του Δημήτρη Μάρτου από το Άρδην τ. 94, Αύγουστος-Οκτώβριος 2013

Ομιλία στην 9η Πανελλαδική Συνάντηση Κίνησης Πολιτών Άρδην στον Βελβενδό Δ . Μακεδονίας – 27-31 Αυγούστου.

Σ ’ αυτήν τη συνεύρεση, της κοινωνίας και του τοπίου του Βελεβενδού με τον κόσμο του Άρδην, εν μέσω μάλιστα της πολύπλευρης κρίσης που μαστίζει την ελληνική κοινωνία, προφανώς αναδεικνύονται ενθαρρυντικές οσμώσεις και διαπιστώσεις. Θα απαριθμήσω μερικές:

α) Από αυτή την κρίση δεν θα βγούμε με διαχειριστικές πολιτικές μέσω του κράτους, ούτε περιμένοντας κάποιο θαύμα από ξένους επενδυτές, ούτε με θησαυροθηρικές αναζητήσεις, με την ανακάλυψη δηλαδή κάποιου νέου ενεργειακού πόρου (πετρέλαιο, αέριο) ή χρυσού.

β) Ο πρώτος πόρος αυτής της χώρας είναι οι άνθρωποί της και η εργασία τους και, ότι, για να βγούμε από την κρίση, πρέπει να αναδιοργανώσουμε τις ανθρώπινες δυνάμεις, την εργατική δύναμη και τις γνώσεις μας.

γ) Πρέπει να στρέψουμε το βλέμμα μας από το χρεοκοπημένο αθηνοκεντρικό, παρασιτικό και καιροσκοπικό μοντέλο ανάπτυξης, σε ένα μοντέλο που θα ξεκινάει από σταθερές αναπτυξιακές αξίες και αυτές βρίσκονται πρωτίστως στην αγροτικότητα και την τοπικότητα.

δ) Σε συνεκτικές/αντιπροσωπευτικές τοπικότητες, όπως ο Βελβενδός, βρίσκονται οι δυνάμεις εξόδου από την κρίση και όχι στους επιστρατευμένους υμνητές μοντέλων τύπου «Ολυμπιάδας», που όξυναν το χρέος και τα ελλείμματα, που παρήγαγαν «αδρανή κελύφη», προσδοκώντας να προσελκύσουν την παγκόσμια άρχουσα τάξη, αυτή των γκόλντεν μπόις, και τελικά προσέλκυσαν τους κατατρεγμένους όλου του κόσμου.

ε) Δεν μπορούμε να βγούμε από την κρίση με τέτοια πληθυσμιακή κατανομή. Δεν μπορούμε να έχουμε δημοκρατία και ανάπτυξη σε μια χώρα που το μισό του πληθυσμού της είναι συγκεντρωμένο στο 3% της έκτασής της.

στ) Δεν μπορεί σε μια χώρα, που το βασικό συγκριτικό πλεονέκτημά της είναι η ποιότητα των αγροτικών προϊόντων, η ονομασία προέλευσης και η έννοια του τοπίου, να έχουν υποτιμηθεί τόσο πολύ αυτά, σε μια περίοδο μάλιστα που δόθηκαν από τα κοινοτικά ταμεία, στο διάστημα 1981-2010, 180 δισ. ευρώ. Όλα τα διαρθρωτικά προβλήματα του αγροτικού τομέα επιδεινώθηκαν. Αυτός έγινε ελλειμματικός, ενώ πριν από την ένταξη στην ΕΟΚ ήταν πλεονασματικός.
ζ) Το εθνικό μας αίνιγμα «πού πήγαν τα λεφτά» δεν έχει λυθεί ακόμη.

Θα αναφερθώ σε μερικά χαρακτηριστικά του αναπτυξιακού μας μοντέλου που είναι εκτός της ατζέντας των υπαρκτών κομμάτων και εκτός των τηλεοπτικών τους συζητήσεων.

Ιστορικά, οι γεωπολιτικές στοχεύσεις των ισχυρών δυτικών κρατών κινητοποιούν και οργανώνουν, μέσω μιας εγχώριας πολιτικής τάξης και διανόησης, μια εθνοποιητική αναπτυξιακή διαδικασία, με το βλέμμα στραμμένο στην Αθήνα. Το βασικό κεφάλαιο εκκίνησης γίνεται το έδαφος-νόημα της Αττικής, που πηγάζει από τον συμβολισμό της στη δυτική κουλτούρα. Είναι η οικονομική και πολιτική αξιοποίηση του αρχαιοελληνικού ιδεώδους. Στην πραγματικότητα, το έδαφος-νόημα της Αττικής λειτουργεί όλα αυτά τα χρόνια ως υπερτιμημένη διαφορική γαιοπρόσοδος, σε σχέση με τον υπόλοιπο εθνικό χώρο, γιατί σ’ αυτήν συναρθρώνονται οι μηχανισμοί εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους, δηλαδή το πλέγμα των οικονομικών, πολιτικών και ιδεολογικών παραμέτρων της δυτικοευρωπαϊκής ηγεμονίας. Και πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι το «δημόσιο χρέος» είναι η μαμή του ελληνικού κράτους, ότι πρώτα δημιουργήθηκε το χρέος και μετά το κράτος, για να μπορέσει αυτό να καταλογισθεί και να εξυπηρετηθεί. Στα πλαίσια όμως των αντιφάσεων της παγκοσμιοποίησης μπορεί τέτοια σημασία να αποκτήσουν και άλλα εδάφη στην Ελλάδα, ανακαλώντας την κεντρικότητά τους με μια ηγεμονική και όχι ιεραρχική πρόσληψη που είχε επιβάλει ο αθηναϊσμός. Και αυτό γιατί ο βασικότερος συντελεστής παραγωγής αναδεικνύεται το έδαφος ως τόπος (=έδαφος με νόημα) και όχι το εργοστάσιο ή το χρήμα. Η προηγούμενη εποχή διακατεχόταν από τη ρητορεία της υπέρβασης της έννοιας του τόπου, ενώ οι δυναμικές αντιφάσεις της παγκοσμιοποίησης έχουν αναδείξει το ενδιαφέρον για την έννοια και τα χαρακτηριστικά του. Παρατηρείται, δηλαδή, μια αυξημένη προσπάθεια εκλογίκευσης των ιδιαίτερων σχέσεων μεταξύ επενδύσεων και τόπου.

Η ανταλλαγή σε παγκόσμιο επίπεδο διευκολύνεται από τον δυναμισμό των μικρών πόλεων και τόπων σε σχέση με τη γραφειοκρατική και έμμεση δράση των εθνικών συνόλων, που εκφράζονται και έχουν οργανωθεί γύρω από τις παραδοσιακές εθνικές πρωτεύουσες. Με άλλα λόγια, η παγκοσμιοποίηση μπορεί να ροκανίζει την έννοια των κρατών-εθνών, αφού το παιχνίδι γίνεται σε επίπεδο κυρίαρχων της ταχύτητας και όχι της επικράτειας, ταυτόχρονα όμως παράγει και την άρνησή της, αφού διευκολύνει τις μικρές τοπικές κοινωνίες, οι οποίες είχαν πέσει σε λήθαργο τα χρόνια της κυρίαρχης πόλης-πρωτεύουσας, και όπου σε αυτές πλέον το παιχνίδι μετατίθεται στη διάσταση του χώρου και, κατά συνέπεια, επανέρχονται οι πολιτισμικές διαστάσεις της αναπαραγωγής τους. Σήμερα, οι νέες τεχνολογίες και ιδιαίτερα το διαδίκτυο, απελευθερώνουν τις τοπικές κοινωνίες από τους περιορισμούς της κεντρικής εξουσίας. Τους δίνεται η δυνατότητα να συνάπτουν απευθείας εμπορικές και πολιτιστικές ανταλλαγές, να έχουν ανοικτή ανταπόκριση με εκτός συνόρων πόλεις ή επιχειρήσεις και να διαμορφώνουν την παγκόσμια εικόνα τους μέσω του διαδικτύου. Η μορφολογία ανάδυσης των τόπων μοιάζει με αυτήν της περιόδου της αναγέννησης του ελληνισμού (1750-1820). Το φαινόμενο των δικτύων του Βαλκάνιου ορθόδοξου εμπόρου με τις πόλεις-πρακτορεία ή πόλεις-δίκτυα αποτελεί τη σημαντικότερη ίσως εθνικοποιητική εμπειρία.

Το μικρό χωρικά μέγεθος ενισχύεται και από μια άλλη παράμετρο, που έχει τροποποιήσει θεμελιακά την κλασική πολιτική οικονομία: το περιβαλλοντικό κόστος. Η ένταξη της «φύσης» και των υπηρεσιών της στην αγορά και τους επιχειρηματικούς ισολογισμούς μεταβάλλει τη σύνθεση του κεφαλαίου, κεφαλαιοποιεί την βιόσφαιρα και βάζει όρια στην λογική της αέναης μεγέθυνσης. Η χωροθέτηση με βάση τις πληθυσμιακές πυκνότητες δεν είναι πλέον ισχυρό κριτήριο. Το ευπρόσιτο και όχι το συμφορημένο καθορίζει την χωροταξία. Γιατί, η χωροθέτηση με βάση την παλαιά πολιτική οικονομία -έλξη του μεγάλου πληθυσμιακά κέντρου- μπορεί να αυξάνει το κέρδος του επιχειρηματία, επιβαρύνει όμως την εθνική οικονομία, διότι μια επένδυση μπορεί να λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής συμφόρησης και μόλυνσης, ως η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι, επομένως να πολλαπλασιάσει εντυπωσιακά τα κόστη της αναπλήρωσης των περιβαλλοντικών καταστροφών και να μειώσει την αξία των παραγόμενων προϊόντων. Έτσι, η τοπικότητα, και ως αναδίπλωση της παλαιάς ουτοπίας «το μικρό είναι όμορφο» και ως έκφραση της περιβαλλοντικής συνείδησης και ως εργαλείο του διαδικτύου, επενδύεται με υπερβατικές δυνάμεις, θέτει στην υπηρεσία του περιβάλλοντος, της νέας αισθητικής και της εθνικής χειραφέτησης, τις δικές της ιστορικές ικανότητες και ειδικότητες.
Η τάση που αναδύεται και στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι να συμπεριληφθεί στις έννοιες της κοινωνικής αλληλεγγύης και της προστασίας του ατόμου και η έννοια της εδαφικής συνοχής, δηλαδή της προστασίας των τοπικών οντοτήτων. Στην Ελλάδα δεν βρίσκει έδαφος εξαιτίας των παγιωμένων αθηνοκεντρικών οπτικών. Ο Βελβενδός είναι θύμα της έλλειψης μιας πολιτικής εδαφικής συνοχής. Τα τοπικά/περιφερειακά δικαιώματα ποτέ δεν αναδείχθηκαν σε μέρος των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων. Ο τόπος δεν έγινε ποτέ μια συνιστώσα των δικαιωμάτων, όπως το άτομο και το κράτος-έθνος, παρ’ όλο που εδώ υπάρχει ισχυρή παράδοση και υλικό, από την εποχή του Ρήγα, των Ελλήνων διαφωτιστών και των επαναστατικών εθνοσυνελεύσεων.

Στην Ελλάδα ισχύει η στρατηγική που συμπυκνώνεται στη φράση: «Η προώθηση του διεθνούς ρόλου της Αθήνας σε μείζονα στόχο του προγραμματισμού τόσο σε επίπεδο Αθήνας/Αττικής, όσο και εθνικό, θα οδηγήσει σε διάχυση πολλαπλασιαστικών επιπτώσεων στην υπόλοιπη επικράτεια» (Από μελέτη χρηματοδοτούμενη από το ΟΡΣΠΠΑ – ΥΠΕΧΩΔΕ με τίτλο: Ο διεθνής ρόλος της Αθήνας 2001:145) Η άποψη αυτή εγκλωβίζει ακόμη μια φορά τον εθνικό χώρο και χρόνο στην ιδέα της εξ αντανακλάσεως ανάπτυξης της περιφέρειας, βασιζόμενη στη δυναμική που συγκεντρώθηκε στην Αττική λόγω ενός ιστορικού καιροσκοπισμού του αθηναϊκού συγκροτήματος εξουσίας. Παραβλέπει, δηλαδή, τον τρόπο που διαμορφώθηκαν ιστορικά τα λεγόμενα συγκριτικά πλεονεκτήματα του εδάφους της Αττικής. Ότι η εμπορευματική της αξία δεν αναδύθηκε λόγω κάποιων πραγματικών πλεονεκτημάτων, αλλά λόγω τόσο της ιδιαίτερης αντιμετώπισης που απολάμβανε στα πλαίσια του οριενταλισμού της Δύσης, όσο και μιας αποδέσμευσης των υποχρεώσεών της από τις ανταγωνιστικές επιδόσεις, σε συνδυασμό με την εμπόδιση των τόπων και των περιφερειών να συμμετάσχουν με τις δικές τους ιδιαιτερότητες και ιστορικούς συμβολισμούς στην εθνική ανταγωνιστικότητα.

Στην πραγματικότητα, ίσχυε ένα προνομιακό καθεστώς όσον αφορά τον ισοσκελισμό των εσόδων και εξόδων. Ενώ αυτά ισοσκελίζονταν σε επίπεδο επαρχίας ή νομού, η Αττική τα ισοσκέλιζε επί του συνόλου της επικράτειας. Με νόμο, από το 1839, αντιμετωπιζόταν σαν μια συνεχώς χρεωμένη επαρχία, η οποία κάλυπτε τα χρέη της από τα έσοδα των άλλων επαρχιών. Η προνομιακή μεταχείριση του ισολογισμού της πρωτεύουσας εξασφαλιζόταν με διάφορα τεχνάσματα, που συγκαλύπτονταν ανάμεσα στον σύνθετο χαρακτήρα του ισολογισμού δημοσίων λογαριασμών και τις σκόπιμες συσκοτίσεις των προβλημάτων από τους λογιστές του κράτους. Παράδειγμα αποτελεί η λειτουργία του Γραφείου Συμψηφισμών, μετά το 1960. Η μεταφορά των δημοσίων οικονομικών στον ισολογισμό της πρωτεύουσας διευκόλυνε την κάλυψη της ανισορροπίας των δημοσίων εισπράξεων και δαπανών υπέρ των πολιτικοοικονομικών ελίτ της Αθήνας. Σήμερα χρησιμοποιούνται διάφορες τεχνικές ανακατανομής των οικονομικών πόρων, όπως η μεταφορά από έργα που προγραμματίστηκαν στην περιφέρεια και αδυνατούν να υλοποιηθούν σ’ αυτήν (κανόνας ν+2), όπως επίσης οι εγγραφές για προμήθεια καταναλωτικών αγαθών στους προϋπολογισμούς των περιφερειών που επιστρέφουν στην Αθήνα με τη μορφή παραγγελιών σε αθηναϊκές επιχειρήσεις, καθώς και η συγκέντρωση πόρων μέσω του τραπεζικού δικτύου ή της κερδοσκοπίας στα ακίνητα.

Μια πιο νομιμοφανής προνομιακή μεταχείριση της Αθήνας γίνεται μέσω της κατανομής των δημόσιων πόρων στα διοικητικά επίπεδα. Έτσι, από το 1999 έως το 2010, οι φορείς της τοπικής διοίκησης (δήμοι, νομαρχίες, περιφέρειες) έπαιρναν το 8-10% των πόρων, ενώ η κεντρική διοίκηση (υπουργεία) το 90-92%. Η μεγάλη αυτή ανισοκατανομή, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι κατανομές της κεντρικής διοίκησης στηρίζονταν περισσότερο στις προθέσεις της κυβέρνησης (πελατειακές σχέσεις) παρά σε αυστηρούς νόμους, διευκόλυνε τις αθηναϊκές πολιτικοοικονομικές ελίτ/συντεχνίες να ελέγξουν τη ροή των οικονομικών πόρων προς όφελός τους.

Οι αναπτυξιακές επιλογές στην Ελλάδα συναρτώνταν πάντοτε με αδυναμίες της Αθήνας όσον αφορά την προσπελασιμότητα στο κέντρο της, την πτώση των αξιών της γης/ακινήτων, την κακή φήμη λόγω της ρύπανσης, του κυκλοφοριακού ή των μεταναστών· συναρτώνταν, δηλαδή, με αδυναμίες ξεπεράσιμες. Οι τόποι και οι περιφέρειες συναρτώνταν, απεναντίας, με αδυναμίες δημογραφικές, φυσικές και μορφολογικές (απομόνωση νησιών, δυσπρόσιτοι οικισμοί) και επομένως αξεπέραστες ή πολυδάπανες.

Η μητροπολιτοποίηση/γιγαντισμός θεωρήθηκε μέτρο ανάπτυξης, ενώ η αγροτικότητα, η νησιωτικότητα και, κυρίως, η ορεινότητα θεωρήθηκαν αναπτυξιακά βαρίδια και κακοτυχία. Οι χώρες που χρησιμοποιήθηκαν ως πρότυπα αστικοποίησης όπως Γαλλία, Αγγλία και Γερμανία, απέκτησαν ισχυρά μητροπολιτικά κέντρα λόγω της ισχυρής ενδοχώρας και της διεθνούς ισχύος τους. πράγματα που δεν διαθέτει η Ελλάδα. Σε χώρες με πιο προσιτό στην Ελλάδα δημογραφικό και γεωμορφολογικό επίπεδο, όπως η Ολλανδία και η Αυστρία, η οικονομική τους ευρωστία στηρίχθηκε, στη μεν πρώτη, σε μια αποκεντρωμένη/πολυκεντρική αστικοποίηση, χωρίς εμμονές σε ισχυρούς αστικούς πόλους, στη δε δεύτερη σε μια διάχυση της αστικότητας μέσα στην αγροτικότητα/ ορεινότητα.

Η διακήρυξη του πρώην πρωθυπουργού, Λουκά Παπαδήμου, «Ξανασκέψου την Αθήνα. Προτεραιότητα η διάσωση του κέντρου της Αθήνας», αποτελεί ουσιαστικά την αναδιατύπωση μιας αναπτυξιακής οπτικής που βλέπει ότι ο μόνος αποτελεσματικός μηχανισμός κινητοποίησης της οικονομίας και έλξης των επενδύσεων είναι η διεθνοποίηση του εδάφους της Αττικής. Εντός αυτής της οπτικής είναι πολύ πιθανή η εκτροπή της ροής εθνικών και ευρωπαϊκών πόρων, όπως π.χ. του ΕΣΠΑ, όπως έγινε με το Γ΄ ΚΠΣ επί Ολυμπιάδας, από την ανασυγκρότηση του παραγωγικού ιστού της χώρας σε κερδοσκοπικές ευκαιρίες με άξονα τα κτήρια και τα οικόπεδα της Αττικής. Γιατί, σε συνδυασμό με την αξιολόγηση του παλαιού αεροδρομίου ως του σημαντικότερου ευρωπαϊκού «φιλέτου» και το πάγιο ενδιαφέρον των αστικοποιητικών μηχανισμών για τα Μεσόγεια, φαίνεται ότι στο τρίγωνο Κέντρο Αθήνας-Αεροδρόμιο Ελληνικού-Μεσόγεια επικεντρώνεται η δημιουργία μεγάλων επενδυτικών καταστάσεων.

Η εμμονή σε μια στρατηγική «ανασυγκρότησης της οικονομίας», μέσω των συγκριτικών πλεονεκτημάτων του εδάφους της Αττικής, σκοντάφτει στην αδύναμη ενδοχώρα. Και η αδύναμη ενδοχώρα δεν προκύπτει ιστορικά από την εγγενή καχεξία και τον κατακερματισμό των κοινοτήτων, θεωρία πάνω στην οποία οικοδομήθηκαν οι διοικητικές μεταρρυθμίσεις του «Καποδίστρια» και του «Καλλικράτη», αλλά από τον υπερσυγκεντρωτισμό στο έδαφος της Αττικής. Ο Βελβενδός είναι παράδειγμα διάψευσης της θεωρίας των διοικητικών μεταρρυθμίσεων
Γνωρίζουμε ότι το μοντέλο της «διεθνοποίησης του εδάφους της Αττικής» τραυμάτισε την ύπαιθρο, αφού αυτή εκλήφθηκε ως μια περιαστική ζώνη της Αθήνας, ένας χώρος κατάκτησης, περιήγησης και επέκτασης των επιθυμιών των πολιτικο-οικονομικών της ελίτ. Μέσω χωροταξικών παραδοξολογιών, όπως η εκτός σχεδίου δόμηση, μετατράπηκε το έδαφος της χώρας σε οικόπεδα ευκαιρίας και αποθήκη οχλουσών δραστηριοτήτων. Βρίσκουν μια παραλία και λένε, εκεί θα γίνει αυτό, παραβλέποντας τη δυναμική και τις δραστηριότητες που έχει αναπτύξει η τοπική κοινωνία. Λειτουργούν με μια αίσθηση ηγεμονισμού (περίπτωση Σαγιάδας στην Ήπειρο, ή οι επεκτάσεις του ενεργειακού μετώπου στη Δυτική Μακεδονία, που γίνονται χωρίς τη συμμετοχή των τοπικών φορέων).

Η ένταξη της Δυτικής Μακεδονίας στο εθνικό σύστημα ως ενεργειακό κέντρο επέφερε μεν μια αύξηση στο τοπικό εισόδημα, αλλά προκάλεσε μεγάλες ζημιές στο οικολογικό σύστημα, στο έδαφος, τους υδροφόρους ορίζοντες και τον αέρα. Δεν γνωρίζουμε ακόμη αν τα κόστη της αναπλήρωσης είναι μικρότερα ή μεγαλύτερα από τα οφέλη του ενεργειακού μοντέλου. Και, κυρίως, αποδυνάμωσε άλλα παραγωγικά συστήματα και ιδιαίτερα το αγροτικό, όχι μόνο με την έννοια της μείωσης της αγροτικής έκτασης από την επέκταση του μετώπου του λιγνίτη, αλλά και με την έννοια της επιβάρυνσης του οικολογικού, πολιτισμικού και αισθητικού τοπίου, που αποτελεί συστατικό της αξίας των προϊόντων που παράγει η περιοχή.

Ένας νέος εθνικός αναπτυξιακός και χωροταξικός σχεδιασμός, για να είναι καινοτόμος, εκτός του ότι πρέπει να προάγει μια εθνική και παγκόσμια ενσωμάτωση του τοπικού, οφείλει να προάγει την ανασύσταση του αγροτικού τομέα, γιατί αυτός μπορεί να προκαλέσει ένα αναπτυξιακό, πολιτισμικό και χωροταξικό ισοδύναμο στον αθηναϊσμό, να διαμορφώσει νέες αγροτοαστικές ισορροπίες, να ανακτήσει τις αξίες, τις μυρωδιές, την αισθητική της υπαίθρου και να διαμορφώσει τις ανταγωνιστικές επιδόσεις ενός δήμου, νομού ή περιφέρειας στο εθνικό σύστημα Ελλάδα και το περιφερειακό Βαλκάνια-Μεσόγειος-Ευρώπη. Να πάμε στη μεταλιγνιτική περίοδο, στρέφοντας το βλέμμα μας στις σταθερές αξίες της αγροτικότητας· να την πάρουμε σαν πλαίσιο ορθού προσανατολισμού. Ο Βελβενδός είναι ένα τέτοιος τόπος ορθού προσανατολισμού.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek