του Φαρούκ Σοουντχάρυ, από το Άρδην τ. 93, Μάιος-Ιούλιος 2013

Σ την Τουρκία, κάποιες ελίτ, με ιδεολογικό υπόβαθρο τύπου αδελφών μουσουλμάνων, προσπαθούν να επιβάλουν την ιδεολογία τους σε ολόκληρο τον πληθυσμό. Υπάρχει επίσης και μια ατμόσφαιρα φόβου. Ακόμα είναι φρέσκια η μνήμη της δολοφονίας ποιητών, συγγραφέων, διανοουμένων, εργατών: τριάντα πέντε σε ένα μόνο περιστατικό, στο ξενοδοχείο Μαντιμάκ, στις 2 Ιουλίου 1993. Και βέβαια, ακόμα πιο φρέσκια είναι η μνήμη του Χραντ Ντινκ, του δημοσιογράφου που δολοφονήθηκε στις 19 Ιανουαρίου 2007.

Ο Ερντογάν στρέφεται συχνά εναντίον των ΜΜΕ και οι δημοσιογράφοι καταδιώκονται επανειλημμένα. Στην περίοδο των διαδηλώσεων στο Γκεζί και την Ταξίμ τραυματίστηκαν πάνω από 100 δημοσιογράφοι. Τα κατεστημένα ΜΜΕ βρίσκονται κάτω από τον ολοκληρωτικό έλεγχο της κυβέρνησης, η οποία περιορίζει την ελευθερία της έκφρασης. Ο Ερντογάν, τώρα, σχεδιάζει να περάσει στην προεδρία, έπειτα από μια συνταγματική τροποποίηση που θα του επιτρέψει να συγκεντρώσει ακόμα περισσότερες εξουσίες στα χέρια του.

Οι επιχειρηματίες και οι συντηρητικοί φιλελεύθεροι, μια ομάδα η οποία κερδίζει χρήματα μέσα από εύκολες συμφωνίες και αντιτίθεται στις επεμβάσεις του στρατού, υποστήριξε τον Ερντογάν όταν αυτός ανέβηκε στην εξουσία, το 2002. Ο Τούρκος ηγέτης, η πορεία του οποίου καθορίστηκε από το ΔΝΤ, […] επιστρέφει στις ρίζες του – σε μια φατριαστική, συντηρητική ιδεολογία της ισχύος.

Αλλά η ανθρωπότητα και το περιβάλλον δεν αποδέχονται τις ιδεολογίες της ισχύος καθώς αυτές δεν αποδέχονται τον «άλλο» – καμία άλλη τάξη, ταξικό συμφέρον, πρόταγμα, φυλή, κανέναν. Είναι μόνο αλαζονεία, μια φασιστική, ναζιστική αντίληψη. Ένας Τούρκος δημοσιογράφος είπε: «Αυτή είναι η Τουρκία όπου, ολοένα και περισσότερο, φαίνεται ότι στο προσκήνιο περνούν οι πιο πρωτόγονοι».

Η απαγόρευση στις αεροσυνοδούς των Τουρκικών Αερογραμμών να φορούν κόκκινο κραγιόν και οι προσπάθεια να τις ντύσουν με πιο σεμνές στολές αποτελούν κινήσεις τακτικής που σκοπό έχουν να αποσπάσουν τη δημόσια προσοχή από τα πιεστικά προβλήματα της κοινωνίας. Ο Ερντογάν υποστηρίζει την ανάγκη να υπάρξει μια «θρησκευτική νεολαία» στην Τουρκία. Ο Μουράτ ο 4ος, από τους πιο βάναυσους Οθωμανούς Σουλτάνους, είναι ο ήρωας των σύγχρονων τουρκικών ελίτ.

Ο Μουράτ ο 4ος απαγόρευσε το αλκοόλ, το κάπνισμα και τον καφέ, ενώ ο ίδιος γύριζε τη νύχτα στους δρόμους με σκοπό να συλλάβει τους παραβάτες και να τους εκτελέσει. «Αλλά» –γράφει ο Χαλίλ Ιναλτσίκ, καθηγητής στο πανεπιστήμιο Μπιλκέντ, και ίσως ο πιο διάσημος οθωμανολόγος παγκοσμίως, με το διάσημο έργο του Η Οθωμανική Αυτοκρατορία: Οι κλασικοί χρόνοι, 1300-1600– «ο ίδιος ο Μουράτ, όπως και τόσοι άλλοι Οθωμανοί Σουλτάνοι, ήταν φανατικός πότης, ενώ οι απαγορεύσεις του απέτυχαν εντελώς». Η ιστορία μας διδάσκει: τα καφενεία και τα τεϊοποτεία ανήκουν σε εκείνους τους χώρους όπου ανταλλάσσονται ιδέες, οι άνθρωποι έρχονται σε επικοινωνία και κριτικάρουν το καθεστώς. Γι’ αυτό και η ιστορία είναι γεμάτη από κυβερνώντες που αποκήρυσσαν και έκλειναν τα καφενεία, και τα τεϊοποτεία.

Ο Ντέιβηντ Λ. Φίλιπς, διευθυντής του Προγράμματος για την Ειρήνη και τα Δικαιώματα του Ινστιτούτου Μελέτης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του πανεπιστημίου Κολούμπια, δίνει μια εικόνα της τουρκικής οικονομίας:

«Τώρα, η επιβράδυνση της οικονομίας συρρικνώνει τον πλούτο, εκεί όπου κάποτε εξελισσόταν μια κλασική πιστωτική έκρηξη. Οι οικονομικές πολιτικές του κυβερνώντος κόμματος τίθενται υπό αμφισβήτηση καθώς οδηγούν σε άνοδο του πληθωρισμού. Η διεύρυνση των ιδιωτικών χρεών θα πιέσει τα νοικοκυριά να σφίξουν τα ζωνάρια. Βέβαια, ένα στρώμα έχει επωφεληθεί από το πρόγραμμα κατασκευής δημοσίων έργων, ύψους 400 δισ.$, που περιλαμβάνει την κατασκευή τεράστιων υποδομών, όπως είναι ένα αεροδρόμιο στην Κωνσταντινούπολη, αξίας 10 δισ.$, και μια νέα γέφυρα στον Βόσπορο, αξίας 3 δισ. $. Το 2012, μόνο στην Κωνσταντινούπολη, πραγματοποιήθηκαν δημόσια έργα ύψους 4,7 δισ.$» («Γιατί οι Τούρκοι είναι τόσο θυμωμένοι», 11 Ιουνίου 2013, World Policy Institute).

Και αυτή η επιβράδυνση της οικονομίας δεν είναι καθόλου καλή για τον Ερντογάν και τους ημετέρους του. Ο Μουσταφά Σονμέζ μας παρέχει επιπλέον πληροφορίες:

Οι κατασκευές ήταν ο κλάδος που ταυτίστηκε με το καθεστώς του AKP. Οι μεγάλοι κεφαλαιοκράτες κέρδισαν πολλά από τα μεγάλα συμβόλαια που κλείστηκαν με το κράτος, υπό την αιγίδα του ΔΝΤ, στα 2001-2002, αλλά τώρα αυτή η εποχή τελείωσε.

Καθώς το AKP προσάρτησε την Υπηρεσία Οικοδομήσιμης Γης, που ελέγχει τις δημόσιες γαίες, στη Διεύθυνση Οικιστικής Ανάπτυξης της Τουρκίας (ΤΟΚΙ), η οποία βρίσκεται υπό τον άμεσο έλεγχο του πρωθυπουργού, μια εποχή πλουτισμού ξεκίνησε για τον κλάδο των κατασκευών. Η ΤΟΚΙ χρησιμοποιεί τις δημόσιες γαίες ως ένα είδος κεφαλαίου, δίχως να ξοδεύει από τον κρατικό κορβανά. Έτσι, μικροί εργολάβοι, γνωστοί για την ένθερμη υποστήριξή τους προς το AKP, μεγάλοι βιομήχανοι και χρηματοπιστωτικοί παράγοντες άρχισαν να κερδίζουν όλο και περισσότερο από τον κατασκευαστικό τομέα.

Οι αύξηση των οικοδομικών αδειών αποτυπώνει την έκρηξη που καταγράφηκε στον κλάδο. Το 2002, αντιστοιχούσαν σε 36 εκατ. τετραγωνικά μέτρα. Το 2010, αντιστοιχούσαν στα 171 εκατ. τετρ. μέτρα. Η συνολική έκταση των οικοδομών, σύμφωνα με τις άδειες που εκδόθηκαν, ξεπέρασε το 1 δισεκατομμύριο τετραγωνικά μέτρα την τελευταία δεκαετία .

Σήμερα, καθώς ο ιδιωτικός τομέας είναι υπεύθυνος για τα 2/3 του εξωτερικού χρέους της Τουρκίας, περί τα 340 δισ.$, και οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στις κατασκευές και τις μεσιτικές δραστηριότητες είναι μεταξύ των κυριότερων οφειλετών.

Με την ύφεση, η οικονομία αντιμετωπίζει ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα.

Η απόφαση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ να τερματίσει την έκδοση ομολόγων, το 2014, έχει επηρεάσει την τουρκική οικονομία (Günes Kömürcüler, “Turkish economy at high risk, but not due to Gezi protests”, HDN, 24 Ιουνίου 2013)

Υπάρχει μια διαπλοκή. Στις 22 Ιουνίου του 2013, ο οικονομολόγος του ΜΙΤ, Ντάρον Ασήμογλου, είπε: «Στην Τουρκία, είναι σχεδόν αδύνατο να αναλάβει κανείς μεγάλα κατασκευαστικά έργα αν δεν διατηρεί στενές πολιτικές σχέσεις με πολιτικούς παράγοντες» (ό.π.).

Η διατήρηση αυτού του μοντέλου της διαπλοκής απαιτεί όμως και άλλα εργαλεία στο πεδίο των ιδεών και του πολιτισμού. Ένα μέρος των κυρίαρχων ελίτ θεωρεί πως είναι αναγκαία η χρήση οπισθοδρομικών, συντηρητικών και αντιεπιστημονικών ιδεών για να ελέγξουν τις λαϊκές μάζες. Πρόκειται για μια αντίληψη που οδηγεί σε ιδεολογικές τερατογενέσεις. Σύμφωνα με το περιοδικό Science Insider και τα τουρκικά μέσα που αναπαρήγαγαν την είδηση, το Συμβούλιο Επιστημονικής και Τεχνολογικής Έρευνας της Τουρκίας (TÜBITAK) απέρριψε μια αίτηση για χρηματοδότηση ενός καλοκαιρινού σεμιναρίου ποσοτικής εξελικτικής βιολογίας, με το σκεπτικό ότι «η εξέλιξη είναι ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα». Επίσης, διέκοψε την εκτύπωση βιβλίων με θέμα την εξέλιξη. Το Συμβούλιο είχε προκαλέσει έντονες διαμαρτυρίες όταν απέσυρε μια από τις εκδόσεις του διότι είχε ως θέμα τη θεωρία του Δαρβίνου.
Επιπλέον, οι άρχουσες ελίτ, σύμφωνα με την Επιτροπή Προστασίας Δημοσιογράφων, περιορίζουν συστηματικά τις ελευθερίες του τύπου και της έκφρασης στα ΜΜΕ και στην κοινωνία των πολιτών.

O Ντέιβηντ Φίλιπς, στο άρθρο που αναφέραμε παραπάνω, παρέχει και άλλες σχετικές πληροφορίες:

Το άρθρο 8 του αντιτρομοκρατικού νόμου χρησιμοποιείται συστηματικά για την καταστολή των αντιφρονούντων, ενώ το άρθρο 301 του ποινικού κώδικα θεωρεί κολάσιμο έγκλημα την «άρνηση της τουρκικότητας». Περίπου 15.000 ιστοσελίδες μπλοκάρονται στην Τουρκία, μερικές από τις οποίες υποστηρίζουν τους Κούρδους και άλλες με ποικίλο πολιτικό περιεχόμενο. Τα δικαστήρια χρησιμοποιούνται για την εκμηδένιση των πολιτικών αντιπάλων. Από το 2007, πάνω από 500 δημοσιογράφοι και αξιωματικοί του στρατού έχουν συλληφθεί με την κατηγορία ότι σχεδίαζαν πραξικόπημα για να ρίξουν την κυβέρνηση του AKP. Πάνω από 300 άτομα κρατούνται με αυτήν την κατηγορία, αλλά δεν έχουν προσαχθεί ακόμα σε δίκη. Χιλιάδες Κούρδοι που σχετίζονται με την Ένωση των Κοινοτήτων του Κουρδιστάν δικάζονται με κατηγορίες περί τρομοκρατίας, ενώ εκατοντάδες κρατούνται σε συνθήκες απομόνωσης.

«Η Τουρκία», γράφει ο Σερκάν Ντεμιρτάς, «έχει γίνει μια χώρα όπου το κυβερνών κόμμα, που αντιπροσωπεύει το μισό εκλογικό σώμα της χώρας, στρέφει τις αστυνομικές δυνάμεις της χώρας (και τις στρατιωτικές, αν χρειαστεί) με τον πιο βάρβαρο τρόπο εναντίον του υπόλοιπου μισού εκλογικού σώματος, το οποίο ξέσπασε σε μια μαζική εξέγερση ενάντια στην ολοένα και επιδεινούμενη αυταρχικότητα της κυβέρνησης». (“Welcome to the Turkish Republic of Police State”, HDN, 19 Ιουνίου 2013) «Η ενίσχυση των εξουσιών της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΜΙΤ), και η παροχή δικαιοδοσίας που της επιτρέπει να συγκεντρώνει λεπτομερείς πληροφορίες για οποιονδήποτε, ήταν μια από τις τελευταίες ενέργειες της κυβέρνησης…». Ο Ντεμιρτάς συνεχίζει: «Οι μαζικές προσαγωγές αντιφρονούντων, ο χαρακτηρισμός των αντιπάλων της κυβέρνησης ως “προδοτών”, η καταγγελία των ειρηνικών διαδηλωτών ως βανδάλων και παρανόμων είναι μόνο μερικοί τρόποι για να σιωπήσει η αντιπολίτευση». Ο Ερντογάν στρέφεται «εναντίον οποιουδήποτε δεν συμμερίζεται τον συντηρητικό τρόπο ζωής», δημιουργεί «μια υγειονομική ζώνη γύρω τους» και διευρύνει «την επιρροή του στα διάφορα στρώματα της κοινωνίας μέσα από τον εκφοβισμό» (ό.π.).

Όπως αναφέρει ο Ντεμιρτάς, αυτοί που βρίσκονται απέναντι στην κυβέρνηση είναι, μεταξύ άλλων, αντιφρονούντες ακαδημαϊκοί, σοσιαλδημοκράτες, μερικές εθνικιστικές ομάδες, Αλεβίτες, κομμουνιστές, σοσιαλιστές, συνδικαλιστές, καλλιτέχνες, ακτιβιστές των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, χρήστες του τουΐτερ, υποστηρικτές των διαδηλωτών του Γκεζί Παρκ, καπνιστές και πότες, όσοι δεν επιθυμούν ν’ αποκτήσουν τρία παιδιά, υποστηρικτές του δικαιώματος στην έκτρωση…

Οι ελίτ ανακαλύπτουν διαρκώς συνομωσίες που εξαπολύονται «από τους εχθρούς» στην Ε.Ε., το Συμβούλιο της Ευρώπης, τον ΟΗΕ, πολλές από τις δυτικές χώρες, και το «διεθνές λόμπυ των δανειστών».

Οι θεωρίες συνομωσίας επιστρατεύονται και εναντίον της αντιπολίτευσης και των διαδηλωτών για (1) τον αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης (2) τη φίμωση κάθε αντιπολιτευόμενης φωνής (3) την αποτροπή κάθε ευρύτερης συζήτησης μέσα στην κοινωνία. […]

Εν τέλει, οι άρχουσες ελίτ δεν έχουν καταφέρει να επιλύσουν την αντίφαση μεταξύ κοσμικών και συντηρητικών, η οποία αποτελεί μια αντίφαση στο εσωτερικό του κυρίαρχου κεφαλαίου, ούτε εκείνη που τους χωρίζει από την ευρύτερη κοινωνία. Οι κυρίαρχες τάξεις διασπώνται σε μια αντίθεση μεταξύ του «πολιτικού» και του «στρατιωτικού» βραχίονα.
Όλα αυτά συνθέτουν το σκηνικό της αποτυχίας των αρχουσών τάξεων, μια τάση των οποίων εκφράζεται από τον συντηρητικό αυταρχισμό που προβάλλει αλαζονικά την εξουσία του και θεωρεί ότι μπορεί να εξαλείψει διά της ισχύος την κοσμική κουλτούρα μέσα στην κοινωνία. Η συμπεριφορά και η πρακτική του, που στηρίζεται στην κτηνώδη δύναμη και την αποτυχία να νικήσει με την πειθώ, τον καθιστά ευάλωτο.

Οι άρχουσες ελίτ θεωρούν ότι οι Αλεβίτες, περίπου το 20% του πληθυσμού, και οι Κούρδοι μπορούν να παραμεριστούν. Δεν λαμβάνουν υπόψη τους το γεγονός που καταγράφηκε σε μια δημοσκόπηση του Ινστιτούτου Pew: ότι μόνο το 12% της τουρκικής κοινωνίας συμφωνεί με την επιβολή της Σαρίας.

Έτσι, οι απόπειρες των ελίτ για κυριαρχία αποτελούν ένα τεράστιο κάστρο χτισμένο στην άμμο, καθώς στην πραγματικότητα διευρύνουν τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της κοινωνίας, προκαλούν περισσότερες διαιρέσεις στο ίδιο το εσωτερικό τους, περιπλέκουν τα προβλήματα και, έτσι, υπονομεύουν το σχέδιο για τη διαμόρφωση ενός Σουλτανάτου του 21ου αιώνα.

Αυτές οι αποτυχίες οδηγούν στις ακόλουθες ρητορικές, χαρακτηριστικές του επιπέδου της πολιτικής και της προπαγάνδας:

Ο Ερντογάν, σε έναν πρόσφατο λόγο κατά τη διάρκεια ενός συνεδρίου για τις σχέσεις ΕΕ και Τουρκίας, είπε: 17 άτομα πέθαναν στη Νέα Υόρκη κατά την αντιμετώπιση των διαδηλωτών του κινήματος Καταλάβετε την Ουόλ Στρητ από την αστυνομία. Έλεγε όμως ψέματα. Κανείς δεν σκοτώθηκε στη Νέα Υόρκη κατά τη διάρκεια του κινήματος.
Τον Ιούνιο του 2013, ο Ερντογάν, αναφερόμενος στον εαυτό του, δήλωσε υπερήφανος: «Δεν θα ξαναβρείτε τέτοιον πρωθυπουργό σε όλον τον κόσμο».

Ο Ερντογάν δεν μπορεί εν τέλει να διατηρηθεί στην εξουσία ακόμα και εάν επιτύχει να εκμεταλλευτεί τις αδυναμίες των διαδηλωτών. Αντιμετωπίζει το μεγαλύτερο πολιτικό πρόβλημα της ζωής του. […]

Με το πέρασμα του χρόνου, θα βρεθεί εκτεθειμένος σε μια ραγδαία πτώση της δημοτικότητάς του. Υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτή ήδη περιορίζεται. Η διαπλοκή μεταξύ των μεγάλων κατασκευαστικών έργων και των επιχειρηματικών συμφερόντων αποκαλύπτεται σταδιακά. Σε τελευταία ανάλυση, οι ρητορικές και το παιχνίδι με τα συναισθήματα των ανθρώπων δεν φέρνουν αποτελέσματα στην πολιτική.

Παρά το φάσμα του τρόμου και των απειλών, μια μικρή διαμαρτυρία για να διασωθεί ένα μικρό πάρκο εξαπλώθηκε με τρομακτική ταχύτητα: εξελίχθηκε στο κίνημα Γκεζί-Ταξίμ. Παρά τη βίαιη επέμβαση και την κατάχρηση της βίας από τις αρχές, το κίνημα εξαπλώθηκε σαν την πυρκαγιά στις 81 επαρχίες της χώρας.

Ωστόσο, ούτε οι δυναμικές της Ταχρίρ, ούτε εκείνες του Καταλάβετε την Γουόλ Στρητ μπορούν να βρεθούν στην Ταξίμ, καθώς οι ιστορικές-κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες είναι εντελώς διαφορετικές στις τρεις περιπτώσεις – Αίγυπτο, ΗΠΑ και Τουρκία. Δεν υπάρχει λόγος να περιμένουμε ότι η εξέλιξη του κινήματος θα έχει την ίδια ταχύτητα και ορμή, ούτε ότι θα βρίσκεται διαρκώς στην επιφάνεια.

Οι διαδηλώσεις των Ακίνητων Ανθρώπων, που ξεκίνησαν από τον καλλιτέχνη Ερντέμ Γκουντούζ στην

Κωνσταντινούπολη, είναι το τελευταίο παράδειγμα της «απύθμενης δημιουργικότητας» που κινητοποιείται εναντίον της «υπέρμετρης αστυνομικής βίας», υποστηρίζει ένας Τούρκος συνδικαλιστής. Οι Ακίνητοι Άνδρες και οι Ακίνητες Γυναίκες, που κάθονται σιωπηλά για ώρες στις πόλεις και τα χωριά, είναι μια μορφή σιωπηλής διαμαρτυρίας ενάντια στη βιαιότητα των αρχών.

Ούτε η εξαφάνιση των Ακίνητων Γυναικών και Ανδρών θα κατασιγάσει τις αντιφάσεις στο εσωτερικό τις κοινωνίας, στον βαθμό που οι άρχουσες ελίτ δεν μπορούν να τις επιλύσουν.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek