του Δημήτρη Μαυρίδη από το Άρδην τ. 84, Φεβρουάριος-Μάρτιος 2011

Π αρά τη δεινή οικονομική μας κατάσταση και παρά την ανάγκη εξεύρεσης τρόπων και μεθόδων αντιμετώπισης της δημοσιονομικής μας κρίσης, ελάχιστα έχει γίνει συνειδητό το πόσο σημαντικό ήταν, και είναι, το να προτιμούμε τα προϊόντα των δικών μας χεριών. Αυτό βέβαια δεν μπορεί να γίνει επίσημη κρατική πολιτική, δεδομένης της παγκοσμιοποίησης και της συμμετοχής μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μπορεί, όμως, να γίνει κάποιο είδος συνείδησης το ότι, προτιμώντας τα δικά μας προϊόντα, δημιουργούμε θέσεις εργασίας για μας τους ίδιους. Άλλωστε, ο αχαλίνωτος δανεισμός και ο κυρίαρχος παρασιτικός καταναλωτισμός μόνο με την παραγωγή πλούτου μπορούν να αντιμετωπιστούν και παραγωγή πλούτου είναι κατά βάση ό,τι αγαθό και όποια υπηρεσία παράγονται και προσφέρονται μέσα στην ίδια τη χώρα μας.

Ο τουρισμός, που βέβαια έχει κοινωνικό, πολιτιστικό και περιβαλλοντικό κόστος, παραμένει ένα από τα λίγα προϊόντα για τα οποία διαθέτουμε συγκριτικά πλεονεκτήματα. Ο τουρισμός παρέχει υπηρεσίες που αποτελούν πηγή πλούτου για τη χώρα μας. Ειδικά ο εσωτερικός τουρισμός, στο μέτρο που προτιμάται από τους Έλληνες, που αν δεν τον προτιμούσαν θα ταξίδευαν σε ξένους προορισμούς, είναι διπλά επωφελής.

Ειδικότερα ακόμη, όσον αφορά τη Θράκη, ο εσωτερικός τουρισμός προσφέρει εκτός από πλούτο και τη δυνατότητα να έρθει η Θράκη πιο κοντά στον εθνικό κορμό και να γίνει προσπελάσιμη, ώστε να μη θεωρείται πια μία εξωτική χώρα, που φαίνεται να βρίσκεται πολύ μακριά. Αλλά και ο εσωτερικός τουρισμός προς τη Θράκη βοηθά ώστε να παύσει επιτέλους η αδικαιολόγητη προικοδότηση της τουρκικής οικονομίας από τις εκατοντάδες χιλιάδες των Ελλήνων, που επιμένουν κάθε χρόνο να πληρώνουν το ακριβό εισιτήριο του Τοπ Καπί και να αγοράζουν τα αμφίβoλης ποιότητας δερμάτινα είδη και φολκλορικά παραφερνάλια, όπως αυτά που προσφέρονται στη σκεπαστή αγορά της Κωνσταντινούπολης. Αν οι Έλληνες επισκέπτες αναζητούν στην Κωνσταντινούπολη την ανάμνηση της ατμόσφαιρας της καθ’ ημάς Ανατολής, αν θέλουν να βρεθούν και πάλι στην Αγιά Σοφιά, τότε καλώς –χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δικαιολογούνται να κατασπαταλούν τεράστια ποσά σε ξέφρενες αγορές. Αν όμως αναζητούν τον εξωτισμό και το διαφορετικό, τότε αυτό μπορεί και η ίδια η πατρίδα μας με κάποιες μορφές να το προσφέρει. Και μπορεί να το προσφέρει με τρόπους αληθινούς και ουσιαστικούς, τέτοιους που οδηγούν στην αυτογνωσία και στη συνείδηση της ταυτότητας.

Η ανάπτυξη μορφών εσωτερικού τουρισμού στη Θράκη προσφέρει, εκτός από τα προφανή οικονομικά πλεονεκτήματα για τη χώρα μας, και την ενίσχυση των τοπικών οικονομιών με ό,τι αυτό συνεπάγεται, όπως και τα ηθικά και ιδεολογικά πλεονεκτήματα της παρουσίας μεγάλου αριθμού Ελλήνων πολιτών σε μια περιοχή που τους έχει ανάγκη.

Πολύμορφη και ποικιλόμορφη, κατοικούμενη από διαφορετικούς λαούς είναι η ελληνική Θράκη. Πάνω από δασωμένα, γεμάτα μυστήριο βουνά, ξεκινούν ποτάμια, που περνώντας από εύφορες πεδιάδες με μαύρο λιπαρό χώμα, καταλήγουν στο Θρακικό Πέλαγος. Εκεί, το βλέμμα ελεύθερο, δεν συναντά τα βουνά και τη θάλασσα της Νότιας Ελλάδας, αλλά χάνεται μέσα στις θαμπές, γεμάτες θλίψη και απροσδιόριστη γοητεία, πεδιάδες. Η διαυγής σκέψη των Ελλήνων παίρνει στη Θράκη δρόμους διαφορετικούς. Δρόμους που οδηγούν στις ιδιόμορφες αντιλήψεις και τα βαθιά αισθήματα του βυζαντινού ελληνικού κόσμου. Τον ιδιόμορφο κόσμο της Θράκης ελάχιστα γνωρίζουν οι περισσότεροι Έλληνες.

Οι επισκέψεις των Ελλήνων πέραν του Στρυμώνος και του Νέστου παραμένουν ακόμη και σήμερα πολύ περιορισμένες. Η Θράκη είναι αντιληπτή σήμερα στο συλλογικό εθνικό υποσυνείδητο ως χώρα μακρινή και δύσκολα προσπελάσιμη. Ωστόσο, η πρόσφατη κατασκευή της Εγνατίας Οδού έφερε τη Θράκη πολύ πιο κοντά προς τον κορμό του ελληνικού χώρου. Η αναζήτηση του εξωτικού και του διαφορετικού έχει γίνει ένα στοιχείο που μεγάλη μερίδα του κοινού του σημερινού τεχνολογικού κόσμου τοποθετεί στο κέντρο των ταξιδιωτικών του προτιμήσεων. Όμως και η αναζήτηση μιας άγνωστης, αλλά αληθινής Ελλάδας, παραμένει ένα από τα κύρια αιτήματα του εσωτερικού τουρισμού στη χώρα μας. Η Θράκη αποτελεί σήμερα ένα πολιτισμικό κεφάλαιο που δημιουργήθηκε από τη μακροχρόνια συμβίωσή μας με άλλους λαούς και άλλους πολιτισμούς. Είναι όμως χώρος όπου διατηρούνται οι μνήμες της καθ’ ημάς Ανατολής και οι εμπειρίες της βαλκανικής ενδοχώρας, στοιχεία στενά δεμένα με την ιστορία και την ταυτότητά μας. Η χώρα της Θράκης, με την ποικιλομορφία και την πολυμορφία που τη χαρακτηρίζουν, παρουσιάζει μοναδικό ενδιαφέρον και από φυσική, αλλά και από ιστορική άποψη.

Το κάλλος του φυσικού περιβάλλοντος της ελληνικής Θράκης παραμένει άγνωστο, αλλά είναι απαράμιλλο. Η συνεχής αμμώδης παραλία του Θρακικού Πελάγους, που εκτείνεται από τον Στρυμώνα μέχρι τον Έβρο, τα δάση της ορεινής περιοχής της Ροδόπης, τα Στενά και οι εκβολές του Νέστου, η λεκάνη και το Δέλτα του Έβρου, η λίμνη Βιστωνίδα, οι λιμνοθάλασσες και οι βιότοποι της περιοχής μπορούν να γοητεύσουν κάθε φυσιολάτρη. Συμπληρωματικά, η Παλιά Ξάνθη, το Διδυμότειχο, το Σουφλί, οι παραδοσιακοί αγροτικοί οικισμοί της ορεινής περιοχής, τα μεγαλιθικά μνημεία και τα πέτρινα γεφύρια της Ροδόπης, τα φρούρια του Νέστου, τα αρχαία Άβδηρα, οι αρχαίες πόλεις της θρακικής ακτής, το μοναστικό Παπίκιο όρος, το βυζαντινό Πολύστηλο και ο νεώτερος οικισμός των Αβδήρων, μαζί με την αρχαία και σύγχρονη Μαρώνεια, και οικισμούς όπως οι Μεταξάδες του Έβρου, συγκροτούν ένα πανοραμικό ιστορικό πλαίσιο που αναφέρεται ευθέως στον κλασικό κόσμο, στο βυζαντινό μας παρελθόν και την ανατολική μας διάσταση. Η κατάλληλη υποδομή, που θα προσελκύει και θα βοηθά τον επισκέπτη, μπορεί έτσι να δημιουργήσει μια αγροτουριστική ανάπτυξη που θα εκμεταλλεύεται το ιστορικό υπόβαθρο, τη σπάνια ομορφιά του φυσικού περιβάλλοντος και την αγροτική καθημερινότητα της σημερινής ζωής. Εδώ ο φυγάδας της σύγχρονης αστικής ζωής ανακαλύπτει μία Ελλάδα που τη φαντάζεται και την αποζητά.

Η συνύπαρξη φυσικού κάλλους, ανθρώπινης ποικιλομορφίας και ιστορικού περιβάλλοντος συναντάται συμπαγής και παραμένει πάντα στη διάθεση του ταξιδιώτη στην ελληνική Θράκη. Για παράδειγμα, ο νομός Ξάνθης, από μόνος του, διαθέτει πλήθος από ενδιαφέροντα στοιχεία, ικανά να αποτελέσουν τους κόμβους μιας ιστορικής περιήγησης που θα έχει ως κέντρο την Παλιά Πόλη της Ξάνθης και θα περιλαμβάνει τα ερείπια και το μουσείο των αρχαίων Αβδήρων, τον οικισμό της Γενισέας και τους δευτερεύοντες αρχαιολογικούς χώρους του νομού. Η Παλιά Πόλη της Ξάνθης είναι το καλύτερα διατηρούμενο δείγμα της κοινοτικής οργάνωσης του νέου ελληνισμού που υπάρχει στον ελλαδικό χώρο και, χάρη στη διατήρησή του, συγκροτεί σήμερα ένα υπαίθριο μουσείο αρχιτεκτονικών ρυθμών που καλύπτουν όλη την καθ’ ημάς Ανατολή. Τα μοναστήρια της Ξάνθης μπορούν να αποτελέσουν κέντρα θρησκευτικού τουρισμού. Οι καπναποθήκες της Ξάνθης, αλλά και αυτές της γειτονικής Γενισέας, αποτελούν μοναδικά ιστορικά βιομηχανικά συγκροτήματα. Ο αρχαιολογικός χώρος των Αβδήρων δίνει την εικόνα μιας αρχαίας και βυζαντινής πόλης και χαρακτηρίζει τον δεύτερο ελληνικό αποικισμό κατά την αρχαιότητα. Τα ερείπια της Αναστασιούπολης, του μετέπειτα Περιθεώριου, βρίσκονται δίπλα στη λίμνη Βιστωνίδα, σε περιβάλλον μεγάλης φυσικής ομορφιάς. Τέλος, η Γενισέα αποτελεί μοναδικό δείγμα οικισμού, όπου έχουν αποτυπωθεί τα άμεσα δημογραφικά αποτελέσματα της τουρκικής κατάκτησης και η ακόλουθη αναγέννηση του Νέου Ελληνισμού. Περιγράφεται έτσι στον υπαρκτό χώρο ολόκληρη η ιστορική εξέλιξη της καθ’ ημάς Ανατολής και μάλιστα συγκεκριμενοποιείται σε μια συναρπαστική περιήγηση, που μπορεί να ολοκληρωθεί μέσα σε μια μέρα.

Ανάλογο ιστορικό περιβάλλον συναντά κανείς στην κοιλάδα του Έβρου, όπου, στις Φέρρες, η βυζαντινή εκκλησία της Παναγίας της Κοσμοσώτηρας δίνει την εντύπωση του προαύλιου της Κωνσταντινούπολης, ενώ το βυζαντινό Διδυμότειχο και το βυζαντινό κάστρο του Ποθίου βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής.

Αν θεωρήσουμε το απομακρυσμένο νησί της Σαμοθράκης ως τμήμα της Θράκης, τότε έχουμε έναν ακόμη πόλο έλξης που προσφέρει τα ερείπια της κλασικής αρχαιότητας, μέσα σε ένα περιβάλλον μοναδικής φυσικής γοητείας.

Η ξενοδοχειακή υποδομή της Θράκης, παρά το ότι δεν είναι προσανατολισμένη προς τον σύγχρονο μαζικό τουρισμό, μπορεί να γίνει η βάση περαιτέρω ανάπτυξης. Εκτός από τα δύο αρχαιολογικά, τα τρία εκκλησιαστικά και τα τρία λαογραφικά μουσεία της περιοχής, νέα μουσεία μπορούν να ιδρυθούν και να αναπτυχθούν, ώστε να καλύψουν το κοινοτικό και βιομηχανικό παρελθόν της καθ’ ημάς Ανατολής. Υπάρχει ήδη κτηριακή υποδομή που μπορεί αποτελεσματικά να υποστηρίξει και να ικανοποιήσει τους επισκέπτες που θα περιηγούνται την περιοχή. Τα ήδη αναστηλωμένα παραδοσιακά κτήρια, όπως και οι μελλοντικές αναστηλώσεις, μπορούν να στεγάσουν μόνιμες εκθέσεις φωτογραφικών τεκμηρίων ή λαογραφικών εκθεμάτων που θα δίνουν μια ιστορική εικόνα του πολιτισμικού πλούτου της περιοχής.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek