του Γ. Ρακκά, από το Άρδην τ. 73, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2009

Το τριήμερο 15-19 Ιανουαρίου 2009, μέλη του Άρδην και της Ρήξης ταξίδεψαν στον Λίβανο προκειμένου να συμμετάσχουν στο συνέδριο «Για την Αντίσταση, τον αντι-ιμπεριαλισμό, την αλληλεγγύη των λαών και τις εναλλακτικές λύσεις», που διοργάνωσαν από κοινού οι πολιτιστικοί φορείς της Χεζμπολά, η Συμμαχία Σταματήστε τον Πόλεμο από τη Μεγάλη Βρετανία, το Αντι-ιμπεριαλιστικό Φόρουμ από την Καλκούτα και η Πλατφόρμα ενάντια στην Αμερικανική και τη Σιωνιστική Κατοχή από το Κάιρο.

Από τις πρώτες στιγμές που φτάσαμε, δεν αργήσαμε να κατανοήσουμε την εξαιρετική σημασία μιας τέτοιας διοργάνωσης. Αυτή έγκειται κατ’ εξοχήν στο γεγονός ότι για πρώτη φορά αυθεντικά κινήματα από τις τέσσερις γωνιές του πλανήτη συγκεντρώθηκαν προκειμένου να συζητήσουν, και μάλιστα όχι σε κάποια απόμακρη τοποθεσία, αλλά κατά τη διάρκεια της εισβολής στη Γάζα.

Έτσι, σε μια εποχή όπου τα εγκλήματα των σιωνιστών και η αμερικάνικη κατοχή στη Μέση Ανατολή τείνουν να παροξύνουν τον διαβόητο πόλεμο των πολιτισμών, αντιπροσωπείες από την Παλαιστίνη (η Χαμάς, το Λαϊκό και το Δημοκρατικό Μέτωπο), την Ινδία, τη Βολιβία του Μοράλες και τη Βενεζουέλα του Τσάβες, τη Συρία, το Ιράν, το Ιράκ και την Ευρώπη, επισημοποίησαν έναν πραγματικό δίαυλο επικοινωνίας και ουσιαστικής όσμωσης και ανταλλαγής απόψεων.

Πραγματικά, η κίνηση αυτή δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ένα άνοιγμα των κινημάτων της ριζοσπαστικής ισλαμικής αντίστασης. Και δεν είναι τυχαίο ότι το άνοιγμα αυτό το επέλεξε η Χεζμπολά στον Λίβανο. Διότι η οργάνωση αυτή αντιπροσωπεύει την πιο «ανοιχτή» εκδοχή της ισλαμικής αντίστασης, όντας διαμορφωμένη υπό το κλίμα μιας κοινωνίας πολυθρησκευτικής, μιας «χώρας των συνόρων», που κατά παράδοση έπαιζε τον ρόλο της γέφυρας μεταξύ της Δύσης και της Ανατολής.

Η παρέμβασή μας στο συνέδριο, με ομιλητή τον Γ. Καραμπελιά, επικεντρώθηκε ακριβώς σε αυτή τη νέα σχέση Ανατολής και Δύσης, σε μια εποχή που ο «δυτικός άνεμος» αδυνατίζει και ο ανατολικός ενισχύεται. Περιοχές όπως ο Λίβανος, η Παλαιστίνη και η Ελλάδα λειτουργούν ως γέφυρα Ανατολής – Δύσης και ως δυνητικό επίκεντρο του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος, μαζί με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Η ελληνική παρουσία ήταν ιδιαίτερα μαζική, μάλλον η πιο πολυμελής από όλες τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές. Το γεγονός αυτό ήταν πολύ θετικό, καθώς σήμερα η παρουσία μας σε τέτοιου τύπου συναντήσεις είναι απαραίτητη, για μια σειρά από λόγους:

  1. Η οκταετία Σημίτη έχει αφήσει μια πολύ κακή κληρονομιά επιδείνωσης των ελληνο-αραβικών σχέσεων. Κατά την περίοδο εκείνη, η Ελλάδα ταυτίστηκε απόλυτα με την πολιτική των Αμερικανών και των σιωνιστών, εγκαταλείποντας κάθε προσπάθεια προσέγγισης του αραβικού κόσμου. Δυστυχώς, το «υπουργείο από το εξωτερικόν» συνεχίζει αυτή την παράδοση, αφήνοντας ένα τεράστιο και δυσαναπλήρωτο κενό στην εθνική στρατηγική της χώρας. Έτσι, το βάρος των ελληνοαραβικών σχέσεων καταλήγει να πέφτει… σε όσους συμμετέχουν σε τέτοιες συναντήσεις ή σε πρωτοβουλίες όπως αυτή της οργάνωσης Ελεύθερη Γάζα, η οποία προσπάθησε να σπάσει τον ναυτικό αποκλεισμό της Γάζας. Δίχως αυτές τις πρωτοβουλίες, ειλικρινά, η Ελλάδα, μια μεσογειακή χώρα, θα κατέληγε εντελώς απομονωμένη από τους Άραβες. Και τούτο καθίσταται ακόμα σημαντικότερο αν αναλογιστούμε ότι η Τουρκία παίζει συστηματικά, τον τελευταίο καιρό, το χαρτί του Ισλάμ προκειμένου να αναδείξει τον πρωταγωνιστικό της ρόλο και στη Μέση Ανατολή.
  2. Όπως έχουμε αναλύσει πολλές φορές από τις στήλες αυτού του περιοδικού, στο εσωτερικό της χώρας τείνει να διαμορφωθεί μια παραπλανητική, για τα μείζονα προβλήματα που μας ταλανίζουν, πόλωση. Μια πόλωση που προσπαθεί να επικεντρώσει την κοινωνική και πολιτική αντιπαράθεση αποκλειστικά στον «εσωτερικό εχθρό», αγνοώντας επιδεικτικά το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι ταυτόχρονα μια κοινωνία υπερκαταναλωτική, που παρουσιάζει φαινόμενα όμοια μ’ αυτά της μητροπολιτικής Δύσης, και από την άλλη μια χώρα αποικιοποιημένη, μια χώρα που συνεχίζει να αντιμετωπίζει εθνικά προβλήματα στη Θράκη, το Αιγαίο, την Κύπρο και τη Μακεδονία. Δεν χρειάζεται να επιμείνουμε στο πώς και το γιατί μια λογική που, αντί να προσπαθεί να συνθέσει τα κοινωνικά, τα εθνικά και τα αντι-ιμπεριαλιστικά αιτήματα, καταλήγει στο να τα θέτει αντιπαραθετικά είναι τουλάχιστον καταστροφική για το μέλλον των κινημάτων αλλά και ευρύτερα για το μέλλον ολόκληρου του τόπου.
    Αξίζει λοιπόν να σημειώσουμε πως η συμμετοχή σε τέτοιου τύπου συναντήσεις βοηθάει, έστω και διά της τεθλασμένης, ανθρώπους και οργανώσεις να κατανοήσουν την εξαιρετική πολυπλοκότητα της ευρύτερης περιοχής και άρα τους επιτρέπει να κινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση. Διότι, απλούστατα, η επαφή με τα κινήματα του Τρίτου Κόσμου, και ιδιαίτερα της Μέσης Ανατολής, δεν μπορεί παρά, μεταξύ άλλων, να υπομνηματίζει την εξαιρετική σημασία της εθνικής και της θρησκευτικής ταυτότητας αλλά και των παραδόσεων στα αντι-παγκοσμιοποιητικά και τα αντι-ιμπεριαλιστικά κινήματα.
  3. Ούτως ή άλλως, επειδή ζούμε σε μια χώρα όπου κυριαρχεί ο δυτικοκεντρισμός, η επαφή με όλα τα κινήματα του Τρίτου Κόσμου είναι πολύ γόνιμη. Και αυτό, προκειμένου να διαπιστώσουμε ιδίοις όμμασι την ειδοποιό διαφορά μεταξύ μιας Δύσης που φθίνει μέσα στον καταναλωτικό κορεσμό και την εργαλειοποίηση κάθε αξίας και νοήματος, και μιας περιφέρειας η οποία σταδιακά ανακάμπτει παράγοντας νέες απόπειρες για την αποτίναξη του μακραίωνου αποικιακού ζυγού.
    Βεβαίως, σε σχέση με τη Μέση Ανατολή και το Ισλάμ, αυτό το ζήτημα είναι πολύ λεπτό, καθώς, τόσο η Ευρώπη όσο και η χώρα μας, αντιμετωπίζουν την τελευταία 10ετία έντονα προβλήματα ισορροπίας και συνοχής τα οποία προκαλούνται από το χάσμα που παρεμβάλλεται μεταξύ της ευρωπαϊκής και της μουσουλμανικής κουλτούρας. Πρόκειται όμως για δύο ζητήματα τα οποία θα πρέπει να τα προσεγγίζουμε διαφορετικά. Διότι είναι άλλο το πρόβλημα της ενσωμάτωσης μουσουλμανικών πληθυσμών στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, οι οποίες ιστορικά έχουν λύσει προβλήματα όπως αυτό της θέσης της γυναίκας και της εκκοσμίκευσης, και άλλο το πώς οι λαοί της περιφέρειας θα χειραφετηθούν από την «τυραννία της Δύσης» επινοώντας τους δικούς τους δρόμους για την επίλυση των εσωτερικών τους προβλημάτων.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η επαφή με τα κινήματα χειραφέτησης των Παλαιστινίων και των λοιπών Αράβων, όπως και η όσμωση με τους υπόλοιπους, τους Ινδούς ή τους Λατινοαμερικάνους, μας βοηθούν στο να υπερβούμε τον μίζερο επαρχιωτισμό του νεο-ελλαδιστάν και να εξασκήσουμε τις οικουμενικές μας δυνατότητες, που εξάλλου πάντοτε χαρακτήριζαν τον ελληνισμό.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek