του Θ. Ντρίνια από το Άρδην τ. 74, Μάρτιος-Απρίλιος 2009

Τις μέρες που πέρασαν (και πιθανώς και αυτές που θα ’ρθουν) μεγάλη δημοσιότητα και οργή προκάλεσαν οι γνωστές, αποθρασυμένες πια, καταδρομικές επιχειρήσεις των περίφημων «αντεξουσιαστών κουκουλοφόρων» στο κέντρο της Αθήνας και οι καταστροφές που προκλήθηκαν σε μαγαζιά, αυτοκίνητα, κ.λπ. Το αποτέλεσμα ήταν το αναμενόμενο, για όσους μπορούν ακόμη σε αυτόν τον τόπο και αναλύουν την πραγματικότητα και δεν εκλαμβάνουν τις επιθυμίες τους ως πραγματικότητα: Μια ταχύτατη και πρωτοφανής για μετά το ’74 συντηρητικοποίηση της κοινωνίας, η οποία προς το παρόν αποτυπώνεται σε πρόσφατα δημοσκοπικά ευρήματα Το 77,5% των πολιτών ζητάνε πολύ αυστηρότερα μέτρα για την πάταξη της εγκληματικότητας, το 75,8% ζητάει επέμβαση της αστυνομίας μέσα στα Πανεπιστήμια και μάλιστα για πρώτη φορά μεταπολιτευτικά διαμορφώνεται μια πλειοψηφία 49% που ζητάει πλήρη κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου (έναντι 44% που αντιτίθεται). Ακόμη και τις νομικές αστειότητες και τα τηλεοπτικής κατανάλωσης καραγκιοζιλίκια της κυβέρνησης για αυστηρότερες ποινές σε όσους φοράνε κουκούλες, βρίσκεται ένα 62% να τις υποστηρίξει!

Την ίδια στιγμή, κόμματα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, που έχουν κατηγορηθεί ως ιδιαιτέρως ανεκτικά απέναντι σε όσους προκαλούσαν επεισόδια και αναίτιες καταστροφές, γνωρίζουν μια συνεχή δημοσκοπική κατρακύλα, η οποία έφερε για παράδειγμα τον ΣΥΡΙΖΑ από διψήφια νούμερα πριν τον Δεκέμβρη του 2008, σε ένα μόλις 5,8% τον Μάρτη, με τάση να βρεθεί ή να πέσει ακόμα και κάτω από το πρόσφατο εκλογικό του αποτέλεσμα του 5%! Και είναι βέβαιο ότι αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση επιδρομών και καταστροφών και σε συνδυασμό με την έξαρση της λοιπής εγκληματικότητας σε συνθήκες οξείας οικονομικής κρίσης, τα ποσοστά των πολιτών που θα ζητάνε περισσότερη κρατική καταστολή σε ολοένα και περισσότερους τομείς της κοινωνικής ζωής θα αυξηθούν κι άλλο. Σύντομα θα γίνουν πλειοψηφία και όσοι ζητάνε να μπουν παντού κάμερες, να παρακολουθούνται ανεξέλεγκτα τα κινητά ή …να κατέβει ο στρατός στους δρόμους (αλά Ιταλία)! Και όταν θα υπάρξει μια κυβέρνηση στοιχειωδώς σοβαρή που θα θελήσει να αποκαταστήσει το «κύρος» της κρατικής εξουσίας, πολλά από αυτά που ονειρεύονται οι τρομοκρατημένοι συμπολίτες μας θα γίνουν η γκρίζα πραγματικότητα της χώρας και νομοθετικά, όπως στη Μεγ. Βρετανία, την Ιταλία, κ.λπ.

Επιστρέφουμε στο φαινόμενο των «κουκουλοφόρων», δηλαδή στο φαινόμενο όπου μια δράκα νεαρών, στρατιωτικά οργανωμένων, επιδίδεται σε λεηλασίες και καταστροφές στο κέντρο της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης (με ορμητήριο και καταφύγιο τους πολύ συχνά το άσυλο πανεπιστημιακών σχολών), χρησιμοποιώντας προσχηματικές πολιτικές αναφορές στην τρέχουσα επικαιρότητα και ιδεολογικές αναφορές στην αναρχική ιδεολογία.

Ο ρόλος που παίζει αυτή η δράκα ως ενός εκ των καταλυτών για την ανεμπόδιστη και καλοδεχούμενη από την κοινωνία περιστολή των δικαιωμάτων και ελευθεριών της, είναι πλέον ολοφάνερος. Και αυτό, ανεξαρτήτως του αν ή δράση αυτών των ομάδων εδράζεται απλώς σε μια αταβιστική πολιτική ανάλυση και χαοτική ιδεολογική συγκρότηση ή αν διαπλέκεται και με άλλους παράγοντες (κρατικούς ή παρακρατικούς μηχανισμούς, μυστικές υπηρεσίες, κοινό έγκλημα, κλπ). Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο και αυτό είναι που μετράει. Για την ερμηνεία του φαινομένου έχουν προταθεί αρκετές θεωρίες. Άλλη χρεώνει το φαινόμενο στην κρίση των μεσοαστικών στρωμάτων και τη συνακόλουθη στρεβλή ριζοσπαστικοποίηση ενός τμήματος της νεολαίας με αυτή την κοινωνική καταγωγή. Άλλη μιλάει για τη διάχυση της κουλτούρας της βίας σε ολοένα και μεγαλύτερα τμήματα της νεολαίας, σε ολοένα και περισσότερους κοινωνικούς χώρους (γήπεδο, σχολείο, δρόμος, κ.λπ). Άλλη για τα υπαρξιακά αδιέξοδα των νέων κ.λπ, κ.λπ. Όλα αυτά ισχύουν. Όμως δεν μπορούν να ερμηνεύσουν εύκολα το γιατί τώρα και γιατί με αυτή τη μορφή. Κατά τη γνώμη του γράφοντος, ο κύριος παράγοντας που δημιούργησε το φαινόμενο με αυτή τη μορφή και σε αυτήν την έκταση είναι ο πολιτικός. Και δεν εννοώ μια συγκεκριμένη τάση στο εσωτερικό του αναρχικού χώρου, η οποία δείχνει να παίρνει το πάνω χέρι το τελευταίο διάστημα και η οποία πριμοδοτεί μια τέτοια συμπεριφορά ανάγοντας το «σπάσε, κάψε, κλέψε» σε δόγμα. Για όσους δεν έχουν «πέσει από τα σύννεφα», είναι γνωστό ότι αυτή η τάση του «μπάχαλου» και της «λεηλασίας» έχει διαμορφωθεί ήδη στα Εξάρχεια από το 1985. Δεν είναι φρούτο της εποχής, όσο και αν διάφοροι άσχετοι πολιτικολογούντες νομίζουν το αντίθετο. Όταν μιλάμε, λοιπόν, για πολιτικά αίτια του φαινομένου, εννοούμε μια σαφή πολιτική επιλογή ενός τμήματος της Αριστεράς (κοινοβουλευτικής ή εξωκοινοβουλευτικής, «κινηματικής» ή «κατεστημένης») να ανεχτεί, να καλύψει, να προτρέψει (έστω εμμέσως) και να χρησιμοποιήσει την «άγρια νεολαία», τα «Εξάρχεια», για δικά της πολιτικά οφέλη. Και αυτό είναι πρωτοφανέρωτο σαν φαινόμενο στην ιστορία της ελληνικής αριστεράς, η οποία, με την εξαίρεση κάποιων μικρών ομάδων, πάντοτε κρατούσε έντονα επικριτική στάση (συχνά έμπρακτα) απέναντι σε τέτοιες χουλιγκάνικες συμπεριφορές. Οι βάσεις για την αλλαγή στη συμπεριφορά αυτή τέθηκαν πριν 2-3 χρόνια και θα πρέπει να αναζητηθούν σε δύο κυρίως γεγονότα:

Πρώτον και σημαντικότερον, στην φιλόδοξη αντεπίθεση του ΣΥΡΙΖΑ ώστε να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα, ιδιαίτερα στο χώρο της αριστεράς. Το «κανάκεμα» και η πολιτική «προστασία» του χώρου που τρέφει τους «κουκουλοφόρους» θεωρήθηκε σαν καλή λύση για να προσδοθεί μια «κινηματική» διάσταση σε ένα χώρο που χαρακτηριζόταν από μηδαμινή οργανωτική σχέση με τη νεολαία (ΣΥΝ) και λεκτική μόνο σχέση με τα «κινήματα», ενώ παράλληλα θεωρήθηκε μια ιδανική μέθοδος ψηφοθηρίας στις εκλογές (όπως αποδείχτηκε στις πρόσφατες εθνικές).
Δεύτερον, στην παρά φύσιν συμμαχία του φοιτητικού αριστερισμού (και των μικρών δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ) στα Πανεπιστήμια με τμήμα του αριστερού καθηγητικού κατεστημένου, όπως εκφραζόταν από την απερχόμενη πλειοψηφία της ΠΟΣΔΕΠ. Στο όνομα της (αναγκαίας και ορθής πολιτικά) υπεράσπισης του δημόσιου χαρακτήρα του Πανεπιστημίου, οδηγηθήκαμε εν τέλει σε διαδικασίες μπαχαλοποίησης και απαξίωσης του δημόσιου Πανεπιστημίου μέσα από κενές περιεχομένου (συχνά πραξικοπηματικές) διαδικασίες του τύπου «κατάληψη για την κατάληψη», χωρίς κανένα οραματικό στοιχείο να δικαιολογεί την όποια ριζοσπαστική πολιτική πρακτική. Αυτή η ιδιότυπη διαπλοκή μικροπολιτικών συμφερόντων του αριστερισμού και συντεχνιακών συμφερόντων των καθηγητών, στην προσπάθειά της για πάση θυσία διατήρηση του «πολιτικού ελέγχου» επί του Δημόσιου Πανεπιστημίου, άφηνε χώρο σε ή ακόμα και βολευόταν από τις ομάδες κρούσης των κουκουλοφόρων που δρούσαν ανεξέλεγκτοι μέσα στα ιδρύματα.

Σημείο καμπής όλης αυτής της διαδικασίας ήταν η εξέγερση τμήματος της νεολαίας τον περασμένο Δεκέμβρη, με αφορμή τη δολοφονία του μαθητή Αλ. Γρηγορόπουλου από αστυνομικό στα Εξάρχεια. Τότε, που η δικαιολογημένη αγανάκτηση και οργή χιλιάδων νεολαίων για τη δολοφονία του μαθητή, γρήγορα υποκαταστάθηκε από τους ανεξέλεγκτους «μηχανικούς» της βίας και της λεηλασίας. Τότε, που οι προαναφερθέντες πολιτικοί χώροι όχι μόνο αρνήθηκαν να δουν το φαινόμενο της έκρηξης μιας βίας χωρίς το παραμικρό πολιτικό περιεχόμενο και την ανησυχητική και επικίνδυνη οδό που αυτό θα μπορούσε να πάρει, αλλά αντίθετα αρνήθηκαν κατηγορηματικά να καταδικάσουν τη δράση των «κουκουλοφόρων», κάνοντας μάλιστα και μαθήματα στους υπόλοιπους, υποστηρίζοντας με ύφος σαράντα κομαντάντε, «έτσι είναι οι εξεγέρσεις!».

Έκτοτε τα πράγματα είναι γνωστά. Τα «Εξάρχεια», αντί να γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους «ξύπνιους» αριστερούς, καθίστανται ανεξέλεγκτα και εκμεταλλεύονται εκείνα το ζωτικό χώρο που τους δημιούργησαν ο αριστερός καιροσκοπισμός και τυχοδιωκτισμός, οδηγώντας τον τελευταίο στο δημοσκοπικό βάραθρο. η συμμαχία αριστερισμού – ΠΟΣΔΕΠ έληξε άδοξα με τη σαρωτική εκλογική ήττα της πλειοψηφούσας μέχρι σήμερα τάσης, η οποία καθορίστηκε αποφασιστικά και από τον ξυλοδαρμό του καθηγητή Πανούση από κουκουλοφόρους. και τελευταίο, αλλά πιο σημαντικό απ’ όλα, η βίαιη συντηρητικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας είναι πλέον μια διαδικασία εν εξελίξει έχοντας σαν μια από τις αφορμές της, τη δράση των κουκουλοφόρων. Το γεγονός ότι η διαδικασία αυτή είναι εν πολλοίς κατευθυνόμενη από διάφορα κέντρα (ΜΜΕ, ΣΕΒ, δικομματικός πολιτικός κόσμος, υπερεθνικοί «προστάτες», κ.λπ.) δεν σημαίνει ότι δεν τρέφεται από πραγματικά γεγονότα, ούτε απαλλάσσει το προαναφερθέν τμήμα της αριστεράς από τις ευθύνες του. Το αντίθετο, τις κάνει ακόμη μεγαλύτερες καθώς όλοι ήξεραν ότι σε συνθήκες οξείας οικονομικής κρίσης αυτή θα ήταν η κατεύθυνση που οι άρχουσες ελίτ θα επεδίωκαν να πάρουν τα πράγματα. Και κάποιοι, αριστεροί κατά τα άλλα, τους την έδωσαν στο πιάτο!

Τώρα, λοιπόν, που τα πράγματα στράβωσαν για τους καιροσκόπους και μαθητευόμενους μάγους τμήματος της αριστεράς, το τροπάρι άλλαξε. Αντί για αυτοκριτική, έντυπα, εφημερίδες και το διαδίκτυο πλημμυρίζουν από κείμενα των ίδιων ανθρώπων, οι οποίοι σήμερα ξεφωνίζουν σαν τρομαγμένες Αρσακειάδες: «Οι κουκουλοφόροι είναι προβοκάτορες!» (ακόμα και «Χρυσαυγίτες» για τους πιο παραληρηματικούς!!). Οι ίδιοι «κουκουλοφόροι» που το Δεκέμβρη ήταν «εξεγερμένοι» τώρα μετατράπηκαν σε προβοκάτορες! Η προβοκατορολογία τους ξεπερνά και αυτή την πάγια στάση του ΚΚΕ. Ακόμα και η Παπαρήγα, η οποία για την καταδικαστική στάση που κράτησε απέναντι στους κουκουλοφόρους το Δεκέμβρη δέχτηκε σωρεία επιθέσεων και τόνους χλεύης από την υπόλοιπη (τάχα) «ριζοσπαστική» αριστερά, παραδέχεται ότι μέσα στους κουκουλοφόρους υπάρχουν και αφελή παιδιά που έχουν παρασυρθεί από τους «λίγους προβοκάτορες» που τους οργανώνουν.

Όμως, για τους έχοντες λερωμένη τη φωλιά τους ως άνω αριστερούς, όλοι είναι προβοκάτορες! Τώρα το θυμήθηκαν το παραμύθι του προβοκάτορα, αυτοί που κατηγορούσαν όσους ανέφεραν το ενδεχόμενο της προβοκάτσιας, ως «συνομωσιολόγους»! Λες και δεν ήξεραν από την αρχή ότι η προβοκάτσια, η πρόκληση, είναι μέσα στη λογική τμήματος του αναρχικού χώρου για να προκαλέσει την άμεση και σκληρή σύγκρουση με το Κράτος. Λες και δεν ήξεραν ότι πίσω από την κουκούλα μπορεί να βρίσκεται ο οποιοσδήποτε με οποιοδήποτε κίνητρο και στόχευση! Και βέβαια, ακόμη και αν είναι έτσι, και όλη αυτή η ιστορία με τους κουκουλοφόρους είναι μια οργανωμένη προβοκάτσια για να πληγούν τα δικαιώματα και να συντηρητικοποιηθεί η κοινωνία, ποια ακριβώς μέτρα λαμβάνουν για να αντιμετωπίσουν τους «προβοκάτορες» στις πορείες, στους δρόμους, στις σχολές; Από την ιστορία ξέρουμε ότι η αριστερά όταν εντόπιζε επικίνδυνους προβοκάτορες, τους τσάκιζε. Γιατί άραγε δεν το κάνουν οι άρτι ανανήψαντες «προβοκατορολόγοι»; Η απάντηση είναι απλή σε όλα τα προηγούμενα ερωτήματα. Αν δεν είναι τελείως ανίκανοι, απλώς επέλεξαν μέσα στον πανικό τους να βουλιάξουν στην πολιτική υποκρισία για να σώσουν ό,τι μπορεί να περισωθεί από τα «μαγαζάκια» τους. Προσποιούνται ότι «πέφτουν από τα σύννεφα» για να μην αναγκαστούν να απολογηθούν για την πολιτικά τραγική και κοινωνικά επικίνδυνη στάση τους το προηγούμενο διάστημα, η οποία συνέβαλε και αυτή (μαζί με άλλους παράγοντες) στο να πάρει το φαινόμενο της ανεξέλεγκτης «κουκούλας» την έκταση που πήρε.

Υπάρχει, βέβαια, και ο άλλος δρόμος. Αυτός της πολιτικής αυτοκριτικής και του θάρρους που θα οδηγήσει σε μια ριζικά διαφορετική στάση απέναντι στο φαινόμενο της ανεξέλεγκτης, αντικοινωνικής βίας. ένας δρόμος που θα οδηγήσει στην περιφρούρηση των κινητοποιήσεων και των χώρων ασύλου και θα περιορίσει τις δυνατότητες εκδήλωσης της συνειδητής ή ασυνείδητης προβοκάτσιας, ώστε να μπορέσει με επιτυχία να αποκρουστεί η αναμενόμενη ένταση του κρατικού αυταρχισμού και κυρίως να αντιστραφεί η πορεία προς την ακραία κοινωνική συντηρητικοποίηση που ενδέχεται σύντομα να εκδηλωθεί με επικίνδυνες μορφές. Ειδάλλως, οι ηγέτες και ηγετίσκοι της «ριζοσπαστικής» αριστεράς, κοινοβουλευτικής ή εξωκοινοβουλευτικής, ας πάρουν δικαίως τη θέση που τους αρμόζει στην επιτροπή υποδοχής του Έλληνα …Μπερλουσκόνι, που δεν θ’ αργήσει να εμφανιστεί σέρνοντας το 70% του λαού από πίσω του. Θα έχουν βάλει και αυτοί το λιθαράκι τους…


Ο Λοξός

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek