Του Γιώργου Καραμπελιά από το Άρδην τ.99, Μάρτιος 2015

Πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι, λέει η παροιμία. Έτσι φαίνεται να συμβαίνει με τη μεταπολίτευση και όλες τις σταθερές που δημιούργησε και εξέθρεψε. Για να υπερβούμε την Μεταπολίτευση και να αποβάλουμε τον πασοκικό εαυτό μας, θα πρέπει να τον εξαντλήσουμε μέχρι την τελευταία ρανίδα.
Όντως, μετά το 2010, πιστέψαμε ότι η ταχύτατη κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ θα ακολουθούνταν σύντομα και από εκείνη της Νέας Δημοκρατίας και έτσι θα άνοιγε ο δρόμος για μια νέα πολιτική περίοδο. Αυτή ήταν η αίσθηση που κυριαρχούσε στις πλατείες των αγανακτισμένων, ιδιαίτερα από το 2011 και μετά. Όμως, όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, μάλλον είχαμε λάβει τις επιθυμίες μας για πραγματικότητα, προσδοκώντας μια σχετικά γρήγορη και ευτυχή υπέρβαση της κρίσης που άνοιξε το 2009. Δυστυχώς όλες οι αμαρτίες που είχε συσσωρεύσει η μεταπολίτευση ήταν τόσο μεγάλες και πήγαιναν τόσο βαθειά στην ελληνική κοινωνία –έχοντας αλλοιώσει όχι μόνο τις άρχουσες ελίτ αλλά και το ίδιο το λαϊκό σώμα–, ώστε μια σύντομη ευθανασία απεδείχθη ευσεβής μας πόθος και το πασοκικό παρελθόν δυστυχώς παραμένει απελπιστικά παρόν, όπως καταδείχθηκε στους δύο μήνες εξουσίας της καινούργιας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ-πρώην ΠΑΣΟΚ.
Κι όμως, είχαμε τονίσει αναρίθμητες φορές πως οι αρχές του 2015 ήταν η χειρότερη στιγμή για να προκληθεί η ανατροπή των μνημονιακών κομμάτων, διότι η άνοδος στην εξουσία υπ’ αυτές τις συνθήκες θα υποχρέωνε είτε σε ολοκληρωτική καταστροφή είτε σε ταπεινωτική ήττα και σε «κάψιμο» των αντιμνημονιακών αιτημάτων. Είχαμε επαναλάβει πολλές φορές στους Συριζαίους και τους Ανεξαρτήτους Έλληνες πως, μετά από μερικούς μήνες, θα είχαμε, με τον έναν ή άλλο τρόπο, βγει από το μνημόνιο, η Ισπανία με τους Ποδέμος θα είχε περάσει σε πρώτο πλάνο, η ποσοτική χαλάρωση θα είχε υποσκάψει τη γερμανική πρωτοκαθεδρία και θα είχαν γίνει και εκλογές στη Βρετανία. Άρα θα έπρεπε να διεκδικήσουν την εκλογή προέδρου της αρεσκείας τους και να οδηγηθούμε στις εκλογές το Φθινόπωρο του 2015. Το δε επιχείρημα που προέβαλλαν για να δικαιολογήσουν αυτή την επιτάχυνση ήταν πως, αν αφήσουμε να περάσουν και άλλα μνημονιακά μέτρα, «καταστραφήκαμε»! Και στην πράξη συνέβη το ακριβώς αντίθετο: και πολλά μνημονιακά μέτρα είναι υποχρεωμένοι να καταπιούν και κινδυνεύουμε να καταστραφούμε κυριολεκτικά. Αντίθετα από το Φθινόπωρο του 2015, μια ελληνική αντιμνημονιακή κυβέρνηση, διαθέτοντας συμμαχίες και έχοντας ξεπεράσει τον Ρουβικώνα των δόσεων προς τους δανειστές μέχρι το καλοκαίρι του 2015, θα μπορούσε να αμφισβητήσει ανοικτά και αξιόπιστα το χρέος και να ανατρέψει πολλά από τα «τετελεσμένα» των μνημονίων.
Αντ’ αυτού, όμως οι κυβερνητικοί, μεθυσμένοι –κυριολεκτικώς– από το απείκασμα της εξουσίας, προχώρησαν σε σύγκρουση εκ παρατάξεως με τη γερμανική Ευρώπη, χωρίς να είναι στοιχειωδώς έτοιμοι, ούτε οι ίδιοι ούτε ο ελληνικός λαός για κάτι τέτοιο. Έτσι όμως το μόνο που πέτυχαν ήταν να κάψουν –για πολύ καιρό τουλάχιστον– και το αίτημα του κουρέματος του χρέους και πολλά από τα υπόλοιπα αντιμνημονιακά αιτήματα όπως κάψανε εν μέρει και τους… Ποδέμος και το Σιν Φέιν, εμφανιζόμενοι ως οι φορείς της αλλαγής σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Και το χειρότερο είναι ότι έτσι άνοιξαν το δρόμο για την αποδοχή του μνημονίου και από την πλειοψηφία των μέχρι πρότινος αντιμνημονιακών Ελλήνων! Διότι αν και μια «αντιμνημονιακή κυβέρνηση κάνει τα ίδια με τους μνημονιακούς, θα περάσει η αντίληψη πως εν τέλει κάθε αντίσταση ήταν μία φενάκη.
Κι όμως όλοι γνωρίζουμε πως ο αδύνατος, για να κερδίσει το δίκιο του, και να μην εγκαταλείψει τα αιτήματά του, πρέπει να έχει ως στρατηγική του μέθοδο τον ανταρτοπόλεμο. Αυτόν εφάρμοζε ο Κολοκοτρώνης ενάντια στους Οθωμανούς και ο Βελουχιώτης ενάντια στον… πατέρα του Σόιμπλε.

Τα όρια της τακτικής

Και είναι λογικό να πέσεις σε αδιέξοδο, όταν τρέφεις ευρωπαϊστικές αυταπάτες, όταν δεν διαθέτεις μια συγκροτημένη και κατάλληλη για τις σημερινές συνθήκες εθνοκεντρική στρατηγική, αλλά φαντάζεσαι πως αποτελείς ένα προκεχωρημένο φυλάκιο της (Δυτικής) «Ευρώπης των λαών», στην ίδια ιδεολογική γραμμή με τον Σημίτη και τον ΓΑΠ – χωρίς μάλιστα να έχεις τον χρόνο, και τα χρήματα, της σταδιακής προσαρμογής που διέθετε ο Ανδρέας το 1981. Θα πρέπει, εδώ και τώρα, στηριγμένος σε ένα πρώην, τουλάχιστον, εθνομηδενιστικό, ευρωκεντρικό και «ευρωλιγούρικο» κόμμα, να κάνεις μια πολιτική σύγκρουσης –μακράς διάρκειας και πνοής– με τους Ευρωπαίους, ενώ δεν μπορείς να ρισκάρεις, για γεωπολιτικούς λόγους, την έξοδο από τον «λάκκο των λεόντων», διότι καραδοκεί ο διπλανός τίγρης!
Πώς θα το πετύχεις, στηριγμένος αποκλειστικά στους Αμερικανούς, τους Ρώσους (που βρίσκονται σε σύγκρουση με τους προηγούμενους), τους Ισραηλινούς, χωρίς να έχεις ένα λαό σε εγρήγορση; Πώς θα ανατρέψεις τις πραγματικότητες της δημογραφικής κατάρρευσης και της παραγωγικής παρασιτοποίησης; Πώς θα αντιμετωπιστεί το μεταναστευτικό, όταν η υπουργός σου, μέχρι προχθές, υποστήριζε τα ανοικτά σύνορα και ο ΣΥΡΙΖΑ παθαινόταν για την πολυπολιτισμική κοινωνία, χωρίς να έχει καμία συνείδηση πως για την Ελλάδα η μετανάστευση δεν είναι μόνο κοινωνικό πρόβλημα σε συνθήκες υψηλής ανεργίας αλλά και ζήτημα επιβίωσης για μια συρρικνούμενη χώρα των συνόρων; Πώς θα εγκαινιάσεις μια πολιτική ανανέωση, τέτοια που επιθυμεί διακαώς ο ελληνικός λαός, όταν, για να τηρηθούν οι ισορροπίες, εκλέγεται ως πρόεδρος της δημοκρατίας ένας Παυλόπουλος ενώ παλιοί φθαρμένοι πολιτικοί αλά Πιτσιόρλα ή Λούκα Κατσέλη στελεχώνουν τις ανώτατες κρατικές θέσεις;
Όλα αυτά συμβαίνουν διότι η πολιτική της ηγετικής ομάδας παράγεται όχι ως στρατηγική επιλογή αλλά κάτω από τη σιδερένια φτέρνα της ανάγκης, με ατελείωτες δολιχοδρομίες, οι οποίες όμως αποκαλύπτουν ένα βαθύτατο στρατηγικό έλλειμμα. Και επειδή το έξυπνο πουλί πιάνεται με τα τέσσερα, ο «μάγος της τακτικής», Τσίπρας, κινδυνεύει να πιαστεί στο ίδιο το παιγνίδι του τακτικισμού. Διότι δεν μπορείς, μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, να υποκαταστήσεις την ελλείπουσα στρατηγική με τακτικούς ελιγμούς και μόνο.

 

Το πρόβλημα είμαστε εμείς

Π άντως, το γεγονός ότι ο ελληνικός λαός πραγματοποίησε αυτή την επιλογή, παρότι αντιλαμβανόταν τα αδιέξοδα –γι’ αυτό εξάλλου και δεν επιθυμούσε επίσπευση των εκλογών με αφορμή την εκλογή Προέδρου–, αποδεικνύει το κενό στο οποίο βρισκόμαστε, ότι δηλαδή δεν διέθετε κάποια άλλη αξιόπιστη επιλογή. Αλλά η έλλειψη αξιόπιστων εναλλακτικών λύσεων αποδεικνύει πως εν τέλει το πρόβλημα βρίσκεται και στο ίδιο το λαϊκό σώμα.
Το πρόβλημα, «υποκριτή αναγνώστη μου, όμοιέ μου, αδελφέ μου», είμαστε εν τέλει εμείς. Δηλαδή το συλλογικό μας σώμα, οι Έλληνες, που για πέντε χρόνια δεν κατορθώσαμε να αναδείξουμε κάτι αυθεντικά καινούργιο και συνεχίζουμε να ανακυκλώνουμε τα παλιά φθαρμένα υλικά της Μεταπολίτευσης.
Διότι και ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί έναν «δεινόσαυρο» της Μεταπολίτευσης και όχι κάτι καινούργιο. Μια ομοσπονδία αριστερών και αριστεριστών που έχουν διανύσει ολόκληρη την Μεταπολίτευση –ιδιαίτερα την περίοδο μετά το 1981– ως παράγοντές της, είτε μέσα σε κυβερνητικά κόμματα, όπως το πλήθος των πασοκικής προελεύσεως στελεχών, είτε στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους –Πανεπιστήμια, ΜΜΕ, κατεστημένη διανόηση–, στη συνδικαλιστική νομενκλατούρα, κ.λπ. Τι πιο συμβολικό από την εκλογή ενός καθαρά συστημικού –και παρεμπιπτόντως σημιτικού– διανοούμενου όπως ο Τσουκαλάς; Απλώς το νεαρό της ηλικίας του αρχηγού αποκρύπτει και καμουφλάρει τη βαθειά και γερασμένη Μεταπολίτευση που κρύβει μέσα του το κόμμα.
Αντίθετα, για παράδειγμα στην Ιταλία, αναδείχθηκε ένα «αντιπολιτικό κόμμα» όπως εκείνο του Μπέπε Γκρίλο, ενώ στην Ισπανία, από τις πλατείες των αγανακτισμένων, αναδείχτηκε ένα νέο πολιτικό κίνημα που υπερκέρασε την παλιά Αριστερά, και δεν εκφράστηκε μέσα από αυτή, όπως συνέβη στην Ελλάδα. Πώς εξάλλου θα μπορούσε να γίνει κάτι άλλο, όταν, στην Ελλάδα, ηγέτης των αγανακτισμένων θέλησε να είναι ο υπερήλικας Μίκης ή ο σταλινικής κοπής Καζάκης, αντί του Πάμπλο Ιγγλέσιας των Ποδέμος;
Κάτι λοιπόν συμβαίνει με εμάς. Γιατί άραγε, το μεγαλύτερο μέρος των ενεργών πολιτικά νέων, όλη αυτή την περίοδο, να βρίσκεται στο πιο γερασμένο κόμμα, στο ΚΚΕ, ή στους νεαντερντάλειους της Χρυσής Αυγής; Κάτι συμβαίνει με μια κοινωνία που δεν είχε να προσφέρει στη νεολαία της τίποτε άλλο από την απόλυτη ιστορική αμνησία και την προσδοκία ενός παρασιτικού εξευρωπαϊσμού, με αποτέλεσμα ένα κομμάτι της αρπάζεται από «ένα κάποιο όραμα», όποιο και αν είναι αυτό;

Η παρακμή

Κ αι δυστυχώς αυτό που συμβαίνει είναι ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα αποφασιστικό σταυροδρόμι, παρόμοιας σημασίας, τηρουμένων των αναλογιών, με εκείνο του 1453. Και αυτό δεν αφορά μόνο το τρέχον, εδώ και πέντε χρόνια, αδιέξοδο, αλλά ολόκληρη την ιστορική περίοδο που διανύουμε. Ο ελληνισμός βιώνει μια βαθύτατη παρακμή, η οποία συντονίζεται και συμβαδίζει με τη γενικότερη παρακμή του δυτικού κόσμου, αλλά και αποτελεί ένα αυτόνομο, ιδιαίτερο φαινόμενο. Ο δυτικός κόσμος βιώνει την κρίση της παγκόσμιας ηγεμονίας του, μετά από οκτώ αιώνες επέκτασης, ενώ ο ελληνικός κόσμος απειλείται με ιστορική έκλειψη, ως συλλογικό υποκείμενο, μετά από οκτώ ή εννέα αιώνες συρρίκνωσης. Απλώς, η «συνάντηση» ή η σύμπτωση των δύο κρίσεων, στον βαθμό μάλιστα που η Ελλάδα έχει ενταχθεί –κουτσά-στραβά– στη Δύση ως παρασιτική της απόφυση, επιτείνει και πολλαπλασιάζει εκθετικά τους κινδύνους που μας απειλούν. Στην περιοχή των «συνόρων», όπως είναι η ευρύτερη περιοχή του ελληνικού, μεσανατολικού και ανατολικο-ευρωπαϊκού χώρου, η κρίση προσλαμβάνει χαρακτήρα σύγκρουσης των τεκτονικών πλακών Ανατολής και Δύσης και μας απειλεί με κυριολεκτική καταβύθιση.
Μετά την πρώτη περίοδο της ευωχίας και των διαψευσμένων ελπίδων, που ακολούθησαν την κατάρρευση της δικτατορίας και την ανάδυση της μεταπολίτευσης, οδηγηθήκαμε σταδιακώς σε μια αυξανόμενη συνείδηση της παρακμής: Δύο σημαδιακά βιβλία εξέφρασαν αυτή τη νέα πραγματικότητα, το Πεθαίνω σαν χώρα του Δημήτρη Δημητριάδη και το Finis Greciae του Χρήστου Γιανναρά. Η εσωτερική δυναμική και τα υπολείμματα ικμάδας του ελληνισμού, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και τον Εμφύλιο, που είχαν δώσει αρχικώς τη γενιά του ’30 και, σε μια τελευταία έκφανση, τη γενιά του ’60, εξαντλήθηκαν σε ένα τοπίο, όπου η επιστροφή της οθωμανικής απειλής, μετά την εισβολή στην Κύπρο, διασκεδαζόταν και επικαλυπτόταν από την προσφυγή στην αγκαλιά της Ευρώπης και των ευρωπαϊκών κονδυλίων: το αποτέλεσμα ήταν αρχικώς ο βαθύτατος –και μήπως τελεσίδικος;– εκφυλισμός των αρχουσών ελίτ της πολιτικής, της διανόησης και της οικονομίας.
Μέσα σε ένα τέτοιο ζοφερό τοπίο, οι Έλληνες επέλεξαν την αυτοκτονία μέσα στην «ευρωστία της σαρκός», τους Ολυμπιακούς Αγώνες και τα Γιούρο, τα ταξίδια στις Μαλβίδες και τα ψώνια στο Σίτυ του Λονδίνου. Στο μεταξύ, η παραγωγή, όση είχε απομείνει, εγκαταλείφθηκε στα χέρια των «φθηνών» μεταναστών, που υποστήριζαν αυτή τη συλλογική αυταπάτη της ευημερίας. Το ιδεολογικό της περιτύλιγμα ήταν βέβαια ο πολυπολιτισμός, η καταδίκη του «εθνικισμού», ο άκρατος ευρωπαϊσμός και το μίσος για την ταυτότητα, που έφτασε στο απόγειό του με τους «συνωστισμούς» στο Ζάλογγο και τη Σμύρνη.
Τα μόνα ρεύματα αντίστασης, μετά την προδοσία των ελίτ, υπήρξαν εκείνα που αναζητούσαν ένα κάποιο σημείο στήριξης στο κλέος των προγόνων. Στην αρχαιότητα, στους Λεωνίδες και τους Αλέξανδρους, ή στον ορθοδοξία και τον «ένδοξό μας βυζαντινισμό». Ωστόσο, ακριβώς γιατί δεν επιτύγχαναν την απάντηση στις σύγχρονες προκλήσεις ενός κόσμου σε ταχύτατη μετάλλαξη, κατέστη αδύνατο να απαντήσουν αποτελεσματικά στην παρακμή που πλημμύριζε από όλα τα αζιμούθια τον χώρο, γεωπολιτικό και φαντασιακό, των Ελλήνων. Η αρχαιολατρία, από τον Καστοριάδη, θα εκφυλιστεί στην ουφολογία και το ρατσιστικό αδιέξοδο της Χ.Α. και η ορθοδοξία, βαθύ αντιστασιακό υπόστρωμα του σύγχρονου ελληνισμού, θα κατακερματιστεί, με τη συμβολή του Πατριαρχείου, και θα ενσωματωθεί εν πολλοίς στο ρεύμα του εκσυγχρονισμού. Η αντίσταση υπήρξε πραγματική –και σε αυτή είμαστε υποχρεωμένοι να πατήσουμε– αλλά ταυτόχρονα υπονομευμένη και ανεπαρκής.
Έτσι, όταν το 2008-2009 άρχισε η μεγάλη οικονομική και γεωπολιτική κρίση, οι Έλληνες βρέθηκαν εξαιρετικά ασθενείς, αν όχι γυμνοί, για να μπορέσουν να την αντιμετωπίσουν. Στον βαθμό, μάλιστα, που η κρίση του ελληνικού κόσμου εμφανίστηκε κατ’ εξοχήν ως κρίση οικονομική, έχοντας αλλοτριωθεί βαθύτατα από τη στρατηγική του «άρτος και θεάματα» της όψιμης εκσυγχρονιστικής μεταπολίτευσης, από τη δεκαετία του ’90 και μετά, είδαν με τη σειρά τους ως αποκλειστική θεραπεία της κρίσης μια οικονομική επιστροφή στην προτέρα κατάσταση.
Δεν είχαν συνειδητοποιήσει πως η κρίση ήταν, πριν απ’ όλα, μια συνολική παρακμή του ελληνικού τρόπου και άρα προπαντός μία κρίση πνευματική και πολιτισμική. Τυφλωμένοι –ακόμα και οι λαϊκές τάξεις ή και όσοι αντιστέκονταν στην επιβολή της νέας τάξης πραγμάτων–, έμεναν αιχμάλωτοι αυτής της κυριολεκτικά οικονομίστικης λογικής. Η αντιμετώπιση της κρίσης θα πραγματοποιηθεί στο πεδίο που εκδηλώθηκε! Και επειδή σε αυτό ακριβώς το πεδίο δεν ήταν δυνατή μια άμεση αποτελεσματική αντίσταση, οδηγηθήκαμε από ήττα σε ήττα, από υποχώρηση σε υποχώρηση, στην καταστροφή του κινήματος των αγανακτισμένων και στην αυτοπαγίδευση σε δύο αντίπαλα μπλοκ, ο πυρήνας του προβληματισμού των οποίων παραμένει ταυτόσημος: «ποιός είναι ο καλύτερος οικονομικά τρόπος για να επιστρέψουμε στην προτέρα κατάσταση;» Η πρώτη, η λογική των κυβερνώντων, των μνημονιακών, ήταν να προσαρμοστούμε αγόγγυστα στη λογική των αγορών και των ισχυρών της Ευρώπης, ενώ το δεύτερο στρατόπεδο, των αγανακτισμένων, των αντιμνημονιακών, πρότεινε μια μυθική και μυθολογική έξοδο από την κρίση, είτε με την προσφυγή στο κλέος των προγόνων, δηλαδή… στη δραχμή –με πεντάστερες δραχμές να ίπτανται ως αγγελούδια στο στερέωμα– είτε με μια φαντασιακή ριζική εξαφάνιση του χρέους, είτε –στις ακρότατες και χειρότερες εκδοχές της– με απάτες τύπου Σώρρα.

Μια καθολική επανάσταση…

Ε τσι η Ελλάδα, στη δεκαετία του 2000, και ακόμα περισσότερο σε εκείνη του 2010, βρίσκεται κυριολεκτικά περικυκλωμένη από μια γερμανική Ευρώπη, στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και από τη νεο-οθωμανική Τουρκία, στα ανατολικά της, ενώ οι πιθανές «συμμαχίες» της, ή έστω συμπλεύσεις της, με την ορθόδοξη ανατολική Ευρώπη, τη Σερβία, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και προπαντός τη Ρωσία, βαίνουν αποδυναμούμενες και οι μόνες, ισχνές, «συμμαχίες» ή έστω συγκλίσεις, αφορούν τη μακρινή Κίνα, το Ισραήλ και την Αίγυπτο.
Αν σε όλα αυτά προστεθούν τα στοιχεία αποδυνάμωσης της εσωτερικής δυναμικής του ελληνισμού, με τη δημογραφική παρακμή, την οικονομική απίσχναση και τη πολιτισμική αποδυνάμωση, τότε μπορούμε να συλλάβουμε στο σύνολό της την εικόνα και την πραγματικότητα της κρίσης που απειλεί την Ελλάδα από όλα τα σημεία του ορίζοντα. Αυτή η παρακμή θα απαιτούσε από τους πολιτικούς και την κυβέρνησή μας μια οξυμμένη συνείδηση των προβλημάτων για να επιχειρήσει την υπέρβασή τους και όχι να πλέει σε ένα πέλαγος παχυλής άγνοιας, μέσα σε βαρουφάκειες ονειρώξεις.
Τονίσαμε ήδη πως όλα αυτά απαιτούν και προϋποθέτουν μια συγκεκριμένη τακτική και στρατηγική την οποία χαρακτηρίσαμε στρατηγική του ανταρτοπολέμου. Οι Έλληνες και ο ελληνισμός δεν είναι έτοιμοι για μια μετωπική αντιπαράθεση με τους αντιπάλους μας. Δεν μπορούμε, επί παραδείγματι, εδώ και τώρα, να αποχωρήσουμε από την ευρωζώνη ή να ανατρέψουμε σε μια νύχτα τα τετελεσμένα που έχει δημιουργήσει ο τουρκικός επεκτατισμός στην Κύπρο και το Αιγαίο, δεν μπορούμε με ένα μαγικό ραβδί να μεταλλάξουμε μια παρασιτική οικονομία σε παραγωγική. Δεν μπορούμε να αντικαταστήσουμε τους ελλείποντες Έλληνες της δημογραφικής μας κατάρρευσης με Αφγανούς μετανάστες ή… μηχανικά ρομπότ. Πρέπει να πραγματοποιήσουμε μια κυριολεκτική επανάσταση, τη μεγαλύτερη ίσως που γνώρισε ο ελληνικός κόσμος, αν θέλουμε να συνεχίσουμε να υπάρχουμε ως αυτόνομο συλλογικό υποκείμενο.
Η αντιμετώπιση της παρακμής απαιτεί ένα κυριολεκτικό πρόγραμμα εθνικής σωτηρίας, που έχει ως αφετηρία της μια μεγάλη ιδεολογική επανάσταση, την οποία αποκαλέσαμε συνοπτικά, και ίσως περιοριστικά, «εκσυγχρονισμό της παράδοσης», δηλαδή, όχι επιστροφή στο κλέος των αρχαίων ή στον ησυχασμό του Γρηγόριου Παλαμά, αλλά στήριξη σε αυτές τις παραδόσεις για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε τον σύγχρονο κόσμο και να οικοδομήσουμε, επιτέλους, μια δική μας ελληνική νεωτερικότητα. Παράλληλα, θα πρέπει να αντισταθούμε με σθένος στα τεκτονικά κύματα που απειλούν, από Ανατολή και Δύση, την ίδια μας την εθνική υπόσταση και να αρχίσουμε μια επίπονη πορεία για μια παραγωγική ανασυγκρότηση, στηριγμένη στην ιδιοπροσωπία της χώρας και της οικονομίας μας. Και, προφανώς, να παρέμβουμε αποφασιστικά στο πεδίο της δημογραφικής κατάρρευσης και απίσχνασης του ελληνισμού.

Ύβρις και κάθαρση

Κ αι έτσι νάμαστε μπροστά σε μια νέα μεγάλη κρίση – γυμνοί, φοβισμένοι και αβέβαιοι για το αύριο, να κρεμόμαστε από τα λόγια του Ντράγκι ή της Μέρκελ, βαφτίζοντας «ελπίδα» ένα κόμμα που δεν προσφέρει κάποιο όραμα για τον Ελληνισμό στον 21ο αιώνα, και χωρίς κανένα, κυριολεκτικά κανένα, πολιτικό σχήμα που να μπορεί να εκφράσει τον καημό της ρωμιοσύνης, τον καημό των περισσότερων ανθρώπων αυτής της χώρας. «Έβγαλε βρώμα η ιστορία ότι ξωφλήσαμε» λοιπόν;
Θέλουμε να πιστεύουμε πως όχι, γιατί αυτά που γράφουμε εδώ τα πιστεύουν οι περισσότεροι Έλληνες, άσχετα και πέρα από το τι ψηφίζουν. Οι πολλοί ξέρουν πως έχουμε δίκιο, γνωρίζουν ακόμα και τη δικιά τους ανημπόρια και φθορά. Γνωρίζουν στα μύχιά τους πως απλώς εκπνέει με ένα τελευταίο ταρατατζούμ ένα φθαρμένο σύστημα, και πως εν τέλει θα υποχρεωθούμε να πετάξουμε, σαν το δέρμα του φιδιού, τον ίδιο τον παλιό πασοκικό-μεταπολιτευτικό εαυτό μας.
Μέσα στην οχλοβοή των γεγονότων που έρχονται, θα περάσουμε σε μια νέα φάση – επί τέλους. Το 1989-92 ελπίσαμε, θελήσαμε να θέσουμε ένα τέλος στη Μεταπολίτευση, με όρους σχετικά ευνοϊκούς ακόμα για την Ελλάδα. Δεν το μπορέσαμε, γιατί άλλα μεγάλα ιστορικά γεγονότα, πλανητικών διαστάσεων, αποφάσισαν για μας και για τα είκοσι περίπου χρόνια που ακολούθησαν βιώσαμε, μέχρι το 2009, την παρακμή, μέσα στην αποθέωσή της, τον παρασιτικό εκσυγχρονισμό. Το 2010, έχοντας συνειδητοποιήσει πως τελείωνε μια ιστορική εποχή, ελπίσαμε στη σύντομη υπέρβαση, περιορίζοντας το μέγεθος της καταστροφής.
Ωστόσο όχι, πρέπει να πιούμε το ποτήρι μέχρι το τέλος, πρέπει να εξαντλήσουμε μέχρι το τέλος τη ρητορική, τη λογική και τους ανθρώπους της Μεταπολίτευσης, για να μπορέσουμε να δούμε και πάλι φως. Το καινούργιο θα βγει μέσα από την εξάντληση, οριστική, αμετάκλητη, καθολική, του παλιού μας εαυτού, ενός εαυτού που ενδύεται τις θλιβερές ή απατηλές φιγούρες των κορυβαντιούντων μηδενικών που ισχυρίζονται πως μας εκπροσωπούν. Και επειδή όλα τα παλιά κουπιά είναι σπασμένα ή σάπια, θα χρειαστούμε καινούργια.

Για την τακτική μας

Σ το μεταξύ βέβαια, η χώρα βρίσκεται μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα και δυστυχώς δεν αρκεί πλέον η κατάδειξη των ευθυνών της παρούσας κυβέρνησης, αλλά είμαστε υποχρεωμένοι να παρέμβουμε και να κινηθούμε με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποφύγουμε τα χειρότερα. Επειδή βρισκόμαστε σε πόλεμο με τη Γερμανία, είμαστε υποχρεωμένοι να αντιμετωπίσουμε τη γερμανική επίθεση με τις λιγότερες δυνατές απώλειες για τη χώρα.
Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Η Γερμανία επιθυμεί από την αρχή της κρίσης τη συντριβή της Ελλάδας και τη μεταβολή της είτε σε αποικία χρέους εντός της ευρωζώνης, είτε την έξωσή της από αυτή, όπως υπογραμμίζουμε ήδη από το 2010 – χωρίς δυστυχώς να μας πιστεύουν (από αφελή ευρωπαϊσμό) αυτοί που σήμερα κυβερνούν και τα βρίσκουν μπροστά τους, γι αυτό εξ άλλου και με τόση ελαφρότητα βάδιζαν προς την εξουσία.
Απέναντι σε αυτή τη γερμανική πολιτική, εκτός από το ζήτημα των αποζημιώσεων και του δανείου, έχουμε ένα ισχυρό όπλο, τη γεωπολιτική μας θέση. Και πρέπει και μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε με τον καλύτερο τρόπο. Εξάλλου, εκεί βρίσκεται η αχίλλειος πτέρνα των Γερμανών. Η Γερμανία είναι οικονομικός κολοσσός αλλά γεωπολιτικός νάνος, σε αντίθεση με εμάς που βρισκόμαστε στο ναδίρ της οικονομικής αξιοπιστίας αλλά αποτελούμε, λόγω θέσεως και συγκυρίας, έναν υπολογίσιμο γεωπολιτικό παράγοντα. Οι κινήσεις προς τη Ρωσία, την Κίνα, ή ίσως και προς κάποιες αραβικές χώρες, για διασφάλιση εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης, πρέπει να γίνουν πιο έντονες και συντονισμένες. Μόνο με την απειλή μιας αλλαγής, ή έστω αποσταθεροποίησης των γεωπολιτικών σταθερών της χώρας, μπορούμε να βελτιώσουμε κάπως τη θέση μας.
Μπορεί η κυβέρνηση να πιέσει τους Αμερικανούς και αυτοί με τη σειρά τους να πιέσουν τους Γερμανούς – και ήδη κάτι τέτοιο συμβαίνει. Μπορεί να πιέσει τους Γάλλους, τους λοιπούς Ευρωπαίους και τον Γιούνκερ, που προφανώς δεν συμμερίζονται τη γερμανική στρατηγική, ώστε να χαλαρώσουν την ασφυκτική τους πίεση στην Ελλάδα. Μπορεί ακόμα και να τους οδηγήσει να προσφέρουν κάποιες σταγόνες ρευστότητας στη χώρα, παρά το γερμανικό nein, αν κατορθώσουμε να διασφαλίσουμε έστω και την υποψία μιας χρηματοδότησης από πηγές εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παρά λοιπόν τις ευρωπαϊστικές ιδεοληψίες του ΣΥΡΙΖΑ, το μόνο ισχυρό όπλο που διαθέτουμε, για να μείνουμε στην «Ευρώπη», βρίσκεται εκτός… Ευρώπης, στη σχέση μας με τις δυνάμεις έξω από αυτή, την Αμερική, την Κίνα, τη Ρωσία, τη Μέση Ανατολή!
Για να διεξάγεις όμως έναν τέτοιο «πόλεμο», εκτός από τη σοβαρότητα που απαιτείται και ως προς την οποία πρέπει να διορθωθεί άμεσα η κυβέρνηση και από παρέα να γίνει όντως κυβέρνηση, απαιτείται και κάτι άλλο αποφασιστικό. Η διασφάλιση της μέγιστης εθνικής ενότητας. Και αυτό έχει δύο βασικές παραμέτρους. Πρώτον, μια πλατειά κοινωνική συμμαχία που θα εκμεταλλευτεί το momentum της ισχυρής λαϊκής στήριξης ενώ, άμεσα και μεσοπρόθεσμα, αποφασιστικής σημασίας για την αλλαγή της ρότας της χώρας είναι το ζήτημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης, της ενίσχυσης της μικρομεσαίας παραγωγής, βιοτεχνικής και αγροτικής, και της δημιουργίας νέων δομών, συνεταιριστικού, αλληλέγγυου χαρακτήρα. Μόνο η οικονομική αυτοδυναμία της χώρας θα μπορούσε να μας επιτρέψει μεσοπρόθεσμα την αντιμετώπιση οποιασδήποτε πρόκλησης ή ακόμα και της πιθανής διάλυσης του ευρώ, ακόμα και την έξοδό από αυτό. Για να μπορούμε να κάνουμε οποιαδήποτε κίνηση στο πεδίο του νομίσματος, που την θεωρούν εύκολη οι καναπεδάτοι δραχμοευαγγελιστές, χρειάζεται να κάνουμε πράγματα δύσκολα και επίμοχθα, στο πεδίο της παραγωγής.
Όμως για να γίνει κάτι τέτοιο απαιτείται και ένα δεύτερο στοιχείο, ένα ισχυρό πολιτικό μέτωπο. Και αυτό σημαίνει πολύ σύντομα ενίσχυση της επικοινωνίας με τη λαϊκή δεξιά, πέραν των ΑΝΕΛ, που δεν πρέπει να αφεθεί στα χέρια της Χρυσής Αυγής. Διαφορετικά η χώρα κινδυνεύει να πάει στα βράχια ή να εγκλωβιστεί σε μια συμμαχία της κυβέρνησης με το γερμανικό κόμμα, το κόμμα του Σημίτη, δηλαδή… το Ποτάμι, που είναι και ο στόχος της γερμανικής πολιτικής. Μια τέτοια συμμαχία θα ενεργοποιούσε και την εθνομηδενιστική/«ευρωπαιόδουλη» πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ, θα οδηγούσε σε ρήξη με τους ΑΝΕΛ, σε γιγάντωση της Χρυσής Αυγής και ολολκληρωτική και ουσιαστική αποδοχή εν τοις πράγμασι του μνημονιακού καθεστώτος.
Θα πρέπει βέβαια η κυβέρνηση, μέσα από τις αντιφάσεις της, να συνειδητοποιήσει και αυτή πως, το πρώτο της μέλημα είναι η σωτηρία της χώρας και όχι του κόμματος ή η προσωπική επιβίωση των μελών της. Η ιστορία θα τους κρίνει για τις επιλογές τους. Εξάλλου, αν οδηγήσουν τη χώρα σε καταστροφή, ούτε το κόμμα θα επιβιώσει, ούτε ατομικά θα διασωθούν. Στην πραγματικότητα, η επιλογή αυτή είναι μονόδρομος. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος παρά το συμφέρον της πατρίδας και του λαού: Salus populi suprema lex esto. Αφού μπήκαν σε αυτόν τον χορό και ανέλαβαν την εξουσία, αυτό και μόνο είναι υποχρεωμένοι να πράξουν.

 

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek