του Σάββα Παύλου, από το Άρδην τ. 85, Απρίλιος-Μάιος 2011

Τμήμα του διαλόγου που άνοιξε ο Σάββας Παύλου με τον Σταύρο Ζουμπουλάκη, με θέμα τον αντισημιτισμό.

Παρά τη συμφωνία μας σε πληθώρα θεμάτων, όμως με τον Σταύρο Ζουμπουλάκη υπάρχει μια βασική διαφορά. Αισιόδοξος, κατά βάθος, αυτός,  πιστεύει ότι η εβραϊκή γενοκτονία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου αποτελεί το απόλυτο κακό, έχει, δηλαδή, ανακαλύψει το τελευταίο σκαλοπάτι στου κακού τη σκάλα. Απαισιόδοξος εγώ, πιστεύω ότι αυτή η σκάλα δεν έχει τέλος, ότι η εβραϊκή γενοκτονία ήταν στην ιστορική διαδρομή το χείρον της ευρωπαϊκής ιστορίας, όμως δεν αποτελεί το τελευταίο σκαλί, η ιστορία μας επιφυλάσσει πολύ χειρότερα πράγματα. Ενδεικτικά, αναφέρω την «υπόθεση» για την κατασκευή ιού που αναγνωρίζει το ανθρώπινο γονιδίωμα, δηλαδή επικάθεται  σε ανθρώπους μόνο μιας ορισμένης φυλής, επιφέροντας τα θανατηφόρα αποτελέσματά του, ενώ οι άνθρωποι άλλου φυλετικού γονιδιώματος θα σφυρίζουν αδιάφορα. Όπως στη δέκατη πληγή του Φαραώ, που ο ολεθρεύων άγγελος αναγνώριζε τον πρωτότοκο της οικογένειας και επέφερε τον θάνατό του, «από πρωτοτόκου Φαραώ του καθημένου επί του θρόνου έως πρωτοτόκου της αιχμαλωτίδος της εν τω λάκκω και έως πρωτοτόκου παντός κτήνους», ενώ τα άλλα παιδιά και ζώα έμεναν άθικτα, τώρα θα μπορεί ένας ιός να θερίζει π.χ. αραβικούς πληθυσμούς, ενώ οι άλλοι πληθυσμοί δεν θα παθαίνουν τίποτα. Πάντως, μερικοί επιστήμονες δήλωσαν ότι η κατασκευή του είναι εφικτή.

Στο θέμα μας τώρα. Σε σημείωμά μου στο περιοδικό Νέα Εστία[1] υπεστήριξα ότι η κατηγορία εναντίον των Ελλήνων, ότι πάσχουν από αντισημιτισμό, επειδή χρησιμοποιούν τη λέξη τσιφούτης δεν ευσταθεί, αφού όσοι λένε τη λέξη αυτή αγνοούν τη σύνδεσή της με τους Εβραίους της τουρκοκρατίας, όπως αγνοούν την ετυμολογία παρομοίων λέξεων που λένε συχνότερα (εξηνταβελόνης, σπαγκοραμμένος, τσιγκούνης). Ακόμη, αν μερικοί  γνωρίζουν την ετυμολογία της λέξης τσιφούτης, έπρεπε οι κατήγοροι να έδιναν πρώτα απ’ όλα μάχες εναντίον των συνεχώς εκτοξευόμενων ανεκδότων και χαρακτηρισμών  που μειώνουν και υποτιμούν Σκωτσέζους και Πόντιους. Και έκλεισα με την πολιτική τοποθέτηση ότι αυτά όλα, για ανερχόμενο παντού αντισημιτισμό και άλλα κακέμφατα, τα χρησιμοποιεί το Ισραήλ για να μην κρίνεται η πολιτική του και η καταπίεση που ασκεί επί των Παλαιστινίων.

Έχω την εντύπωση ότι ο Σ. Ζουμπουλάκης στο απαντητικό σημείωμά του[2] δεν μίλησε για τη φιλολογική ταμπακέρα, αντίθετα επεκτάθηκε σε δύο σημεία εντελώς άσχετα με το σημείωμά μου (αθώωση Πλεύρη και αφίσα Κομμουνιστικής Οργάνωσης Ελλάδας). Δικαιούμαι, λοιπόν, κι εγώ, να αναφέρω δύο περιπτώσεις όχι από την ειδησεογραφία των εφημερίδων, αλλά από τη δική μου εμπειρία, έτσι υπάρχει άμεση μαρτυρία για όσα εδώ παραθέτω.

Το πρώτο: Από το υπουργείο Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας απεστάλη  στο υπουργείο Παιδείας φάκελος με την πρόταση για την καθιέρωση «ημέρας μνήμης» στα κυπριακά σχολεία για την εβραϊκή γενοκτονία. Προήδρευα της σχετικής επιτροπής στη Διεύθυνση Μέσης Παιδείας και αποστείλαμε υπηρεσιακό σημείωμα στο οποίο επιχειρηματολογούσαμε ότι πρέπει να τιμάται η εβραϊκή γενοκτονία, αλλά και οι άλλες γενοκτονίες, και προτείναμε  ως τίτλο: Μέρα μνήμης του εβραϊκού ολοκαυτώματος και των άλλων γενοκτονιών. Μας ήρθε πίσω ο φάκελος με επισημοποιημένο τον τίτλο «Ημέρα μνήμης για την εβραϊκή γενοκτονία» και μας ζητούσαν απόψεις για την επιτυχία των σχετικών εκδηλώσεων στα σχολεία. Αποστείλαμε νέα επιχειρηματολογία, ότι ο αποκλεισμός της αναφοράς σε άλλες γενοκτονίες δημιουργεί παραπλάνηση στον πολίτη και τον μαθητή, ακόμη και επανάπαυση ότι, δηλαδή, οι γενοκτονίες τέλειωσαν με την εβραϊκό ολοκαύτωμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ πρόσφατα είχαμε γενοκτονία στη Ρουάντα. Ξαναήρθε πίσω ο φάκελος, πάλι με αναφορά μόνο στην εβραϊκή γενοκτονία.  Έτσι προχωρούσε η υπόθεση, ο φάκελος να πηγαινοέρχεται, εμείς να επιμένουμε και στις άλλες γενοκτονίες και από την άλλη πλευρά να αφήνουν μόνο την εβραϊκή γενοκτονία. Στο τέλος επιβλήθηκε η δική τους θέση, με αναφορά μόνο στο εβραϊκό ολοκαύτωμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Με τρομοκράτησε αυτό. Δηλαδή από τη μια είχαμε μια ομάδα η οποία συσκεπτόταν και ευθαρσώς και διαυγασμένα παρέθετε τις απόψεις της για τα θέματα αυτά και από την άλλη ένα αόρατο χέρι που έσβηνε. Ποτέ δεν μάθαμε ποιος διέγραφε και γιατί. Κανένας δεν μας ανέφερε το παραμικρό, η μια ομάδα κατέθετε τις απόψεις της γραπτώς και η αντίπερα πλευρά δεν άφησε ένα γραπτό κείμενο, μια άποψη, ένα επιχείρημα γιατί αρνείται τις τοποθετήσεις μας. Θα προτιμούσαμε να μας έγραφαν να πάμε να κόψουμε τον λαιμό μας, ότι άλλοι πήραν αυτή την απόφαση και οι υποδείξεις στον φάκελο ότι ζητούμε τις απόψεις σας αποτελούν γραφειοκρατικές τυπικότητες, αναγκαίες αφού απευθύνονταν στο υπουργείο Παιδείας, που θα αναλάμβανε το βάρος της διεκπεραίωσης μια και  επρόκειτο για εκδήλωση που θα γινόταν στα σχολεία.

Αλλιώς γνώρισα τους Αρμένιους όταν κινητοποιούνταν για την αναγνώριση της αρμενικής γενοκτονίας, όταν προσέρχονταν με προτάσεις για εκδηλώσεις που αφορούσαν το δικό τους ολοκαύτωμα. Με άλλο ήθος και άλλο τρόπο, με ζεστή και ζωντανή παρουσία και επιχειρηματολογία, είχαν πρόσωπο και απόψεις.  Εδώ ήταν «αποφασίζουμε και εκτελείτε»  από αθέατους ανθρώπους στα κομβικά σημεία της εξουσίας.

Πάντως η σχετική αλληλογραφία, για το θέμα αυτό, υπάρχει στους φακέλους του υπουργείου Παιδείας Κύπρου.
Το δεύτερο: Συζητούσαμε με ομάδα νεαρών φιλολόγων το μονόφυλλο του Βασίλη Μιχαηλίδη, 1900. Χρόνια πολλά, που διανεμήθηκε πριν από 111 χρόνια, με το πρωτοχρονιάτικο φύλλο της εφημερίδας Αλήθεια (Λεμεσού) του 1900. Σ’ αυτό το μονόφυλλο των 84 στίχων, ο ποιητής αναφέρεται σε ποικίλα θέματα της τότε εποχής, (φορτωμένη με φόρους Κύπρος, χρεοκοπημένη Ελλάδα, άλλα για  Ρωσία, Αγγλία κ.λπ.). Σε μερικούς στίχους αναφέρεται στο θέμα της εγκατάστασης των Εβραίων στην Κύπρο [Αν θελήσουν εις την Κύπρο να κατασταθούν Εβραίοι], τονίζει με έντονο τρόπο την πλήρη αντίθεσή του και γενικά τους εξαποστέλλει στο πυρ το εξώτερον.

Ο Βασίλης Μιχαηλίδης αναφέρθηκε στο θέμα αυτό, γιατί το Διεθνές Σιωνιστικό Συνέδριο στη Βασιλεία της Ελβετίας, το 1897, πρότεινε την Κύπρο ως έναν από τους χώρους ίδρυσης του νέου εβραϊκού κράτους και ένα μήνα, περίπου, πριν από τη συγγραφή του στιχουργήματος αυτού έφτασε στο νησί, ως απεσταλμένος του σιωνιστικού κινήματος, ο Γερμανοεβραίος Νταβίς Τριέτς για να εξετάσει το θέμα της εγκατάστασης Εβραίων στην Κύπρο.[3] Ο κίνδυνος πραγματοποίησης του στόχου αυτού, με την ενίσχυση της βρετανικής αποικιοκρατίας, ήταν ορατός και υπήρξαν πολλές αντιδράσεις εκ μέρους των Κυπρίων.

Στη συζήτησή μας οι φιλόλογοι όλοι υπερακόντιζαν για να κατηγορήσουν πιο έντονα τον Βασίλη Μιχαηλίδη για αντισημιτισμό. Εξεμάνην. Τι θέλετε, λοιπόν, τόνισα στους νεαρούς συναδέλφους, αν πρότειναν κάποιοι να αδειάσουν την Κύπρο οι Έλληνες για να δημιουργηθεί στο νησί κράτος των Κούρδων ή των Βαυαρών, θα θεωρούσατε πολύ φυσιολογικό ο οποιοσδήποτε να τους πει:  πηγαίνετε να κόψετε το λαιμό σας, ή καλύτερα να πάτε στον Άρη να κάνετε κράτος κι όχι εδώ, όταν όμως ο κίνδυνος αυτός προέρχεται από τα σιωνιστικά σχέδια έπρεπε ο ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης να πει: Περάστε, παρακαλώ, κύριοι Εβραίοι, να μου πάρετε την πατρίδα;

Μιλάμε πια για παράνοια.

Έτσι δημιουργήθηκε στη συνεχή αρθρογραφία και στις μελέτες των τελευταίων ετών  το άσπιλο, άχραντο και άμωμο σώμα της εβραιοσύνης. Τα μέλη των εβραϊκών κοινοτήτων στις διάφορες χώρες του κόσμου, ως άτομα και ως συλλογική συνείδηση, δεν χαρακτηρίζονταν από ιδιότητες ανθρώπινες, από τις μεταξύ τους ταξικές διαφορές, πολιτιστικές και πολιτικές αντιθέσεις, συγκρούσεις νοοτροπιών και αντιλήψεων, που οριοθετήθηκαν μέσα στις αργόσυρτες ιστορικές εξελίξεις, δεν είχαν μερίδιο ευθύνης για συμπλεύσεις με καταπιεστικές και αποτρόπαιες εξουσίες στις χώρες όπου βρίσκονται, δεν είχαν μερίδιο ευθύνης για καταστολές, εθνικές και ταξικές καταπιέσεις και  εκμεταλλεύσεις, αλλά ήσαν απλώς Εβραίοι. Μια ουσιοκρατική αντίληψη, ένα άχραντο και άσπιλο σώμα πάνω από την Ιστορία.

Είναι χαρακτηριστικό το πώς αντιμετώπισε η σύγχρονη φιλοσημιτική ιστοριογραφία την ελληνική Επανάσταση του 1821 και τις σχέσεις της με το εβραϊκό στοιχείο. Οι περιπτώσεις που οι ξυπόλυτοι του ’21 έδρασαν εναντίον των Εβραίων αναφέρονται αποτροπιαστικά και απαξιωτικά. Χωρίς οποιαδήποτε νύξη για τη στάση και τις ενέργειες των Εβραίων έναντι των εξεγερμένων του 1821. Επανάσταση ήταν, και για να επιβιώσει έπρεπε να χτυπηθεί με τους εχθρούς της. Σε ένα, πράγματι, ρατσιστικό παραλήρημα εκ μέρους της φιλοσημιτικής ιστοριογραφίας, θεωρείται ότι οι επαναστάτες του 1821 μπορούσαν να έρχονταν σε σύγκρουση  με Τούρκους, Αλβανούς, Αιγύπτιους, καθώς και με τους Έλληνες ομοεθνείς τους, αλλά όχι και με τους Εβραίους. Ακόμη, στον ελληνικό χώρο σημειώθηκαν αρκετές εξεγέρσεις κατά της οθωμανικής δεσποτείας και ως αντίποινα ο σουλτάνος έσφαζε, κάποτε επί χρόνια, για τρομοκράτηση και για παραδειγματισμό. Ποια ήταν η στάση των εβραϊκών κοινοτήτων; Ενίσχυσαν τις εξεγέρσεις, έκρυψαν κυνηγημένους, οι ηγετικοί τους κύκλοι έκαναν εκκλήσεις στις οθωμανικές αρχές να  σταματήσει το μακελειό ή συναινούσαν και υπερθεμάτιζαν;

Μπροστά στην επιλεκτική χρήση δεδομένων και μαρτυριών, που επιβεβαιώνουν το προκάτ και την προειλημμένη κατεύθυνση, η μόνη έντιμη στάση είναι ο φωτισμός όλων των παραμέτρων για μια συνολική θεώρηση ενός φαινομένου. Ας ανοίξουν, λοιπόν, όλα τα αρχεία.

Ο τρόπος αντιμετώπισης και προβολής του εβραϊκού ολοκαυτώματος είναι  και αυτός ιστορικά προσδιορισμένος. Δυστυχώς, το ολοκαύτωμα δεν προβαλλόταν τόσο έντονα αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και, δυστυχώς πάλι, ούτε κυνηγήθηκαν  έντονα οι ναζί για τα εγκλήματά τους που ήσαν μάλιστα, τότε, τόσο πρόσφατα. Αυτή την περίοδο ο εχθρός ήταν ο κομμουνισμός και το σοβιετικό στρατόπεδο, που βγήκε ενισχυμένο με τη λήξη του πολέμου. Οι ναζιστές πρωτουργοί του ολοκαυτώματος ήσαν εκείνοι που θα ενίσχυαν την οικοδόμηση της Δυτικής Γερμανίας, η οποία αποτελούσε το σημαντικότερο ευρωπαϊκό ανάχωμα στο σοβιετικό στρατόπεδο και έτσι ήσαν απαραίτητοι. Ακόμη, δεκάδες χιλιάδες σημαντικά στελέχη του ναζιστικού κινήματος είχαν στελεχώσει τους αμερικανικούς βιομηχανικούς και στρατιωτικούς κολοσσούς και ήσαν αναγκαίοι.  Δεν προβάλλεις το ολοκαύτωμα και δεν κυνηγάς τους ναζιστές εγκληματίες, όταν αυτοί αποτελούσαν πια σημαντικά στελέχη στην αντικομουνιστική συμμαχία που συγκροτήθηκε. Και το ίδιο το Ισραήλ, αυτή την περίοδο, δεν προκαλούσε ενοχλήσεις στους συμμάχους του (Αμερική και Γερμανία) με επιμονή σε κυνήγι εγκληματιών, γιατί το κυριότερο ήταν η αναγνώρισή του ως κράτους και η εδραίωσή του. Η τιμωρία για το ολοκαύτωμα περιορίστηκε σε κάποιες δίκες αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου (κάποτε με παρωδίες ποινών: μερικά χρόνια φυλάκισης για ένα από τα πιο φρικιαστικά εγκλήματα στην ιστορία της ανθρωπότητας), κυριότερη η δίκη της Νυρεμβέργης, μια δίκη που οργάνωσαν οι σύμμαχοι και ασχολήθηκε με το θέμα με τρόπο συμβολικό [24 κατηγορούμενοι, 12 θανατικές καταδίκες], και αργότερα με την εκ μέρους του Ισραήλ δίκη του Άιχμαν, ενός εγκληματία που ζούσε στη Νότιο Αμερική και όχι στις ΗΠΑ ή τη Δυτική Γερμανία.

Μετά το 1967, τον Πόλεμο των Έξι Ημερών και την κατοχή μεγάλης έκτασης αραβικών εδαφών, έχουμε την ευφυώς αποκληθείσα «βιομηχανία του ολοκαυτώματος», χαρακτηρισμό που δόθηκε από Εβραίους διανοούμενους. Το Ισραήλ, για να νομιμοποιήσει τις νέες επεκτατικές του βλέψεις και για να δικαιολογήσει την καταπίεση των κατεχόμενων παλαιστινιακών πληθυσμών χρειάζεται, έστω ετεροχρονισμένα, την επιστροφή του ολοκαυτώματος και του συναισθηματικού κραδασμού που προκαλεί. Οι μαρτυρίες, οι εκδόσεις, οι εκδηλώσεις, οι ταινίες, οι τηλεοπτικές σειρές, παρουσιάζονται με καταιγιστικό ρυθμό. Εξάλλου, οι ναζιστές που στελέχωσαν τη μεταπολεμική Γερμανία και τους ποικίλους μηχανισμούς της Αμερικής είχαν πια πεθάνει ή συνταξιοδοτηθεί και νέα στελέχη, χωρίς σχέση με το παλαιό χιτλερικό καθεστώς, είχαν αναλάβει τα ηνία, έτσι η εμμονή στην προβολή του ολοκαυτώματος δεν προκαλούσε ενοχλήσεις σε στελέχη των συμμαχικών χωρών.

Σήμερα, μετά την εξαντλητική θεματογραφία του ολοκαυτώματος της χιτλερικής περιόδου και ειδικά μετά την κατάρρευση του σοβιετικού στρατοπέδου και τη χρονική απομάκρυνση από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, υπάρχει μια ανέλιξη που χαρακτηρίζεται από δύο κύριες κατευθύνσεις,  μία διαχρονική και μία συγχρονική. Η πρώτη κατεύθυνση: τώρα είναι ο εντοπισμός του αντισημιτισμού στη διαδρομή  κάθε χώρας και σε κάθε εθνική ιστορία. Συνέδρια, εκδόσεις, άρθρα, επιχορηγούμενα ερευνητικά προγράμματα, ταινίες και ιστορικά σίριαλ παρουσιάζονται συνεχώς, ξεσκονίστηκε κάθε σελίδα και εξετάστηκε κάθε πτυχή της  εθνικής Ιστορίας κάθε χώρας, με βάση τις στάσεις και συμπεριφορές απέναντι στο θέμα της εβραϊκής παρουσίας. Ακόμη, σε συγχρονικό επίπεδο, εντοπίζεται και καταγγέλλεται κάθε εκδήλωση που χαρακτηρίζεται ως αντισημιτική. Συγκροτήθηκαν παρατηρητήρια, οργανώσεις, εκδίδονται έντυπα και διοργανώνονται συνέδρια. Η δουλειά τους: Σαρώνονται τα πάντα, εκθέσεις ζωγραφικής, εκδηλώσεις, ταινίες, βιβλία, δημοσιεύματα της σημερινής ζωής, για να εντοπιστεί κάθε αρνητική αναφορά και να στηλιτευθεί για αντισημιτισμό. Όλος ο πλανήτης ζει στον ρυθμό του ελέγχου αυτού, ενός ελέγχου διαχρονικού και συγχρονικού.

Η ιστορική έρευνα για το θέμα και ο κριτικός έλεγχος για φαινόμενα αντισημιτισμού της σύγχρονης ζωής είναι ένα γεγονός που αξίζει να χαιρετιστεί, αφού έρχονται στο φως τεκμήρια για την αποτρόπαιη καταπίεση των Εβραίων, για τις καταδιώξεις, τα πογκρόμ και το κυνηγητό που υπέστησαν σε διάφορες χώρες. Έτσι φωτίζονται άγνωστες πτυχές της ιστορίας και συντελείται η ιστορική αυτογνωσία μας. Ταυτόχρονα  υπάρχει σήμα κινδύνου για σύγχρονες εκφράσεις και νοοτροπίες αντισημιτισμού που πρέπει να εντοπίζονται και να καταγγέλλονται.  Η εργώδης αυτή  προσπάθεια συνεισέφερε αρκετά, όμως χαρακτηριζόταν εξαρχής από πέντε βασικές εμμονές, περιορισμούς και ιδεοληψίες, που υπονόμευαν την αντικειμενικότητα και επιστημονική αμεροληψία της, μα και την πολιτική της εμβέλεια.

1. Ανέδειξε την καταπίεση των Εβραίων και το κυνηγητό εναντίον τους με ένα μονοδιάστατο τρόπο, που απέκρυβε την καταπίεση και το κυνηγητό άλλων ομάδων, λες και δεν πόνεσαν άλλοι λαοί.
2. Παράλληλα, το μονοδιάστατο της συγχρονικής κριτικής για αντισημιτισμό λειτουργεί ως άλλοθι για χειρότερη καταπίεση άλλων ομάδων και λαών. Εξουσία, διαπρύσιοι κήρυκες της αντιρατσιστικής πάλης και ακτιβιστές είναι πανευτυχείς γιατί έκαναν το χρέος τους στηλιτεύοντας εκδηλώσεις αντισημιτισμού, ενώ την ίδια ώρα δίπλα τους σφαδάζουν άλλες ομάδες.
3. Παρουσίασε τους Εβραίους ως άσπιλους και άχραντους, ως πέραν του καλού και του κακού υπεριστορικό σώμα, χωρίς τις δικές του ξενοφοβίες, καθηλώσεις και ιδεοληψίες και άλλες αρνητικές στάσεις και συμπεριφορές.
4. Εξετάζοντας τα γεγονότα με μια διατέμνουσα γραμμή (αντισημιτισμός ή όχι) και υπερτονίζοντας το θέμα με το οποίο ασχολείται, λειτούργησε απλουστευτικά και μονοδιάστατα. Έτσι, από μια πολυσύνθετη, πολυεπίπεδη, ρέουσα, αντιφατική  πραγματικότητα πολλών παραγόντων, αιτίων και συνισταμένων, έμεινε το μονοδιάστατο του αντισημιτισμού, πράγμα που λειτούργησε ως παραπλανητικό στην κατανόηση των  κοινωνικών φαινομένων.
5. Λειτούργησε με έναν τρόπο ως άλλοθι για τις ρατσιστικές και καταπιεστικές πολιτικές του Ισραήλ, για αποτρόπαιες πρακτικές εις βάρος του κατεχόμενου πληθυσμού των Παλαιστινίων, καθώς και για τις γενικότερες επεκτατικές του βλέψεις.
savvaspavlou.wordpress.com

[1] Σάββας Παύλου, «Για τον δήθεν ελληνικό αντισημιτισμό», περ. Νέα Εστία, Αθήνα, Απρίλιος 2009, αρ. 1821, σ. 906-907.
[2] Σταύρος Ζουμπουλάκης, «Για τον παντα­χού παρόντα ελληνικό αντισημιτισμό»,  περ. Νέα Εστία, ό.π., σ. 908-912. Το κείμενο του Σ. Ζ. αναδημοσιεύτηκε και στα Χρονικά, έκδοση του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου της Ελλάδος, Αθήνα, Μάιος-Ιούνιος 2009, αρ. 221, σ. 2 και 16-18.
[3] Κυριάκος Ιωάννου, Ανέκδοτα ποιήματα του Βασίλη Μιχαηλίδη (Από το αρχείο του Αντώνη Κ. Ιντιάνου), Μικροφιλολογικά Τετράδια 6, Λευκωσία 2008, σ. 22.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek