Του Γ. Ρακκά, από το Άρδην τ. 76

Εδώ και μερικά χρόνια πληθαίνουν οι φωνές που ζητούν πιεστικά την ενότητα του λεγόμενου «δημοκρατικού-πατριωτικού χώρου», μπροστά στην εντεινόμενη κοινωνική και εθνική κρίση και τα πολιτικά αδιέξοδα που βιώνει σήμερα η χώρα μας. Πολλοί φίλοι και συναγωνιστές μάς θέτουν καλοπροαίρετα το ερώτημα αυτό κατά τις εκλογικές αναμετρήσεις, τουλάχιστον από το 2004 κι έπειτα.
«Το πουλί της Σοφίας», όμως «πετάει πάντοτε το σούρουπο». Η ενότητα του πατριωτικού χώρου, που ήταν χθες αναγκαία, είναι σήμερα ανέφικτη για μια σειρά πολύ σημαντικών λόγων που, δυστυχώς, καταμαρτυρούν τα αδιέξοδα του χώρου αυτού.
Πριν από μερικά χρόνια, κατά την περίοδο 2000-2004, οι αντικειμενικές και οι υποκειμενικές πολιτικές συνθήκες υπήρξαν αρκούντως ευνοϊκές για να επιτευχθεί η πολιτική όσμωση του χώρου αυτού. Το πολιτικό σκηνικό ήταν εντελώς διαφορετικό απ’ ό,τι τώρα και ο «πατριωτικός χώρος» είχε άλλα, και πιο διακριτά, χαρακτηριστικά. Από τη μία, το εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ βίωνε μια βαθιά κρίση και η Νέα Δημοκρατία δεν είχε βρει ακόμα τους προσανατολισμούς της. Το ΛΑΟΣ ήταν εκτός Βουλής κι Ευρωβουλής. Από την άλλη, τόσο σε κοινωνικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο, ήταν υπαρκτό ένα ισχυρό κεντροαριστερό πατριωτικό ρεύμα, που εκτείνονταν από ένα κομμάτι του τότε ΣΥΝ μέχρι κι ένα μικρό κομμάτι της Νέας Δημοκρατίας, είχε πρόσφατες κινηματικές περγαμηνές (π.χ. την παράδοση Οτσαλάν ή τους βομβαρδισμούς στο Κόσοβο), συγκροτημένη ακμάζουσα διανόηση και τους, κυρίως προερχόμενους από το ΠΑΣΟΚ, πιο δραστήριους αντιπολιτευτικά βουλευτές του ελληνικού κοινοβουλίου.
Σήμερα, τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Εκ πρώτης όψεως, οι συνθήκες μπορεί να φαίνονται ευνοϊκότερες, καθώς το πολιτικό σύστημα βρίσκεται σε αποσύνθεση, ο δικομματισμός σε απόλυτη απονομιμοποίηση, ενώ οι δυνάμεις που, καθ’ όλη την προηγούμενη περίοδο, σήκωσαν το βάρος των εθνομηδενιστικών επιλογών των αρχουσών τάξεων, όπως είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, βρίσκονται σε τροχιά διάλυσης.
Όλα αυτά, όμως, μαρτυρούν τη μισή αλήθεια. Η άλλη μισή είναι ότι η οκταετία που πέρασε έχει χαράξει στην πλάτη του πατριωτικού χώρου τα σημάδια μιας καθοριστικής φθοράς. Μπορεί η νίκη για το βιβλίο της Ιστορίας να σηματοδότησε την αρχή του τέλους της ιδεολογικής ηγεμονίας του εθνομηδενισμού, στα πανεπιστήμια και τη διανόηση, αλλά, παράλληλα, τα χρόνια που πέρασαν ανέδειξαν σε πάρα πολλά ζητήματα τις αδυναμίες και τις διαφωνίες στο εσωτερικό του «πατριωτικού χώρου» παρά εκείνα που τον ενώνουν.
Αξεπέραστες διαφωνίες
Διαφωνίες μάλιστα σε ζητήματα καθοριστικά όπως, για παράδειγμα, τη στάση που θα πρέπει να κρατήσουμε έναντι των ΗΠΑ, τη στάση για το Σκοπιανό, αλλά και διαφορές που αφορούν σε ζητήματα κοινωνικά και οικολογικά. Πίσω από αυτές, κρυβόταν η μεγάλη αδυναμία αυτού του χώρου, που δεν είναι άλλη από την μονοθεματικότητά του. Μια μονοθεματικότητα, που αποτέλεσε ταυτόχρονα το μεγάλο κοινωνικό όπλο του «δημοκρατικού πατριωτικού χώρου» και την ύψιστη πολιτική του αδυναμία. Διότι αφενός, μια πάρα πολύ επιφανειακή προσέγγιση των εθνικών θεμάτων, που ξεκινάει και τελειώνει στη διατύπωση των αρνήσεων έναντι της ενδοτικής πολιτικής των ελίτ, μπορεί να αποδειχθεί αρκούντως αποτελεσματική στο να διεγείρει το μέγιστο δυνατό φάσμα των δυνάμεων της ελληνικής κοινωνίας, σε καιρούς όπου ξεπηδούσαν οι μείζονες αντιπαραθέσεις γύρω από τα εθνικά θέματα.
Από την άλλη, όμως, αυτή ακριβώς η προσέγγιση είναι που υπονόμευε οποιαδήποτε διαδικασία περαιτέρω πολιτικής συγκρότησης, και δεν μιλάμε μόνο για το άμεσο πολιτικό επίπεδο με τη συγκρότηση ενός πολιτικού σχηματισμού που θα κατέβαινε στις εκλογές, αλλά –έστω– κάποια θετική αντιπρόταση στην εθνομηδενιστική πολιτική των ελληνικών αρχουσών τάξεων. Διότι, βεβαίως, η συμφωνία στο ελάχιστο δεν ήταν αρκετή ώστε ο «χώρος» να επεξεργαστεί μια εθνική στρατηγική.
Ένα κομμάτι του αδυνατούσε να δει πως συνδέονται τα εθνικά μας θέματα με την παγκοσμιοποίηση και την Νέα Τάξη Πραγμάτων. Kαι γι’ αυτό αντιδρούσε τόσο στην ταύτιση του αντιαμερικανισμού, της αντιπαγκοσμιοποίησης και του πατριωτισμού, όσο και σε μια οποιαδήποτε στρατηγική που έβλεπε από τότε την ενδεχόμενη συμπόρευση της χώρας μας με τους φορείς μιας αντίρροπης στους Αμερικανούς ισχύος, όπως είναι οι Ρώσοι ή οι Κινέζοι. Αυτή η λογική οδήγησε σε σκανδαλώδεις τοποθετήσεις από ορισμένους, όπως για παράδειγμα την υποστήριξη του «λαϊκού καπιταλισμού» του Χρηματιστηρίου το 1999, ή την αποδοχή του αμερικανικού πολέμου στο Ιράκ το 2003. Όσο για τις ενστάσεις απέναντι στις «νέες δυνάμεις» του πολυπολικού κόσμου, αυτές τις διέψευσε πανηγυρικά ακόμα και ο πρωθυπουργός μιας κατά άλλα ενδοτικής κυβέρνησης, τολμώντας αυτό που αρκετοί στον «χώρο» αρνούνταν, δηλαδή ψήγματα μιας στρατηγικής συνεργασίας με άλλες δυνάμεις πέραν των ΗΠΑ, όπως έγινε με τους αγωγούς.
Επίσης, η προσέγγιση των εθνικών θεμάτων ήταν τέτοιου τύπου που δεν μπορούσε να κατανοήσει το γεωπολιτικό πλαίσιο της ευρύτερης περιοχής, ούτε την πραγματική κατάσταση της Ελλάδας μέσα σ’ αυτό. Γι’ αυτό και ένα κομμάτι του χώρου πλειοδότησε σ’ έναν κενό ψευδοτσαμπουκά έναντι των Σκοπίων, αρνούμενο να αποδεχθεί οποιαδήποτε σύνθετη ονομασία, παίζοντας ένα φαιδρό χαρτί ανένδοτου – που ικανοποιεί μεν τα αυτιά των Μακεδόνων και πολλών τίμιων πατριωτών, διασπά όμως, τον ίδιο τον πατριωτικό χώρο, καθώς δεν παίρνει υπ’ όψη την πραγματικότητα. Σε μια στιγμή που το γειτονικό κρατίδιο απειλεί να επιβάλει σκέτο το «Μακεδονία» ως μοναδική του ονομασία, μέσα από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, και σε μια συγκυρία, όπου η Ελλάδα και η Κύπρος είναι έτοιμες να παραδοθούν άνευ όρων στον νεο-οθωμανισμό. Παλεύοντας δήθεν για μια ανέφικτη πλήρη απόρριψη, θα επιτρέψουμε στον ενδοτισμό της Ντόρας και του Γιωργάκη να περάσουν τη διπλή ονομασία, που βρίσκεται επί θύραις, και ταυτόχρονα θα «κάψουμε», μέσα από το «Μακεδονικό», τη μόνη μας δυνατότητα αντίστασης στην Τουρκία, μέσω της διαμόρφωσης ενός βαλκανικού ευρωπαϊκού πόλου. Και όμως, παρά τις διαφωνίες μας, θα μπορούσαμε να συνεννοηθούμε έστω σε μια μίνιμουμ συμφωνία απόρριψης κάθε λύσης που δεν θα τηρούσε μια αταλάντευτη γραμμή έναντι της «διπλής ονομασίας» και επιμονής στον γεωγραφικό προσδιορισμό. Αντ’ αυτού, υποστήκαμε καταιγισμό ύβρεων από ανεγκέφαλους και «καρατζαφερικούς», ενώ ο «Μακεδονισμός» ευτελίσθηκε εντελώς με τα εκλογικά αποτελέσματα των Ευρωεκλογών.
Επιπλέον, ακριβώς εξαιτίας της μονοθεματικότητας, ένα μεγάλο μέρος του χώρου δεν μπορούσε να κατανοήσει την διασύνδεση των επιπέδων, το πώς ο ελληνικός παρασιτικός καπιταλισμός συνδέεται άμεσα με τον ενδοτισμό των αρχουσών τάξεων και υπαγορεύει την παράδοση της χώρας στην Τουρκία, την Ε.Ε. και τους Αμερικάνους, το πώς συνδέεται το εθνικό ζήτημα με τη λεηλασία του φυσικού και του κοινωνικού πλούτου της χώρας, με τον καταναλωτισμό κ.ο.κ.
Όλα αυτά δεν επέτρεψαν στον «χώρο» να συλλάβει τις νέες πραγματικότητες που διαμορφώνονταν στη χώρα μας, να κατανοήσει την ανάδυση νέων μορφών ανασφάλειας και ευαισθησίας που εμφάνιζαν άλλες κοινωνικές ομάδες (π.χ. για την οικολογία, τη γενιά των 700 ευρώ, κ.λπ.), και να τις συνθέσει με τα εθνικά ζητήματα διευρύνοντας το κοινό του. Χαρακτηριστικό, ως προς αυτό, είναι η σχεδόν ολοκληρωτική αποτυχία του να συναντήσει νεώτερους ανθρώπους.
Τέλος, επάνω σ’ αυτού του τύπου τις μονοθεματικές εμμονές, η «διανοούμενη πτέρυγα» του χώρου απέτυχε να κατανοήσει ότι σήμερα ζούμε μια εποχή που απαιτεί τη διατύπωση νέων συνθέσεων και οραμάτων, εγκλωβίστηκε σε μια λογική συντήρησης και άμυνας για να βουλιάξει εντέλει στην απελπισία και την ηττοπάθεια. Ποιο καλύτερο παράδειγμα από την εξέλιξη της σκέψης του Χρ. Γιανναρά, ο οποίος, από τον πεσιμισμό του Finis Greciae και την καταγγελία της νεοελληνικής αλλοτρίωσης, πέρασε, όντας σε χρεία ελπίδος και οραμάτων, στον ρεαλισμό της υποταγής στους νεο-οθωμανούς και στην ανάπτυξη νεο-φαναριώτικων λογικών.
Μια καταγεγραμμένη αποτυχία
Όλα αυτά οδήγησαν σε πολύ αρνητικά αποτελέσματα. Ο «δημοκρατικός πατριωτικός χώρος» έμεινε πίσω, αλώθηκε εκλογικά από το ΛΑΟΣ, το οποίο μάλιστα, σε σχέση με ορισμένες συνιστώσες του «χώρου», εμφανίζεται πιο… πολυθεματικό. Ταυτόχρονα, ο μέσος όρος ηλικίας του κοινού στο οποίο απευθυνόταν αυξάνεται διαρκώς, καταδεικνύοντας την αποτυχία του να συναντήσει τις ευαισθησίες των νεώτερων. Ύστερα, οι επιλογές ορισμένων «συνιστωσών» του, όπως η ατυχής συνεργασία του Παπαθεμελή με τη Νέα Δημοκρατία ή, αργότερα, η αυτοκτονική συνεργασία του ΔΗΚΚΙ με τον ΣΥΡΙΖΑ, οδήγησαν συνολικά τον χώρο στο να απολέσει τα ιδιαίτερα, διακριτά, χαρακτηριστικά του.
Σ’ αυτές τις συνθήκες, όποιοι επέμεναν στην πολιτική συγκρότηση και την κάθοδο στις εκλογές, συρρικνώνονταν διαρκώς, και τούτο όχι μόνον σε ό,τι αφορά στην πολιτική τους δύναμη, αλλά και στις οργανωτικές τους δυνάμεις.
Η ΔΗ.ΠΕ. του Μ. Χαραλαμπίδη οδηγήθηκε στην ολική έκλειψη, ενώ τα υπολείμματα του ΔΗΚΚΙ κατέφυγαν στην εθνομηδενιστική ομπρέλα του ΣΥΡΙΖΑ…
Ο χώρος του Παπαθεμελή συρρικνώνεται διαρκώς, τόσο ως προς την κοινωνική του επιρροή, όσο και ως προς τις οργανωτικές του δυνάμεις: Από τη Δημοκρατική Αναγέννηση στο Πανελλήνιο Μακεδονικό Μέτωπο, ένα σχήμα που θα προσπαθήσει να παίξει στις αντιθέσεις του Σκοπιανού, αλλά και σ’ εκείνες του Ελλαδικού Βορρά με το «κράτος των Αθηνών». Και αμέσως μετά τις ευρωεκλογές, στις διεργασίες για μια συμμαχία τύπου «ΣΥΡΙΖΑ», από τον… Μάνο και τους Δημοκρατικούς μέχρι τους «Οικολόγους» του Παπανικόλα (!), για να καταλήξει, εντέλει, και πάλι στην «αυτόνομη» κάθοδο!
Άλλα, μικρότερα κόμματα, όπως οι Δημοκρατικοί, έχουν φτάσει να διαπραγματεύονται ακόμα κι αυτήν τη «μονοθεματικότητα» των εθνικών θεμάτων με τις αντίστοιχες ελάσσονες δυνάμεις του… εθνομηδενισμού, τους Φιλελεύθερους του Μάνου, προκειμένου να εξασφαλίσουν μια αξιοπρεπή κάθοδο στις εθνικές εκλογές. Και βέβαια, η πτώση έχει οδηγήσει στην εμφάνιση όλων των λοιπών αποσυνθετικών τάσεων, την εμφάνιση μικροκομματιδίων, την ανάδειξη διάφορων επίδοξων, συχνά κωμικοτραγικών περιπτώσεων, «δελφίνων» που ευφάνταστα αναμένουν να αναλάβουν κάποια διάδοχη κατάσταση του 0,3-0.8% κ.ο.κ.
Ποιο είναι, επομένως, το ιδεολογικό, πολιτικό και κοινωνικό «έδαφος» πάνω στο οποίο θα χτιστεί η ενότητα και η πολιτική συγκρότηση του «δημοκρατικού-πατριωτικού χώρου»; Μπορεί να φτιάξει κάποιο πρόγραμμα; Να απαντήσει στις σημερινές αγωνίες και τα αδιέξοδα; Να απευθυνθεί μαζικώς σε πλατιά κοινωνικά στρώματα; Υπάρχει έστω και μια θετική απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα ή μήπως αυτά που καθιστούν επιτακτικό το αίτημα για συγκρότηση δεν είναι παρά η κατάντια της χώρας και η δικιά μας, απελπιστική, αγωνία;
Η ιστορία αυτή, όπως και το τι γίνεται στους υπόλοιπους πολιτικούς χώρους, πρέπει να μας διδάξει χρήσιμα συμπεράσματα για το μέλλον. Κυρίως τούτο. Το να επιμένει κανείς στην ανάγκη για μια συνθετική, ολοκληρωμένη πρόταση, για ένα νέο όραμα, συχνά σε βάρος των κραυγών για «ενότητα» και βιαστική συγκρότηση, δεν αποτελεί αριστερίστικο βερμπαλισμό, άλλοθι για τη νομιμοποίηση ενός απόλυτου σεχταρισμού. Είναι πρωταρχική ανάγκη που θα διασφαλίσει την αποτελεσματικότητα οποιουδήποτε νέου εγχειρήματος.
Ο λόγος είναι απλός. Ζούμε στην εποχή της ολοκληρωτικής κρίσης του σάπιου μεταπολιτευτικού κόσμου. Το πρόβλημα δεν είναι ο «δικομματισμός», ούτε ο «ενδοτισμός». Είναι το γεγονός ότι οι κυριότεροι προσανατολισμοί που μεταπολιτευτικά έδωσαν οι άρχουσες τάξεις στην χώρα έχουν καταρρεύσει παταγωδώς, φέρνοντας τη χώρα μπροστά στο φάσμα της διάλυσης. Επομένως όλα συνδέονται: Ο μεταπρατισμός και ο νεο-οθωμανισμός, η εγωκρατική κατανάλωση και ο εθνομηδενισμός, η λεηλασία της φυσικής κληρονομιάς και η γενοκτονία της εθνικής μνήμης και ιστορίας, η οικονομική ανασφάλεια που αισθάνεται η «γενιά των 700», με τη διάρρηξη του παραγωγικού ιστού, και την αμφισβήτηση των συνόρων και της ανεξαρτησίας μας, η αμερικανοκρατία και η παγκοσμιοποίηση.

Μια ολοκληρωμένη πρόταση
Μέσα σ’ αυτήν την κατάσταση, έμπνευση και απαντήσεις μπορεί να δώσει μόνο μια συνολική πρόταση. Η οποία θα θέσει εκ νέου το ζήτημα της ύπαρξης και της ανεξαρτησίας της χώρας μας, όχι ως μονοθεματική άρνηση στον «ενδοτισμό» αλλά ως συνολική απόρριψη του ύστερου μεταπολιτευτικού μας βίου. Μόνον έτσι μπορεί σήμερα κανείς να συναντήσει και να εμπνεύσει ευρύτερα κοινωνικά ακροατήρια, την πλειοψηφία του ελληνικού λαού, που στενάζει υπό το αδιέξοδο και που αποστρέφεται σήμερα την πολιτική, είτε απέχοντας, είτε ψηφίζοντας αρνητικά, δίχως ελπίδα για το μέλλον. Αυτού του τύπου η ανανέωση είναι απαραίτητη προκειμένου να υπερβεί κανείς τους ορίζοντες του πολιτικού αδιεξόδου και να ανατρέψει τους παγιωμένους συσχετισμούς.
Και τούτο είναι μια αλήθεια που ξεπερνάει κατά πολύ τούτον τον χώρο. Είναι μια αλήθεια γενική για την πολιτική κατάσταση στην χώρα μας, που αγγίζει τον καθένα. Ως προς αυτό, η κατάληξη του ΣΥΡΙΖΑ είναι χαρακτηριστική. Οι δυνάμεις του χώρου αυτού προσπάθησαν να συγκροτήσουν έναν πόλο με βάση τις εκκλήσεις «της ενότητας για την ενότητα», συμφωνώντας στα ελάχιστα δυνατά προγραμματικά σημεία και θέτοντας ως προτεραιότητα μια επικοινωνιακή αντιπολίτευση. Το αποτέλεσμα ήταν τραγικό για τους ίδιους, παρά το γεγονός ότι το σχήμα αυτό διέθετε και έναν ισχυρό πόλο, τον ΣΥΝ, που θα μπορούσε να εγγυηθεί την ενότητά του. Εντέλει, συνέβη το αντίθετο και η «συμμαχία» αυτή έχει συμπαρασύρει όλες ανεξαιρέτως τις συνιστώσες στην τροχιά της διάλυσης, η οποία μετά τις εκλογές θα πάρει και επίσημο χαρακτήρα. Το Άρδην όχι μόνο είχε επισημάνει εγκαίρως τον κίνδυνο της διάλυσης αυτού του σχήματος, παρά την πρόσκαιρη ανάπτυξή του, αλλά είχε αρνηθεί και προτάσεις συμμετοχής του σε αυτό, τόσο από τον Μανόλη Γλέζο, όσο και από πολλούς άλλους. Όπως είχαμε υπογραμμίσει σε αυτούς τους φίλους, η έλλειψη κοινής αντίληψης γύρω από τα εθνικά ζητήματα θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε επικράτηση των εθνομηδενιστικών απόψεων, που ήταν κυρίαρχες στο μεγαλύτερο μέρος αυτού του χώρου. Η κατάντια των πατριωτικών δυνάμεων που έχουν εγκλωβιστεί στον ΣΥΡΙΖΑ είναι μπροστά μας για να καταδεικνύει την ευστοχία των επισημάνσεών μας.
Τι μένει λοιπόν εις το πηλίκο; Έπειτα απ’ όλα αυτά, είναι απολύτως προφανές πως η λογική που προωθεί την «ενότητα για την ενότητα», σ’ έναν χώρο που έχει πλέον κατακερματιστεί ιδεολογικά και πολιτικά τόσο πολύ, δεν μπορεί να προσφέρει τίποτε άλλο παρά μια ακόμη επανάληψη των πλείστων όσων αποτυχημένων καθόδων έχουν πραγματοποιηθεί στο παρελθόν.
Επιπρόσθετα, οποιαδήποτε λογική «αυτόνομης καθόδου», και διεκδίκησης του 0,5%-1% στις εκλογές, κάνει πάρα πολύ κακό σήμερα. Πρώτον, γιατί, σ’ αυτές τις εκλογές, η ψήφος αυτή ευνοεί αντικειμενικά την ενίσχυση του Πα.Σο.Κ. Και δεύτερον, διότι μια εσφαλμένη πολιτική εντύπωση, πως οι πέραν του ΛΑΟΣ πατριωτικές ευαισθησίες περιορίζονται στο ελάχιστο αυτών των ποσοστών, τη στιγμή που είναι, στην βάση κάθε πολιτικού χώρου, μαζικότατες, αν όχι πλειοψηφικές, μπορεί να χαρίσει ψήφους απελπισίας σ’ αυτό το μπερλουσκονικό μόρφωμα.
Αντίθετα μια λογική:
-Που αρνείται την επιφανειακή συνένωση,
-Που προσπαθεί να εμβαθύνει ιδεολογικά στην σύνθεση μεταξύ της εθνικής ανεξαρτησίας, της κοινωνικής χειραφέτησης, της οικολογίας και της άμεσης δημοκρατίας,
-Που θέλει να συγκροτήσει, με βάση αυτήν, νέες συλλογικότητες στους εργασιακούς χώρους, τις γειτονιές, στα σχολεία και τα πανεπιστήμια, στον πνευματικό χώρο, στην υπεράσπιση της Κύπρου, της Θράκης και του Αιγαίου, στην απόκρουση του νέο-οθωμανισμού…
Είναι μια λογική οικοδόμησης ενός νέου μαζικού πολιτικού χώρου, που επιθυμεί να κλείσει οριστικά την προηγούμενη περίοδο. Αποτελεί, ένα ρεύμα που κρατάει όλα τα θετικά των εμπειριών της και ξεπερνάει τις αδυναμίες που σηματοδότησαν τα όρια και τις αποτυχίες της.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek