της Παρασκευής Κοψιδά-Βρεττού* από το Άρδην τ. 94, Αύγουστος-Οκτώβριος 2013

Ζ ούμε εξελικτικά τη χρυσή εποχή της «θεσμικής τοκογλυφίας». Όχι μόνο στη χώρα μας –μοντέλο άσκησης μιας λαίμαργης τοκογλυφικής στρατηγικής– αλλά ευρύτερα, τόσο στον ευρωπαϊκό χώρο όσο και γενικότερα, στα πλαίσια της «υποκουλτούρας» της παγκοσμιοποιημένης χρηματοπιστωτικής οικονομίας.

Ο όρος τοκογλυφία -ποινικοποιημένο έγκλημα για την άσκησή του από τον απλό πολίτη- εγκαθίσταται ως θεσμός στο πανίσχυρο «ιδιωτικό κράτος» των αγορών σήμερα. Δεν είναι πρόθεσή μας να αναπτύξουμε το πώς και τα γιατί αυτής της πρωτόγνωρης εμπειρίας των οικονομικών κοινωνιών, ούτε να διακινδυνεύσουμε προβλέψεις. Άλλωστε, ούτε καν οι επαγγελματίες οικονομολόγοι και οι οικονομικοί αναλυτές είναι πια σε θέση να τεκμηριώσουν προβλέψεις σε ένα τόσο ευμετάβολο και ασύδοτο στην κερδοσκοπική λογική μετακινούμενο αντιπαραγωγικά χρηματιστηριακό κεφάλαιο. Εκείνο που, προς το παρόν, σχολιάζουμε κριτικά, είναι οι επώδυνες και δραματικά προϊούσες παρενέργειές του στην κοινωνική ζωή, στην υγεία, στην εκπαίδευση, στην επιβίωση των πολλών. Είναι η κυριαρχία ενός α-πολιτικού υποπολιτισμού, του οποίου η επιβίωση στηρίζεται στο κέρδος αθέατων οντοτήτων, κατάσταση που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το πολιτικό πρόταγμα της επιβίωσης των κοινωνιών –του κοινωνικού, με την αριστοτελική σημασία, ανθρώπου.

Η έννοια του άλογου και υπερβολικού κέρδους, από τις πρώτες διατυπώσεις της στα κλασικά κείμενα, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την έννοια της ηθικής και της πολιτικής ηθικής. Κακοήθης εκτροπή της κερδοφορίας ο έντοκος δανεισμός, ήδη από την εποχή του Αριστοτέλη χαρακτηρίζεται παρασιτική δραστηριότητα, γιατί ένα στείρο αγαθό –το χρήμα– χρησιμοποιείται για την απόκτηση υπέρμετρου κέρδους. Στη μεσαιωνική, ωστόσο, κοινωνία και κάτω από το πρίσμα της θεολογικής της θεώρησης, η κερδοφορία συνδέεται απόλυτα με την ενοχή. Η στιγματιστική ταυτότητα του τοκογλύφου, που ασκεί μια τόσο κακόφημη δραστηριότητα, τον κατατάσσει στους παρίες της κοινωνικής ζωής, ενώ το αμάρτημά του είναι από τα θανάσιμα αμαρτήματα. Οι εκκλησιαστικές σύνοδοι της Λυών και της Βιέννης, τον 13ο και 14ο αιώνα αντίστοιχα, αποφαίνονται ότι ο τοκογλύφος είναι ένας παρίας της κοινωνίας, ο οποίος δεν μπορούσε να βρει σπίτι να νοικιάσει, καθώς ο ιδιοκτήτης του σπιτιού που θα του παρείχε στέγη αντιμετώπιζε την ποινή του αφορισμού. Δεν μπορούσε επίσης να μετέχει στην εξομολόγηση, στη χριστιανική ταφή, ενώ η διαθήκη του κηρυσσόταν άκυρη. Ακόμα και η απλή υπεράσπιση της τοκογλυφίας μπορούσε να εκληφθεί και να τιμωρηθεί ως αίρεση. Και γνωρίζουμε από τη μεσαιωνική ιστορία της Ευρώπης ποια ήταν η τύχη των αιρετικών…

Στη μεσαιωνική ωστόσο κοινωνία –σε αντίθεση με το ασύνορο, σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο οικονομικό ιμπέριουμ– τα οικονομικά ζητήματα έπαιζαν δευτερεύοντα ρόλο, αλλά η κυρίαρχη αρχή τους ήταν θρησκευτική, όπως άλλωστε και κάθε πτυχής της ζωής. Επομένως, η Καθολική Εκκλησία κατείχε την ανώτατη εξουσία στην οικονομική ζωή και προσδιόριζε τα θρησκευτικά-ηθικά όρια αυτής της δραστηριότητας. «Δύο ήταν οι βασικές αρχές που έμελλε να σημαδέψουν την κοινωνική σκέψη του 16ου και του 17ου αιώνα», θα γράψει ο Άγγλος οικονομικός ιστορικός Ρίτσαρντ Χένρι Τόουνι (1880-1962): «Η πρώτη ήταν ότι τα οικονομικά συμφέροντα έρχονται σε δεύτερη μοίρα έναντι του πραγματικού σκοπού της ζωής, που είναι η σωτηρία. Η δεύτερη ήταν ότι η οικονομική συμπεριφορά συνιστά μια πτυχή της συμπεριφοράς του ατόμου, επί της οποίας, όπως και επί όλων των άλλων, ισχύουν δεσμευτικά οι κανόνες της ηθικής. Τα υλικά πλούτη είναι αναγκαία, καθώς χωρίς αυτά οι άνθρωποι δεν μπορούν να αυτοσυντηρηθούν και να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον… Όμως τα οικονομικά κίνητρα είναι ύποπτα. Επειδή αποτελούν πολύ ισχυρές ορέξεις, οι άνθρωποι τα φοβούνται, αλλά δεν είναι τόσο φαύλοι που να τα επιδοκιμάζουν. Πίστευαν ότι, όπως όλα τα ισχυρά πάθη, αυτό που χρειάζονται δεν είναι να τους παραχωρηθεί ελευθερία δράσης, αλλά η καταστολή τους…» Στην επαγγελματική κατηγορία των «αμαρτωλών» της μεσαιωνικής κοινωνίας ανήκουν οι έμποροι, τους οποίους η Εκκλησία χαρακτηρίζει με την εξής αποφθεγματική φράση: «Homo mercator vix aut numquam Deo placere potest» (Μετά δυσκολίας ή και ποτέ ο έμπορος δεν μπορεί να φανεί αρεστός στον Θεό). Πόσο μάλλον η απόκλιση προς τον τοκογλύφο! Μέσα στο θρησκευτικό περιβάλλον της μεσαιωνικής κοινωνίας και το δέος προς τον Θεό, η Εκκλησία προσπαθεί να δημιουργήσει τους δικούς της κοινωνικούς μηχανισμούς άμυνας απέναντι στην αισχροκερδή άσκηση της εμπορικής και τοκογλυφικής δραστηριότητας, συντονίζοντας την έννοια της θρησκευτικής με την κοσμική ηθική. Θα πρέπει να υπογραμμίσουμε την επονείδιστη παρουσία και δράση των τοκογλύφων και της εκβιαστικής αισχροκέρδειας σε όλη τη διάρκεια του ευρωπαϊκού μεσαίωνα και μάλιστα σε περιόδους επισιτιστικών κρίσεων, τότε που οι άνθρωποι πέθαιναν μαζικά από την πείνα και ο τοκογλυφικός δανεισμός για την αγορά ψωμιού έφτανε το 40, 50 και 60%. Γι’ αυτό, ένα μέσον άμυνας που προώθησε η Εκκλησία ήταν η θέσπιση της «δίκαιης τιμής», το να πωλείται δηλαδή ένα προϊόν στην τιμή της πραγματικής του αξίας. «Είναι απόλυτη αμαρτία η απάτη που αποσκοπεί στην πώληση ενός πράγματος σε τιμή υψηλότερη από τη δίκαιη τιμή του. Ο άνθρωπος που τη διαπράττει εξαπατά και ζημιώνει τον πλησίον του», έγραψε ο Θωμάς ο Ακινάτης. Ο φόβος της εσχατολογικής ποινής και της απώλειας της σωτηρίας φαίνεται να επηρεάζει σε ένα βαθμό τη συνείδηση του μεσαιωνικού ανθρώπου.

Στο καταπληκτικό βιβλίο του Το πουγκί και η ζωή (Κέδρος, 2003), ο Ζακ Λε Γκοφφ, από τους κυριότερους εκπροσώπους της Νέας Ιστορίας, θα αξιοποιήσει πρωτότυπες και περιθωριακές πηγές –τη λογοτεχνία, τα κηρύγματα, τους θρύλους και τις παραδόσεις, τις τελετουργίες και τις απεικονίσεις– προκειμένου να φωτίσει την αμαρτωλή προσωπογραφία του μεσαιωνικού τοκογλύφου (και, κατ’ επέκταση, να δώσει την ιστορικότητα και την ανθρωπολογία των μεσαιωνικών νοοτροπιών). Ποιος όμως είναι ο αμαρτωλός του Μεσαίωνα και πώς η αμαρτία –βιωμένη εμπειρία του μεσαιωνικού λαϊκού ανθρώπου– θα τον οδηγήσει σε κάθαρση;

Από τα επαγγέλματα που ο ύστερος Μεσαίωνας είχε καταγγείλει ως αμαρτωλά –απαγορευμένα στους κληρικούς, συχνά και στους λαϊκούς– ήταν: Πανδοχείς, χασάπηδες, ζογκλέρ, θεατρίνοι, μάγοι, αλχημιστές, γιατροί, χειρουργοί, στρατιώτες, πόρνες, προαγωγοί, συμβολαιογράφοι, έμποροι· αλλά και: βυρσοδέψες, υφαντές, σαμαράδες, βαφείς, ζαχαροπλάστες, τσαγκάρηδες, κουρείς, κηπουροί, ζωγράφοι, ψαράδες, δικαστικοί, αξιωματούχοι, αγροφύλακες, τελώνες, αργυραμοιβοί, ραφτάδες, μυλωνάδες, αρωματοποιοί, έμποροι εντοσθίων.

Πρωταγωνιστής ανάμεσά τους –σε οριακή κατάσταση αμαρτίας– είναι ο τοκογλύφος, ακραία μορφή εμπόρου, ο οποίος, ωστόσο, αφού δεν έχει να διαθέσει στην αγορά κανένα προϊόν, τότε τι ακριβώς εμπορεύεται; «Οι τοκογλύφοι είναι κλέφτες, γιατί πωλούν το χρόνο που δεν τους ανήκει· η πώληση όμως ενός ξένου αγαθού, ενάντια στη θέληση του κατόχου του, είναι κλοπή» (Tabula exemplorum). Ο χρόνος, όμως, δεν είναι το οποιοδήποτε υλικό προϊόν. Πρόκειται για ένα πεδίο που ανήκει στο Θεό μονοπωλιακά και που η δραστηριότητα του τοκογλύφου βλάσφημα υποκλέπτει. Σε κάποιο από τα λεγόμενα «exempla», τις σύντομες αφηγήσεις, παραβολικού χαρακτήρα, που σκοπό έχουν να κάμουν, με διάφορα ρητορικά αφηγηματικά σχήματα, εναργέστερη τη φύση της αμαρτίας και της ποινής, αναφέρεται ένα παράδειγμα από τον Στέφανο της Βουρβώνης:

«Άκουσα να μιλούν για έναν βαριά άρρωστο τοκογλύφο, που δεν ήθελε να επιστρέψει τίποτε, αλλά έδωσε, ωστόσο, εντολή, να μοιράσουν στους φτωχούς το περιεχόμενο του γεμάτου σιτοβολώνα του. Όταν οι υπηρέτες επιχείρησαν να μαζέψουν το σιτάρι, το βρήκαν να έχει μεταμορφωθεί σε φίδια. Μαθαίνοντάς το, ο μετανιωμένος τοκογλύφος επέστρεψε τα πάντα και παράγγειλε να ρίξουν το πτώμα του γυμνό ανάμεσα στα φίδια για να το κατασπαράξουν τα επίγεια φίδια, προκειμένου να μη συμβεί αυτό στην ψυχή του στο υπερπέραν. Όπως και έγινε. Τα φίδια κατασπάραξαν το σώμα του και δεν άφησαν επί τόπου παρά ξασπρισμένα οστά. Ορισμένοι προσθέτουν ότι, όταν ολοκλήρωσαν το έργο τους, τα φίδια εξαφανίστηκαν και δεν έμειναν παρά τα γυμνά και άσπρα οστά κάτω από το φως».

Η «γέννηση του Καθαρτηρίου», λοιπόν, δεν είναι παρά η προσπάθεια του αμαρτωλού ανθρώπου να οδηγηθεί με πράξεις που αντιστρέφουν την αμαρτία του και συνιστούν πράξεις και έργα κοινωνικής ευποιίας, ώστε να κερδίσει τον Παράδεισο. Έτσι μαθαίνουμε ότι, συχνά, ολόκληρες κωμοπόλεις δήλωναν μετάνοια για την άδική άσκηση τοκογλυφίας και πλήρωναν μεγάλες αποζημιώσεις ώστε να συγχωρεθούν οι αμαρτίες τους. Ο έμπορος Γκαντούφλ Λε Γκραντ, και πολλοί άλλοι έμποροι, έδιναν εντολή, λίγο πριν ξεψυχήσουν, να αποζημιώσουν τους ανθρώπους που υπήρξαν δικά τους θύματα εκμετάλλευσης. Άλλοι, στην επιθανάτια κλίνη, τροποποιούσαν τις διαθήκες τους και άφηναν παραγγελία στους επιγόνους τους να μη βαδίσουν στ’ αχνάρια τους. Και, άλλοτε, έκαναν μεγάλες φιλανθρωπίες ώστε να επανορθώσουν τις τοκογλυφικές και εμπορικές τους αμαρτίες.

Από τη θεώρηση λοιπόν της ιστορίας του ευρωπαϊκού μεσαίωνα, και γενικότερα, η τοκογλυφία συνιστά μια ενοχική –με θρησκευτικά κριτήρια– δραστηριότητα, μια επιθετική, αήθη, αντικοινωνική, με κοινωνικά και πολιτικά κριτήρια, δραστηριότητα. Ποτέ και πουθενά δεν επιβλήθηκε ως θεσμός οικονομικός, νομιμοποιημένος και ενταγμένος στη φυσική ροή και στις συμπεριφορές των οικονομικών φαινομένων. Για πρώτη φορά στην ιστορία των οικονομικών κοινωνιών παρακολουθούμε σήμερα την αρπακτικότητα ως οικονομικό νόμο, τον χυδαίο έντοκο δανεισμό ως θεμιτή, επιστημονικά μετρήσιμη, οικονομική πράξη, τη συμμόρφωση προς την τοκογλυφική αρπακτικότητα ως εθνική και ατομική «ευϋποληψία», την αντίσταση ή την κριτική ως πράξη αναξιόπιστη και κατακριτέα για τις ηθικές λογικές των παγκόσμιων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Τοκογλυφία ίσον ηθική στο ανώνυμο περιβάλλον της παγκόσμιας οικονομικής σκηνής! Οι δράστες ευυπόληπτοι, τα θύματα αναξιοπρεπή, αναξιόπιστα, διαπομπευμένα στις λίστες των ανεπιθύμητων, των κακών παραδειγμάτων. Κακά παραδείγματα για κάθε επόμενο θύμα, που με μαθηματική ακρίβεια ακολουθεί, καταγραμμένο επιλεκτικά σε λίστες ευφυών σχεδιασμών. Έγκλημα και ποινή έχουν ταυτιστεί, με την πλευρά των θυμάτων φυσικά και τα δύο.

(Κάπου κάπου ακούγεται ένας μεμονωμένος «φυγάς», φιλεύσπλαχνος, αλληλέγγυος λόγος, του οποίου οι παρακλητικοί τόνοι κάποτε προσθέτουν στη βιωμένη αναξιοπρέπεια των θυμάτων. Σαν αυτόν του ιστορικού Ζακ Λε Γκοφφ για τη χώρα μας: «Τώρα, έστω κι αν είναι προφανές ότι οι Έλληνες πολιτικάντηδες διαχειρίστηκαν τα δημόσια οικονομικά με αξιοθρήνητο τρόπο, και το έκαναν σε πείσμα των κανόνων που προσδιορίστηκαν από κοινού με τις άλλες χώρες και τους οποίους αυτές εφαρμόζουν, το να τιμωρούνται με τέτοια βαναυσότητα μου φαίνεται υπερβολικό και αντιπαραγωγικό».

«Η Ελλάδα και κυρίως οι Έλληνες είναι άξιοι της αλληλεγγύης των άλλων ευρωπαϊκών χωρών», εκτιμά ο Λε Γκοφφ, ο οποίος δηλώνει «σίγουρος πως, μόλις οι Έλληνες βγουν από την κρίση που τους ταλαιπωρεί, θα ανταποδώσουν με γενναιοδωρία και ευγνωμοσύνη ό,τι μπορέσουμε να κάνουμε για να μην πέσουν στον πάτο του πηγαδιού…»
Πώς μπορούμε, λοιπόν, να διασύρουμε εποχές και τους αμυντικούς ηθικούς κώδικές τους; Πώς μπορούμε αποτροπιαστικά να μιλάμε για τον σκοτεινό, τον καταπιεστικό, τον θρησκόληπτο, τον εκμεταλλευτικό Μεσαίωνα! Μα ο Μεσαίωνας κατασκεύασε τουλάχιστον μια πελώρια αποκλειστική κόλαση για την κερδοφορία και τους τοκογλύφους. Με τους όρους και τα αιτήματα μιας κοσμικής ηθικής, ποια μπορεί να είναι η θεσμική κόλαση; Μια παγκοσμιοποιημένη ενεργός δικαιοσύνη και ηθική (οικονομική και πολιτική), αντίδοτο στην παγκοσμιοποιημένη ανήθικη οικονομική κερδοφορία. Αρκεί η πολιτική να ξαναβρεί το πρωταρχικό της περιεχόμενο, την πρωτογενή χαμένη της αξιοπρέπεια και αξιοπιστία.

Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού
Διδάκτωρ Κοινωνικής Λαογραφίας
Πανεπιστημίου Αθηνών

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek