε το 1991, τις παραμονές της αποσύνθεσης των τριών μαζικών κομμάτων –Χριστιανοδημοκράτες, Κομμουνιστές και Σοσιαλιστές–που κυριαρχούσαν στην Ιταλία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εμφανιζόμενη ως «πέραν  της αριστερός και της δεξιάς», δημιουργείται από μια συγχώνευση μεταξύ της λομβαρδικής Λέγκας του Ουμπέρτο Μπόσι (Umberto Bossi), που είχε εμφανιστεί στα μέσα της δεκαετίας του ’80, και ορισμένων τοπικιστικών σχημάτων που βρίσκονταν στο βόρειο τμήμα της χώρας. Συγκροτείται στη βάση ενός αποσχιστικού στόχου: την ανεξαρτησία της Παδανίας, ενός φανταστικού έθνους που εκτείνεται γύρω από την περιοχή του ποταμού Πάδου. Ο Βορράς, πλούσιος και εργατικός, είχε κουραστεί να πληρώνει για τον καθυστερημένο και εξαρτημένο Νότο. Ο καθένας θα έπρεπε να ακολουθήσει το δικό του πεπρωμένο.

Την εποχή εκείνη, το χριστιανοδημοκρατικό και τo σοσιαλιστικό κόμμα κατέρρευσαν μετά το σκάνδαλο Tangentopoli[1]. Η Λέγκα του Βορρά πέτυχε την πρώτη της νίκη στις γενικές εκλογές του 1994, όταν έλαβε το 8,7% των ψήφων σε εθνικό επίπεδο και πάνω από 17% στη Λομβαρδία. Στη συνέχεια, συμμετείχε στην κεντροδεξιά κυβέρνηση με επικεφαλής τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Αλλά, δυσαρεστημένος από τον δευτερεύοντα ρόλο του, ο Μπόσι, ένας απρόβλεπτος ελεύθερος σκοπευτής, εγκαταλείπει γρήγορα την κυβερνητική συμμαχία, ανατρέποντας τον κ. Μπερλουσκόνι. Κατεβαίνοντας μόνη της στις επόμενες εκλογές, η Λέγκα θα αποσπάσει το 10% των ψήφων, το 1996, πριν περιοριστεί στο 4,5%, στις ευρωεκλογές του 1999.

Ως εκ τούτου, επιστρέφει στη συμμαχία υπό την ηγεσία του Μπερλουσκόνι, όπου, κατά την επόμενη δεκαετία, λειτουργεί ως μειοψηφών εταίρος, κραυγαλέος αλλά πολύ αναποτελεσματικός. Ο Μπόσι, εξασθενημένος από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο και εμπλεκόμενος σε μια υπόθεση διαφθοράς, παραμερίστηκε από τον υπαρχηγό του κόμματος, Ρομπέρτο ​​Μαρόνι (Roberto Maroni), ο οποίος ανέλαβε την ηγεσία το 2012. Στις γενικές εκλογές του 2013, η Λέγκα πέφτει στο 4,1% και φαίνεται καταδικασμένη στο περιθώριο. Ωστόσο, στο φρούριό του της Λομβαρδίας, ο Μαρόνι καταφέρνει να κερδίσει την προεδρία της περιφέρειας. Στη συνέχεια επιλέγει να εγκαταλείψει τη θέση του Γενικού Γραμματέα, πιστεύοντας χωρίς αμφιβολία ότι το κόμμα του δεν έχει μέλλον σε εθνικό επίπεδο και ότι είναι προτιμότερο να εκμεταλλευτεί τα οφέλη της περιφερειακής ηγεσίας.

Τον Δεκέμβριο 2013, η Λέγκα του Βορρά οργανώνει εσωτερικές εκλογές για να επιλέξει τον διάδοχο του Μαρόνι, αλλά στην πραγματικότητα αυτή η διαβούλευση περιορίζεται σε μια τυπική διαδικασία. Το μέλλον του κόμματος αποφασίστηκε κατά τη διάρκεια ενός γεύματος ανάμεσα στον Μαρόνι και δύο από τους πιστούς οπαδούς του, τον Σαλβίνι και τον Φλάβιο Τόζι, τον δημοφιλή δήμαρχο της Βερόνας: ή άχαρη θέση του Γενικού Γραμματέα θα παραχωρηθεί στον Σαλβίνι ώστε ο Τόζι να μεταβληθεί στον ηγέτη της Κεντροδεξιάς, όταν ο ολοένα και πιο δυσφημισμένος Μπερλουσκόνι δεν θα είναι πλέον σε θέση να διαδραματίζει αυτόν τον ρόλο. Ο Σαλβίνι θα κερδίσει τις εσωτερικές εκλογές με περισσότερο από 82% των ψήφων. Τότε, είναι ακόμα σχεδόν άγνωστος στους Ιταλούς ψηφοφόρους.

Αλλά δεν ήταν καθόλου άγνωστος στους ακτιβιστές του Μιλάνου, όπου γεννήθηκε το 1973, από πατέρα επιχειρηματία. Ο νεαρός άνδρας προσχωρεί στη Λομβαρδική Λέγκα το 1990, ενώ είναι ακόμα μαθητής Λυκείου, ένα χρόνο πριν από την ίδρυση της Λέγκας του Βορρά ενώ, επτά χρόνια αργότερα, εκλέγεται δημοτικός σύμβουλος. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, συχνάζει στο Leoncavallo, το σημαντικότερο κοινωνικό κέντρο της πόλης, έναν θύλακα του εναλλακτικού και ριζοσπαστικού ακτιβισμού, όπου συνυπάρχουν οι διάφορετικές τάσεις της μιλανέζικης Αριστεράς. Πίνει μπύρες, παρακολουθεί θεάματα και καλλιεργεί το πάθος του για τον αναρχικό τραγουδιστή Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ. Ως δημοτικός σύμβουλος, υπερασπίζεται το Κέντρο απέναντι στον δήμαρχο Μάρκο Φορμεντίνι, επίσης μέλος της Λέγκας του Βορρά, που ήθελε να το κατεδαφίσει. Όταν, το 1997, η Λέγκα οργάνωσε «εκλογές στην Παδανία» για να δημιουργήσει το παράλληλο κοινοβούλιο του υποτιθέμενου έθνους της, ο Σαλβίνι τίθεται επικεφαλής των «κομμουνιστών της Παδανίας», μιας λίστας που είχε σύμβολο το σφυροδρέπανο.

A mural in Milan depicts Luigi Di Maio, left, and Matteo Salvini using Facebook on their phones.

Τρία εκατομμύρια ακόλουθοι στο Facebook

Χάρη στην έδρα του στο Δημοτικό Συμβούλιο του Μιλάνου, μπορεί να διαδώσει ευρέως τις απόψεις του, ειδικά γύρω από τους «Μουσουλμάνους Ρομά» και τα ζητήματα ασφάλειας. Υπερασπίζεται έτσι έναν πατέρα που πυροβόλησε έναν διαρρήκτη ή προτείνει τη δημιουργία μιας δωρεάν τηλεφωνικής γραμμής για να αναφέρονται παραβατικές ενέργειες που διαπράττονται από μετανάστες. Ποτέ δεν λείπει από μια γιορτή σε κάποια αγορά, και γρήγορα γίνεται τακτικός προσκεκλημένος των τοπικών τηλεοπτικών καναλιών. Είναι επίσης πολύ δραστήριος στα φιλικά στη Λέγκα ΜΜΕ, αρθρογραφώντας στην εφημερίδα La Padania πριν γίνει διευθυντής του Radio Padania Libera. Όπως και το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (PCI) του παρελθόντος, η Λέγκα είναι ένας οργανισμός που επιστρατεύει τους ακτιβιστές του σε πολλαπλές δραστηριότητες.

Το 2004, ο δυναμισμός του Σαλβίνι τον οδηγεί τελικά στις Βρυξέλλες, όπου εκλέγεται ευρωβουλευτής της Λέγκας, έχοντας συγκεντρώσει τις περισσότερες ψήφους του στα υποβαθμισμένα προάστια του Μιλάνου. Παραιτείται το 2006 για να τεθεί επικεφαλής της Λέγκας στο Δημοτικό Συμβούλιο του Μιλάνου, αλλά αποκτά και πάλι την έδρα του Ευρωβουλευτή το 2009. Γίνεται γενικός γραμματέας της Λέγκας της Λομβαρδίας το 2012. Τότε αναδεικνύεται ο φυσικός υποψήφιος για τη διαδοχή του Μαρόνι στην ηγεσία της Λέγκας του Βορρά.

Το ιστορικό πλαίσιο ευνοεί αυτήν την άνοδο. Είναι σαφές ότι τα όνειρα του Αλτιέρο Σπινέλι, ενός από τους ιδρυτές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, φανατικού υποστηρικτή του ηπειρωτικού φεντεραλισμού, δεν έχουν υλοποιηθεί. Αντιθέτως: τα ανώτερα κλιμάκια της Ένωσης καταλαμβάνονται όλο και περισσότερο από γραφειοκράτες που υπαγορεύουν τις πολιτικές τους σε εκλεγμένες κυβερνήσεις, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις δημοκρατικές εντολές και που επιβάλλουν τη νεοφιλελεύθερη λιτότητα, απειλώντας με κατακλυσμό κάθε χώρα που επιθυμεί να πάρει έναν διαφορετικό δρόμο.

Η Ιταλία, χώρα που πλήγηκε περισσότερο από άλλες από τις συνέπειες της Συνθήκης του Μάαστριχτ, γνωρίζει, το 2014, την άνοδο μιας από τις πιο αλαζονικές κυβερνήσεις της μεταπολεμικής περιόδου, αποφασισμένης όχι μόνο να διαλύσει τα εργασιακά δικαιώματα αλλά και να καταργήσει κάποιες βασικές διατάξεις του Συντάγματος του 1947, προκειμένου να συγκεντρώσει περισσότερη εξουσία στα χέρια της. Ο Ματέο Ρέντσι αναλαμβάνει τη θέση του πρωθυπουργού τον Φεβρουάριο του 2014. Το καταφέρνει χωρίς καν να έχει εκλεγεί βουλευτής: παίρνει τον έλεγχο του Δημοκρατικού Κόμματος –ενταφιάζοντας έτσι την παραδοσιακή αποστολή αυτού του κόμματος να ενσαρκώνει μια δύναμη της Αριστεράς– και συνάπτει σύμφωνο με τον Μπερλουσκόνι. Απολαμβάνοντας την πλήρη υποστήριξη του Προέδρου της Δημοκρατίας, του κυριότερου εργοδοτικού συνδικάτου, των τραπεζών και των πολυεθνικών, για να μην αναφέρουμε τα ΜΜΕ, ο Ρέντσι κρίνει ότι είναι αρκετά δημοφιλής για να προκηρύξει ένα δημοψήφισμα για συνταγματικές αλλαγές. Όλες οι πολιτικές δυνάμεις στρέφονται εναντίον του και οι ψηφοφόροι του επιφυλάσσουν μια βαριά ήττα[2]. Μεταξύ των νεαρών ψηφοφόρων, τους οποίους ισχυριζόταν ότι εκπροσωπεί, το 80% επιλέγει το «όχι». Ανάμεσα στους νικητές αυτής της εκλογικής αναμέτρησης, ο Σαλβίνι, ο οποίος αγωνίστηκε σθεναρά κατά του σχεδίου μεταρρύθμισης, αποκτά απήχηση σε πανεθνικό επίπεδο.

Για να επιτευχθεί αυτό, ο ηγέτης της Λέγκας έπρεπε να προχωρήσει σε δύο σημαντικές αλλαγές: μια νέα εκλογική στρατηγική και μια καινοτόμο ψηφιακή παρουσία. Η Λέγκα του Βορρά, ένα αποσχιστικό κίνημα που ιδρύθηκε από τον Μπόσι, στρεφόταν ενάντια σε δύο εχθρούς: τη Ρώμη, καρδιά της γραφειοκρατικής διαφθοράς, και τον Νότο, γη τεμπέληδων και παράσιτων. Το αδιέξοδο αυτής της στρατηγικής γίνεται εμφανές στις αρχές της δεκαετίας του 2010. Καμία  απόσχιση δεν έχει γίνει πράξη, ούτε φαίνεται εύλογη, ενώ τίθεται και ζήτημα επιβίωσης του κόμματος – που, στις δημοσκοπήσεις, κυμαίνεται ανάμεσα στο 3 και 4% των ψήφων. Έτσι, ο Σαλβίνι, αφού αναδειχθεί γενικός γραμματέας, θα επιβάλει μια νέα γραμμή: θα θέσει ως στόχο του τις Βρυξέλλες αντί για τη Ρώμη, και τους μετανάστες αντί για τους κατοίκους του Νότου. Με αυτόν τον τρόπο, θα μιλήσει εξ ονόματος όλων των Ιταλών, ολόκληρου του έθνους, εναντίον των καταπιεστών και των εισβολέων. Εγκαταλείποντας την αντιπαράθεση ανάμεσα στις δύο Ιταλίες, η Λέγκα θα κατορθώσει να συσπειρώσει τους αγρότες της Απουλίας, τους ψαράδες της Σικελίας, τους επιχειρηματίες της Βενετίας και τα ανώτερα στελέχη της Λομβαρδίας, παρουσιάζοντάς τους όλους ως θύματα μιας απόμακρης εξουσίας, χωρίς ψυχή, και αντιμέτωπους με ένα παλιρροϊκό κύμα ξένων.

Ο Σαλβίνι αρχίζει να εκμεταλλεύεται την απογοήτευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, σε μια χώρα όπου κάθε προϋπολογισμός πρέπει να εγκρίνεται από την Κομισιόν, η οποία απαιτεί τη μια θυσία μετά την άλλη, με τη σύμφωνη γνώμη τόσο της Κεντροδεξιάς όσο και της Κεντροαριστεράς. Η εναρκτήρια ομιλία ως γ.γ. του κόμματος δίνει τον τόνο: «Πρέπει να ανακτήσουμε την οικονομική κυριαρχία που έχουμε χάσει μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μας έχουν σπάσει τα ούμπαλα (…). Δεν πρόκειται για Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά για Σοβιετική Ένωση, ένα γκουλάγκ που θέλουμε να εγκαταλείψουμε μαζί με οποιονδήποτε είναι πρόθυμος να το κάνει». Οι ευρωεκλογές του 2014 πλησιάζουν και αυτός συνεχίζει την επίθεσή του κατά των Βρυξελλών, καλώντας την Ιταλία να βγει από το ευρώ, μια ιδέα που μέχρι τότε τόσο η Αριστερά όσο και η Δεξιά είχαν περιορίσει στο περιθώριο της πολιτικής συζήτησης. Η διεκδίκηση δεν ξεσηκώνει τα πλήθη. Αντί να βελτιώσει τις επιδόσεις της, η Λέγκα χάνει τρεις από τους εννέα αντιπροσώπους της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Τότε εμφανίζεται στο προσκήνιο ο Λούκα Μορίζι. Αυτός ο 45χρονος ειδικός στον τομέα της πληροφορικής διευθύνει, με έναν συνέταιρο, την επιχείρηση Sistema Intranet, η οποία δεν διαθέτει κανέναν υπάλληλο, αλλά ένα πλήθος θεσμικών πελατών. Αναλαμβάνει τον Σαλβίνι σε μια εποχή που ο τελευταίος είναι ήδη αχώριστος από το τάμπλετ του και πολύ εξοικειωμένος με το Twitter, αλλά με αμελητέα παρουσία στο Facebook. Ο νέος ψηφιακός του σύμβουλος τον παροτρύνει να αλλάξει στρατηγική. Το Twitter είναι ασφυκτικό, του εξηγεί. Σύμφωνα με τον ίδιο, η πλατφόρμα είναι βασικά αυτοαναφορική και ευνοεί τα μηνύματα επιβεβαίωσης. «Οι άνθρωποι είναι στο Facebook και εκεί πρέπει να είμαστε κι εμείς», υποστηρίζει. Μια ομάδα, αφιερωμένη στα κοινωνικά δίκτυα, συγκροτείται. Σύντομα θα γίνει μια από τις σημαντικότερες υπηρεσίες της Λέγκας.

Ο Μορίζι καθορίζει τις δέκα εντολές στις οποίες πρέπει να υπακούει ο αρχηγός του κόμματος. Τα μηνύματα στη σελίδα του Facebook πρέπει να γράφονται από τον ίδιο τον Σαλβίνι ή να δίνουν αυτή την εντύπωση. Πρέπει να δημοσιεύει καθημερινά, καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, και να σχολιάζει ακόμα και τα γεγονότα που μόλις έχουν συμβεί. Η στίξη πρέπει να είναι σωστή, τα κείμενα απλά, τα καλέσματα σε δράση επαναλαμβανόμενα. Ο Μορίζι προτείνει επίσης να χρησιμοποιείται όσο το δυνατόν περισσότερο η αντωνυμία «εμείς», που μπορεί να ευνοήσει την ταύτιση των αναγνωστών, αλλά και να διαβάζει προσεκτικά τα σχόλια, και κάποιες φορές να απαντά, ώστε να αφουγκράζεται την κοινή γνώμη.

Αποτέλεσμα: η σελίδα στο Facebook του Σαλβίνι λειτουργεί σαν μια ημερήσια εφημερίδα, κυρίως χάρη σε ένα σύστημα δημοσίευσης που δημιουργήθηκε εσωτερικά και είναι γνωστό ως «το θηρίο». Το περιεχόμενο δημοσιεύεται ηλεκτρονικά σε καθορισμένες ώρες και επαναλαμβάνεται από πλήθος άλλων λογαριασμών· οι αντιδράσεις παρακολουθούνται στενά. Ο Μορίζι και οι συνεργάτες του συντάσσουν ογδόντα με ενενήντα δημοσιεύσεις την εβδομάδα, όταν ο Ρέντσι –τότε πρωθυπουργός– και η ομάδα του δεν παρήγαν πάνω από δέκα. Για να κερδίσει την εμπιστοσύνη των ακολούθων, ο Μορίζι επινοεί ένα τέχνασμα: συμβουλεύει να χρησιμοποιούνται οι ίδιες λέξεις, ώστε να θυμίζει περισσότερο τον πάγκο ενός μπαρ παρά έναν παραδοσιακό πολιτικό.

Ο τόνος των μηνυμάτων χαρακτηρίζεται από ασέβεια, επιθετικότητα και γοητεία. Ο επικεφαλής της Λέγκας προπονεί τους αναγνώστες του ενάντια στον εχθρό της ημέρας ( «παράνομοι μετανάστες», ανέντιμοι δικαστές, το Δημοκρατικό Κόμμα, η Ευρωπαϊκή Ένωση …), στη συνέχεια δημοσιεύει ένα θαλασσινό τοπίο, μια φωτογραφία με το γεύμα του ή τον ίδιο να αγκαλιάζει έναν ακτιβιστή ή να ψαρεύει. Η κοινή γνώμη τροφοδοτείται με μια ατελείωτη ροή εικόνων του Σαλβίνι να τρώει Νουτέλα, να μαγειρεύει τορτελίνι, να δαγκώνει ένα πορτοκάλι, να ακούει μουσική ή να παρακολουθεί τηλεόραση. Κάθε μέρα, ένα κομμάτι της ζωής του μεταδίδεται σε εκατομμύρια Ιταλούς, σύμφωνα με μια στρατηγική όπου ο δημόσιος και ο ιδιωτικός χώρος αναμειγνύονται διαρκώς. Αυτός ο εκλεκτισμός αποσκοπεί στο να δώσει μια ανθρώπινη και καθησυχαστική εικόνα του, επιτρέποντάς του ταυτόχρονα να συνεχίζει τις προκλήσεις του. Το μήνυμά του: «Παρά τον μύθο που με παρουσιάζει σαν οπισθοδρομικό τέρας, σαν γραφικό λαϊκιστή, είμαι ένας έντιμος άνθρωπος, μιλάω έτσι γιατί είναι ένας από εσάς, γι’ αυτό δείξτε μου εμπιστοσύνη».

Η στρατηγική του Μορίζι βασίζεται και στη χρήση όλων των μέσων ταυτόχρονα: εμφανίσεις στην τηλεόραση με παράλληλες δημοσιεύσεις στο Facebook, απαντώντας στα σχόλια ζωντανά και αναφέροντάς τα κατά τη διάρκεια της εκπομπής· μόλις αυτή ολοκληρωθεί, ανάρτηση αποσπασμάτων στο Facebook… Αυτή η προσέγγιση, στην οποία ο Σαλβίνι έγινε μάστορας, δεν άργησε να δώσει καρπούς: από τα μέσα Ιανουαρίου έως τα μέσα Φεβρουαρίου 2015, ο Σαλβίνι μέτρησε σχεδόν διπλάσιο χρόνο προβολής από τον Ρέντσι. Το 2013, είχε μόνο δεκαοχτώ χιλιάδες ακολούθους στο Facebook· έως τα μέσα του 2015, έφθασαν το ενάμισι εκατομμύριο και σήμερα έχουν ξεπεράσει τα τρία εκατομμύρια – ένα ρεκόρ μεταξύ των Ευρωπαίων πολιτικών ηγετών.

[1] Η υπόθεση Tangentopoli, η οποία ξέσπασε το 1992, ήταν ένας τεράστιος μηχανισμός δωροδοκίας μεταξύ πολιτικών ηγετών και βιομηχάνων. Προκάλεσε τη δικαστική επιχείρηση «Mani pulite» («Καθαρά χέρια»).

[2] Βλ. Raffaele Laudani, «Matteo Renzi, un certain goût pour la casse» και «Matteo Renzi se rêve en Phénix », Le Monde diplomatique, Ιούλιος 2014 και Ιανουάριος 2017 αντίστοιχα.

 

 

 

* Ο Matteo Pucciarelli είναι δημοσιογράφος, συγγραφέας του βιβλίου Anatomia di un populista. La vera storia di Matteo Salvini (Η Ανατομία ενός λαϊκιστή. Η πραγματική ιστορία του Ματέο Σαλβίνι), εκδ. Feltrinelli, Μιλάνο, 2016. Μια εκτενέστερη εκδοχή αυτού του άρθρου που δημοσιεύτηκε στον Monde Diplomatique του Ιουνίου 2019 δημοσιεύτηκε στο New Left Review, τχ. 116-117, Λονδίνο, Μάρτιος-Ιούνιος 2019.

*Le Monde Diplomatique
Mετάφραση: Χριστίνα Σταματοπούλου

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek