Θ. Ντρίνιας, από το Άρδην τ. 82

Σε ένα πρόσφατο φύλλο της «Ρ» αναλύσαμε τον ρόλο που παίζει η τρέχουσα ταξική διαστρωμάτωση των κομμάτων και των οργανώσεων της (εκτός του ΚΚΕ) Αριστεράς –είτε στην κοινοβουλευτική της μορφή (ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, ΔΗΑΡΙ) είτε στη «ριζοσπαστική» εξωκοινοβουλευτική της– στη σημερινή πολιτική της ανυποληψία και στην εμφανή αδυναμία της να στήσει στοιχειώδη αναχώματα απέναντι στο «μνημονιακό» Αρμαγεδδώνα που πλήττει τη χώρα και το λαό μας. Στο σύντομο διάστημα που μεσολάβησε, η φαιδρότητα των ενεργειών οργανώσεων και προσώπων της συγκεκριμένης Αριστεράς χτύπησε «κόκκινο» (αντίπαλες υποψηφιότητες από το χώρο του ΣΥΡΙΖΑ, στήριξη Μητρόπουλου, αιματηροί ξυλοδαρμοί «συνιστωσών» του ΑΝΤΑΡΣΥΑ, κ.λπ.), σε βαθμό που η κατάσταση πια αγγίζει τα όρια παλιού καλού επιθεωρησιακού νούμερου.

Στο τρέχον σημείωμα θα αναλύσουμε έναν ακόμη παράγοντα που έχει παίξει κρίσιμο ρόλο στη διαμόρφωση της σημερινής πνιγηρής ατμόσφαιρας στο χώρο της πολιτικής Αριστεράς:

Η στάση απέναντι στην παγκοσμιοποίηση

Αν μπορούσαμε να συνοψίσουμε τη στάση του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου θα λέγαμε ότι χονδρικά εμφανίστηκαν τρεις τάσεις: η κάθετη εναντίωση στην παγκοσμιοποιητική διαδικασία, η «ψύχραιμη» στάση στάθμισης των «καλών» και των «κακών» της παγκοσμιοποίησης, τέλος, η ενθουσιώδης αποδοχή της ως αναγκαίου σταδίου της εξελικτικής πορείας του καπιταλισμού προς το… τέλος του. Με την πάροδο του χρόνου η πρώτη τάση αυτοπεριθωριοποιήθηκε ή σιώπησε (μπρος στα ποικίλα αγαθά της «ενότητας της Αριστεράς», βλ. Αλαβάνος, ΚΟΕ, Γλέζος, κ.λπ.) ενώ οι άλλες δύο τάσεις πήραν την ηγεμονία και έδωσαν τον τόνο. Η παγκοσμιοποίηση θεωρήθηκε ως μια διαδικασία μη αναστρέψιμη, «αντικειμενική», της οποίας οι οδυνηρές συνέπειες θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με την ανάδυση μιας «άλτερ παγκοσμιοποίησης» των πολύχρωμων παγκόσμιων κινημάτων τα οποία θα πίεζαν τις υπερεθνικές ελίτ να συγκροτήσουν κάτι σαν ένα υπερεθνικό «κράτος-πρόνοιας» για να λειαίνονται οι πιο αιχμηρές συνέπειες της παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας. Συχνά μάλιστα η παγκοσμιοποιητική διαδικασία καθεαυτή θεωρήθηκε και καλοδεχούμενη καθώς είτε κατέστρεφε τις «παράλογες» αγκυλώσεις της προηγούμενης ιστορικής περιόδου: το έθνος-κράτος, την ταυτοτικά ομοιογενή κοινωνία, τον χωρικά εντοπισμένο πολιτισμό, τον κρατικό προστατευτισμό, κ.λπ., είτε με τις νέες προωθημένες παραγωγικές σχέσεις που εγκαθίδρυε θα μας έφερνε μια ώρα νωρίτερα στην επανάσταση και τον … κομμουνιστικό παράδεισο! Ιδιαίτερα για την Ελλάδα, ομολογουμένως ή ανομολογήτως, οι συνέπειες της παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας θεωρήθηκαν από την αριστερή διανόηση και τους «ακτιβιστές» του κινήματος, μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να απαλλαγούμε επιτέλους από τον «ελληναράδικο», «ορθόδοξο» και «λαϊκίστικο» χαρακτήρα της κοινωνίας μας, που έζεχνε Βαλκάνια. Έτσι, η τελευταία θα μπορούσε είτε να προσπέσει επιτέλους για προστασία στη στοργική αγκαλιά της Μεγάλης Ευρωπαϊκής Πατρίδας είτε να ενωθεί στη «νομαδική χαρά» του «παγκόσμιου πλήθους», κατά τις ιδεολογικές αερολογίες των Χάρντ και Νέγκρι που τόσο συγκινούν τους νεαρούς αριστερούς ριζοσπάστες των μεσαίων στρωμάτων.

Το διάστημα, λοιπόν, πριν από το ξέσπασμα της κρίσης, το κέντρο βάρους δόθηκε στη συμμετοχή και διοργάνωση διαμαρτυριών στα πέρατα της γης (ευρωπορείες, Κοινωνικό Φόρουμ, κ.λπ.). Ο ταξιδιωτικός διεθνισμός και ο εκδρομικός αριστερισμός υποκατέστησαν τον αγώνα για την οργάνωση της πάλης των λαϊκών στρωμάτων απέναντι στις ντόπιες παρασιτικές ελίτ που οδηγούσαν τη χώρα και την κοινωνία στο αδιέξοδο (με εξαίρεση ίσως ζητήματα που αφορούσαν κυρίως τη σπουδάζουσα νεολαία – άρθρο 16, κ.λπ.). Η ίδια η έννοια του Λαού (ως μιας ιδιαίτερης, πλειοψηφικής, σύνθεσης των υποτελών κοινωνικών στρωμάτων που δύναται να εμφανίσει ενιαία βούληση στην οποία μπορεί να αποδοθεί μία δράση αλλαγής της κοινωνίας) υποτιμήθηκε αν δεν απορρίφθηκε ως ξοφλημένη και ολοκληρωτική την εποχή των «πολλαπλών υποκειμενικοτήτων». Έτσι, ο «λαός» που κατ’ ουσίαν (και όχι λεκτικά ή από συνήθεια) αναφερόταν η συγκεκριμένη Αριστερά έπαψε να είναι ο πλειοψηφικός λαός. Αντικαταστάθηκε από τη «νεολαία» (αφηρημένα και αταξικά, για να κρυφτεί η σχεδόν αποκλειστική απεύθυνση στη μεσοστρωματική μητροπολιτική νεολαία), τις «μειονότητες» (εθνοτικές, κοινωνικές, σεξουαλικές, κ.λπ.), τις «κοινότητες» (των Αφγανών μεταναστών, των Γκανέζων , των …emo, κ.λπ.), «την αριστερά και τους αριστερούς» κοκ. Οι τεκμηριωμένες ανησυχίες της λαϊκής πλειοψηφίας για μια σειρά ζητημάτων που προέκυψαν από την παγκοσμιοποιητική έφοδο (η συλλογική ταυτότητα, η μετανάστευση, η εγκληματικότητα, κ.λπ.) αγνοήθηκαν από τους δανδήδες της Αριστεράς, αν δεν χλευάστηκαν ως ρατσισμός, εθνικισμός, μικροαστικό βόλεμα και οπισθοδρομικότητα αφήνοντας απεριόριστη ελευθερία δράσης για την «πραγματιστική» άκρα δεξιά της οποίας αναμένεται και άλλη εκρηκτική ανάπτυξη. Ακόμα και η προσφιλέστατη ενασχόληση της συγκεκριμένης αριστεράς με τους μετανάστες δεν έγινε στη βάση της οργάνωσής τους και της ενσωμάτωσής τους στην τοπική κοινωνία με άξονα την ταξική αναφορά και την κοινότητα των ταξικών ή βιοτικών τους συμφερόντων με τα κατώτερα στρώματα του γηγενούς εργατικού δυναμικού. Αντίθετα, έγινε στη βάση της υιοθέτησης και αναπαραγωγής των αστικοφιλελεύθερων ιδεολογημάτων του «ατομικού δικαιώματος» και της «πολυπολιτισμικότητας», τα οποία επιτείνουν τη διάκριση και απαγορεύουν τη σύνθεση.

Το χειρότερο απ’ όλα στη στάση που περιγράψαμε είναι ότι αυτή δεν προκύπτει από κάποια τεκμηριωμένη ανάλυση της υλικής πραγματικότητας, από μια βαθιά μελέτη των ταξικών και γεωπολιτικών σχέσεων την εποχή της παγκοσμιοποίησης. Είναι απόρροια του ιδεαλιστικού ξεπεσμού της αριστερής και ριζοσπαστικής σκέψης, της ιδεολογικής θολούρας, της αμάσητης κατάποσης των «προοδευτικών» ιδεολογημάτων του διεθνοποιημένου καπιταλισμού (προερχομένων πάντα εξ Εσπερίας), της πρωτοφανούς απογείωσης και αφ’ υψηλού θέασης των λαϊκών προβλημάτων, της απορρόφησης της πολιτικής δράσης από το θέαμα, της κυριαρχίας του επικοινωνιακού τεχνάσματος και της τεχνολογικής επίδειξης επί της οργανωτικής αναγκαιότητας. Όλα τους σε άμεση συνάφεια με τα κλισέ της παγκοσμιοποιητικής βουλγκάτα: «ανοιχτά σύνορα», «δίκτυα», «νέες τεχνολογίες», «επικοινωνιακή επανάσταση», «έξυπνες αγορές», «έθνικ», «πολυπολιτισμός», «πολλές αλήθειες», κ.λπ. Και αν η πολιτική αφέλεια και δειλία ή η ιδεολογική σκοπιμότητα μπατάρισαν τη συγκεκριμένη Αριστερά προς τη μεριά της παγκοσμιοποίησης τότε η ταξική ένταξη πολλών αριστερών νομιμοποίησε για τα καλά αυτό το μπατάρισμα. Όπως περιγράψαμε και στο προηγούμενο φύλλο, αυτή η Αριστερά θάλλει ακριβώς εκεί, στα νέα μεσαία στρώματα που αναδύθηκαν και ευνοήθηκαν την εποχή του διεθνοποιημένου καπιταλισμού: στο χώρο των Πανεπιστημίων και της «διανόησης», στα υψηλά κλιμάκια των υπουργείων και των οργανισμών, στα ευρωπαϊκά προγράμματα, στις επιδοτούμενες ΜΚΟ, στη διαφήμιση, στη βιομηχανία του θεάματος και της «νεολαιίστικης κουλτούρας», στον ανώτερο τεχνικό κόσμο και την πληροφορική.

Μέσα σε αυτό το ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο κινείται η εν λόγω Αριστερά τη στιγμή που ξεσπάει με σφοδρότητα η κρίση που απειλεί ευθέως τη χώρα και το λαό με ανυπολόγιστη καταστροφή και οπισθοδρόμηση. Το μεγαλύτερο μέρος της, έστω και με καθυστέρηση και παλινωδίες αντιλαμβάνεται το θανάσιμο κίνδυνο. Καταλαβαίνει ότι «η αριστερά και οι αριστεροί», δηλαδή ο αυτοαναφορικός πολιτικός και κοινωνικός μικρόκοσμός της, δεν επαρκούν ούτε για αστείο για να αντιμετωπιστεί η ολομέτωπη επίθεση των υπερεθνικών εισβολέων και των ντόπιων υποτακτικών τους. Κατανοεί ότι χρειάζεται η μαζική κινητοποίηση του «κόσμου» για να αναχαιτιστεί η επίθεση και να περισωθούν συλλογικά δικαιώματα και κατακτήσεις. Η κινητοποίηση πια όχι των κοινοτήτων και ανθυποκοινοτήτων, των μειονοτήτων, των κολλητών του κοινωνικού κύκλου, των «πολλαπλών υποκειμένων» αλλά του Λαού, της ίδιας της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας. Όχι της «ετερότητας», την οποία λάτρεψε σαν νέο θεό το προηγούμενο διάστημα, αλλά του ενωμένου λαού. Αυτού του ίδιου λαού που συκοφαντήθηκε ως βολεμένος και καθυστερημένος, ως εθνικιστής και θρησκόληπτος, ως απολίτιστος και άξεστος. Ενός λαού, όμως, εξαπατημένου, αποπροσανατολισμένου, ανοργάνωτου, αποσβολωμένου από τα χτυπήματα, με τη συλλογική του ταυτότητα διάτρητη πια. Έκπληκτη η Αριστερά παρακολουθεί τη μεγαλύτερη επέλαση σε βάρος των λαϊκών εισοδημάτων και δικαιωμάτων, το πιο αισχρό ξεπούλημα του εθνικού πλούτου και την πιο αδίστακτη έξωθεν κηδεμόνευση της χώρας από το 1950 και μετά, να συναντάνε τη μικρότερη αναλογικά αντίσταση. Σε μια από τις γνωστές ιστορικές πανουργίες, η κρίση φέρνει επιτέλους σε προτεραιότητα το «κοινωνικό/ταξικό» (διακαής πόθος της αριστερής διανόησης σε μια χώρα που το «εθνικό» είχε συχνά την προτεραιότητα) αλλά δυστυχώς αυτό μόνο του μένει κολοβό και ανίκανο να εμπνεύσει τη λαϊκή εξέγερση. Το υπόστρωμα το οποίο ενοποιεί τα επιμέρους υποκείμενα, πάνω στο οποίο ανθίζουν οι αντιστάσεις και η αλληλεγγύη, εκείνο της πολιτισμικής ταυτότητας, είναι σήμερα υπονομευμένο. Και στην υπονόμευση αυτή η συγκεκριμένη Αριστερά έβαλε το λιθαράκι της με τη φιλο-παγκοσμιοποιητική της παρέκκλιση.

Η κρίση της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, άμεσα συνδεδεμένη με την κρίση της παγκόσμιας οικονομίας, στη δυτική της τουλάχιστον εκδοχή, είναι κατ’ εξοχήν κρίση της παγκοσμιοποίησης και των μηχανισμών της. Απολύτως φυσιολογικά, μετατρέπεται σε κρίση εκείνης της Αριστεράς που αδιαφόρησε, σιώπησε ή ακόμα και έκλεισε πονηρά το μάτι απέναντι στο φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης και στις υποτιθέμενες «ευεργετικές» ή «αντικειμενικές» του συνέπειες. Έννοιες ξεχασμένες και λοιδορημένες όπως, εθνική ανεξαρτησία, εθνική αξιοπρέπεια, λαϊκή ενότητα, αυτόκεντρη ανάπτυξη, παραγωγική ανασυγκρότηση, εθνικοποιήσεις, οικονομικός σχεδιασμός, στάση πληρωμών, αποχώρηση από Ε.Ε., κ.λπ. βγαίνουν δυναμικά πάλι στο προσκήνιο. Ο ίδιος ο λαός, με γοργούς ρυθμούς, ξαναγυρνάει στην ιστορική του μνήμη και τη χαμένη πολιτισμική του ταυτότητα για να καταλάβει τι του συνέβη και να βρει κάπου να πιαστεί τη στιγμή που το έδαφος χάνεται κάτω από τα πόδια του. Η πολιτική κρίση που έχει ξεσπάσει στους σχηματισμούς της υπό μελέτη Αριστεράς, είτε αυτή εκδηλώνεται ανοιχτά (πολυδιάσπαση ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ) είτε υποβόσκει (εξωκοινοβουλευτική αριστερά), σχετίζεται άμεσα με τις ανακατατάξεις που περιγράψαμε πιο πάνω. Ακόμα και στον ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, παρά τα έντονα γελοιογραφικά χαρακτηριστικά της κρίσης που ενισχύουν μια καρικατουρίστικη εκδοχή της πολιτικής διαπάλης, δεν μπορούν να μην εντοπιστούν τα δύο στρατόπεδα που στοιχειακά σχηματίζονται. Από τη μία, όσοι έκοντες άκοντες κατανοούν πια ότι ο καιρός της πολιτικής και ιδεολογικής απογείωσης πέρασε ανεπιστρεπτί και πρέπει να γειωθούν πάλι στην ελληνική πραγματικότητα κλίνοντας προς μια «εθνικοανεξαρτησιακή» στρατηγική και πρακτική (εξ ου και οι εκκλήσεις για «νέο ΕΑΜ», «νέα παλιγγενεσία», κ.λπ.). Από την άλλη, όσοι παραμένουν πεισματικά αγκυλωμένοι στα φιλοπαγκοσμιοποιητικά ιδεολογήματα και τον ιδεοληπτικό ευρωπαϊσμό και αντιμετωπίζουν με τρόμο και αηδία το ενδεχόμενο μιας «εθνικής αναδίπλωσης» κι ενός «αριστερού πατριωτισμού». Η στοίχιση των δύο στρατοπέδων γύρω από τον Αλαβάνο και τον Τσίπρα αντίστοιχα είναι πολύ πρόωρο να αποτυπωθεί, καθώς στους υποστηρικτές του Αλαβάνου συμπεριλαμβάνονται πλείστοι όσοι ακούνε με ανατριχίλα τις εθνικοανεξαρτησιακές του και λαϊκιστικές κορώνες ενώ ο ίδιος ο Τσίπρας, παρ’ όλο που συσπειρώνει γύρω του τον εξαρχειώτικο αριστερό εθνομηδενισμό (μετά την αποχώρηση του κολωνακιώτικου με τον Κουβέλη), δεν δίστασε να στηρίξει τον «εθνικιστή» και «λαϊκιστή» Μητρόπουλο!

Συνοψίζοντας, ένα είναι πεντακάθαρο. Η κρίση του ελληνικού οικονομικού και κοινωνικού σχηματισμού είναι κρίση του ιδιότυπου (παρασιτικού) τρόπου ένταξής του στις δομές του διεθνοποιημένου καπιταλισμού από το ’90 και μετά. Όλες οι πολιτικές δυνάμεις που άμεσα ή έμμεσα στήριξαν ή αποδέχτηκαν αυτήν την ένταξη, θα πληρώσουν βαρύ αντίτιμο το επόμενο διάστημα. Από τον κανόνα αυτό δεν θα εξαιρεθούν οι αντίστοιχες δυνάμεις της Αριστεράς, όσες στροφές και αν επιχειρήσουν, όσες κωλοτούμπες και αν (ξανα)κάνουν οι ηγεσίες τους.

One Comment

  1. Πάνος Ηλιόπουλος says:

    Ακριβώς!!

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek