του Σ. Καργάκου, από το Άρδην τ. 56, Οκτώβριος – Νοέμβριος 2005

Ειχα τήν ευ­και­ρί­α καί τή χα­ρά νά ζή­σω ἕ­να τρι­ή­με­ρο στήν πό­λη πού μέ­χρι πρό τι­νός ἔ­φε­ρε τό βα­ρύ ὄ­νο­μα τοῦ Βλα­δί­μη­ρου Λέ­νιν. Οἱ πάν­τες, ὅ­σους εἶ­δα ἐ­κεῖ, κά­νουν πώς τόν ξε­χνοῦν καί μό­νο οἱ μι­κρο­πω­λη­τές πού, που­λᾶ­νε μι­κρές προ­το­μές ἤ σή­μα­τα μέ τή μορ­φή του, τόν θυ­μοῦν­ται. «Ὁ Λέ­νιν που­λά­ει ἀ­κό­μη», μοῦ εἶ­πε ἕ­νας τῆς συν­τρο­φιᾶς. Ὅ­σο γιά τή χα­ρι­τω­μέ­νη ἀ­με­ρι­κα­νο­τρα­φῆ καί ἑλ­λη­νο­μα­θῆ συ­νο­δό μας, δεί­χνον­τάς μας τόν γι­γαν­τια­ῖο ἀν­δριά­ντα τοῦ Λέ­νιν στήν Πρό­σπε­κτ Μο­σκόφ­σκυ, στήν μα­κρύ­τε­ρη λε­ω­φό­ρο τῆς πό­λης, μᾶς εἶ­πε μέ λε­πτή εἰ­ρω­νεί­α: «Ὁ Λέ­νιν στα­μα­τά­ει τα­ξί». Ναί, ἡ στά­ση τοῦ Λέ­νιν εἶ­ναι τέ­τοι­α σάν νά θέ­λει νά στα­μα­τή­σει τα­ξί. Κι ὅ­μως ὁ ἀν­δριά­ντας, πού κι­νεῖ­ται στή γραμ­μή τοῦ σο­σι­α­λι­στι­κοῦ ρε­α­λι­σμοῦ, πού τώ­ρα δέν εἶ­ναι τοῦ συρ­μοῦ, κα­τά τοῦ­το ἦ­ταν ἀ­λη­θής καί ἀ­κρι­βής: ὁ Λέ­νιν στα­μά­τη­σε τό «τα­ξί τῆς ἱ­στο­ρί­ας» καί τοῦ ἔ­δω­σε ἄλ­λο προ­σα­να­το­λι­σμό. Τό για­τί ἡ πο­ρεί­α ἀ­κο­λού­θως στρά­βω­σε, εἶ­ναι μιά ἄλ­λη ἱ­στο­ρί­α πού δέν εἶ­ναι τοῦ πα­ρόν­τος νά ἐ­ξη­γή­σω. Ἄλ­λω­στε, ἀ­πό­πει­ρες ἑρ­μη­νεί­ας ἔ­χω κά­νει σέ πολ­λά ἄρ­θρα καί βι­βλί­α μου. Τού­τη ὅ­μως ἡ ἐ­πί­σκε­ψη πού ἔ­κα­να στήν Ρω­σί­α ἦ­ταν μιά ἐ­πί­σκε­ψη πού χρω­στοῦ­σα στόν Λέ­νιν καί στήν ἐ­πα­νά­στα­ση τοῦ Λέ­νιν.

Ὑπάρ­χει σή­με­ρα ἕ­να κα­πι­τα­λι­στι­κό λοῦ­στρο πά­νω στήν πό­λη πού ἀ­νέ­δει­ξε σέ πρω­τεύ­ου­σα μορ­φή τοῦ 20οῦ αἰ­ῶ­να τόν Λέ­νιν. Σ’ αὐ­τούς πού πλα­τω­νι­κά βλέ­πουν μό­νο φαι­νό­με­να, ὁ Λέ­νιν εἶ­ναι ἀ­πών. Ποῦ καί ποῦ προ­βάλ­λει σάν του­ρι­στι­κή «ἀ­τρα­ξιόν». Γιά τόν προ­σε­κτι­κό, ὅ­μως, πα­ρα­τη­ρη­τῆ, τά πράγ­μα­τα εἶ­ναι ἀλ­λι­ῶς. Ὁ Λέ­νιν εἶ­ναι πάν­τα πα­ρών.

Ἀ­κό­μη βα­ραί­νει πά­νω ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό τῆς Πε­τρού­πο­λης –πού ἀ­γραμ­μα­τί­στως ἀ­να­κη­ρύ­ξα­με σέ ἁ­γί­α! – ὁ βα­ρύς ἴ­σκιος τοῦ Βλα­δί­μη­ρου Οὐ­λιά­νωφ. Τό Λέ­νιν (ρω­σι­κά προ­φέ­ρε­ται Λι­έ­νιν) ἦ­ταν ἕ­να ἀ­πό τά πολ­λά ἐ­πα­να­στα­τι­κά ψευ­δώ­νυ­μά του. Τά ἄλ­λα ἦ­σαν Ἴ­λιν, Τού­λιν καί κά­ποι­α πού δέν ἐν­θυ­μοῦ­μαι πιά. Για­τί ὅ­λα ὅ­σα ἀ­κο­λου­θοῦν γρά­φον­ταν κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά στό γό­να­το τίς μέ­ρες τῆς ἐ­πί­σκε­ψε­ώς μου.

Ὁ «τε­χνο­κρά­της τῶν ἐ­πα­να­στά­σε­ων» πού ἔ­δω­σε τή συν­τα­γή τῆς ἐ­πα­να­στα­τι­κῆς τα­κτι­κῆς σέ ὅ­λες τίς ἐ­πα­να­στά­σεις τοῦ 20ού αἰ­ῶ­να, ἦ­ταν κι αὐ­τός βγαλ­μέ­νος ἀ­πό τή φλό­γα ἑ­νός ἐ­πα­να­στα­τι­κοῦ πυ­ρε­τοῦ, πού κρα­τοῦ­σε ἀ­πό τό 1848 καί κο­ρυ­φώ­θη­κε στή με­γά­λη δι­κή του Ἐ­πα­νά­στα­ση, τή με­γα­λύ­τε­ρη ἐ­πα­νά­στα­ση τοῦ 20ού αἰ­ῶ­να, πού, ἐ­νῶ ἦ­ταν ἡ πιό ἀ­ναί­μα­κτη, κα­τέ­λη­ξε στήν πιό αἱ­μα­τη­ρή ἐμ­πει­ρί­α τῆς ἱ­στο­ρί­ας.

Ὁ Λέ­νιν γεν­νή­θη­κε στίς 23 Ἀ­πρι­λί­ου 1870 στό Σιμ­πίρ­σκ, κι ὄ­χι στή Σι­βη­ρί­α ὅ­πως μας ἔ­λε­γε ἡ νε­α­ρή ξε­να­γοῦ­σα, μιά πό­λη στήν ἀ­ρι­στε­ρή ὄ­χθη τοῦ Βόλ­γα, ἀ­νά­με­σα στό Κα­ζάν καί στή Σα­μά­ρα. Ὁ πα­τέ­ρας τοῦ Λέ­νιν ἦ­ταν δι­ευ­θυν­τής Δη­μο­τι­κῆς ἐκ­παι­δεύ­σε­ως, καί ὄ­χι γιός ἀ­γρό­τη πού βο­η­θοῦ­σε τόν πα­τέ­ρα του στά χω­ρά­φια, ὅ­πως ἔ­λε­γε ἄλ­λος ξε­να­γός σ’ ἑλ­λη­νι­κό «κο­πά­δι» στή Μό­σχα. Τήν οἰ­κο­γέ­νειά του ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν τρεῖς κό­ρες καί τρεῖς γιοί.

Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­δελ­φός τοῦ Λέ­νιν, ὁ Ἀ­λέ­ξαν­δρος, δυ­να­μι­κό μέ­λος τῆς ἐ­πα­να­στα­τι­κῆς ὀρ­γα­νώ­σε­ως «Να­ρόν­τνα­για Βό­λια», ἀ­παγ­χο­νί­στη­κε τό 1887 ὡς τρο­μο­κρά­της. Ἡ μη­τέ­ρα του, Μα­ρί­α Ἀ­λε­ξάν­τροβ­να, τήν ὁ­ποί­α ὁ Λέ­νιν ὑ­πε­ρα­γα­ποῦ­σε, πέ­θα­νε ἐ­ξό­ρι­στη τό 1913. Ἡ οἰ­κο­γέ­νεια Οὐ­λιά­νωφ ζοῦ­σε με­τρη­μέ­νη ζω­ή, ἀλ­λά ἦ­ταν ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στά γράμ­μα­τα καί στήν Ἐ­πα­νά­στα­ση. Ὁ νε­α­ρός Βλα­δί­μη­ρος ἐ­ξέ­μα­θε ἐ­νω­ρίς πολ­λές ξέ­νες γλῶσ­σες (κά­τι πού τόν κά­νει δι­α­φο­ρε­τι­κό ἀ­πό τούς δι­α­δό­χους του) καί ἀ­γά­πη­σε μέ πά­θος τά Λα­τι­νι­κά καί τά Ἀρ­χαῖ­α Ἑλ­λη­νι­κά. Δι­ά­βα­σε ὅ­λους τούς ἀρ­χαί­ους συγ­γρα­φεῖς, κά­τι πού δέν τοῦ συγ­χώ­ρη­σαν πο­τέ οἱ δι­κοί μας ἠ­μι­μα­θεῖς ἀ­ρι­στε­ροί. Εἰ­σή­χθη στό πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Κα­ζάν, ἀλ­λ’ ἀ­πο­βλή­θη­κε νω­ρίς λό­γω τῆς ἐ­πα­να­στα­τι­κῆς στό­φας του. Ἄρ­χι­σε τό­τε νά με­λε­τᾶ μέ πά­θος τήν κομ­μου­νι­στι­κή θε­ω­ρί­α, βο­η­θού­με­νος ἀ­πό τήν ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α πού εἶ­χε κά­νει ὁ Γ. Πλε­χά­νωφ. Τό 1891, πῆ­ρε τήν ἄ­δεια νά με­τα­βεῖ στήν Πε­τρού­πο­λη. Ἔ­δω­σε ἐ­ξε­τά­σεις στήν Νο­μι­κή, πέ­τυ­χε θρι­αμ­βευ­τι­κά καί ἀ­να­γο­ρεύ­θη­κε δι­δά­κτωρ. Δι­κη­γό­ρη­σε γιά ἐ­λά­χι­στες ἡ­μέ­ρες. Μοῦ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νά φαν­τα­στῶ τόν Λέ­νιν ὡς δι­κη­γό­ρο. Ἄλ­λω­στε, κι ὁ ἴ­διος ἄ­φη­σε ἀ­μέ­σως τά δι­κό­γρα­φα καί ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κε στήν ἰ­δέ­α τῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως, πού ἐν­τε­λῶς θο­λά πρό­βαλ­λε στόν ἱ­στο­ρι­κό ὁ­ρί­ζον­τα.

Ὁ Λέ­νιν στή Σα­μά­ρα, περ­νών­τας μέ­σα ἀ­πό τήν ὀρ­γά­νω­ση τῶν Να­ρόν­τνι­κων (=Φί­λων τοῦ Λα­οῦ), προ­χώ­ρη­σε πέ­ρα ἀ­πό τίς δι­α­κη­ρύ­ξεις σέ πιό προ­ω­θη­μέ­νες θέ­σεις. Τό 1894, σέ ἡ­λι­κί­α 24 ἐ­τῶν, εἰ­σῆλ­θε στόν «Κεν­τρι­κό ὅ­μι­λο γιά τή δι­εύ­θυν­ση τοῦ ἐρ­γα­τι­κοῦ κι­νή­μα­τος». Ὄν­τως, τό ἐρ­γα­τι­κό κί­νη­μα, σέ μιά φά­ση ἐκ­βι­ο­μη­χα­νι­σμού τῆς Ρω­σί­ας, ἀρ­χί­ζει νά παίρ­νει δι­α­στά­σεις. Μέ συ­νερ­γά­τες τούς ἐρ­γά­τες Σεγ­κού­νωφ, Μπαμ­πού­σκιν, Μπο­ρίς Ζη­νό­βι­εφ, δη­μι­ούρ­γη­σε πολ­λούς ἐρ­γα­τι­κούς κύ­κλους πού ἀ­πο­τέ­λε­σαν τή ζύ­μη γιά τή δη­μι­ουρ­γί­α νέ­ας ὀρ­γα­νώ­σε­ως μέ τήν ὀ­νο­μα­σί­α « Ἕ­­νω­ση τοῦ Ἀ­γῶ­να γιά τήν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση τῆς Ἐρ­γα­τι­κῆς Τά­ξης». Ἡ ὀρ­γά­νω­ση αὐ­τή τοῦ ἐμ­πι­στεύ­θη­κε τή δι­εύ­θυν­ση τῶν πρώ­των ἀ­περ­γι­ῶν. Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη του δο­κι­μα­σί­α στήν ἔμ­πρα­κτη ἐ­φαρ­μο­γή τῆς ἐ­πα­να­στα­τι­κῆς θε­ω­ρί­ας καί τα­κτι­κῆς. Ἀρ­χί­ζει νά δη­μο­σι­εύ­ει κεί­με­να πο­λυ­γρα­φη­μέ­να γιά ἐρ­γά­τες. Σέ πο­λύ­γρα­φο ἦ­ταν τυ­πω­μέ­νο καί τό πρῶ­το του βι­βλί­ο «Τί εἶ­ναι οἱ Φί­λοι τοῦ Λα­οῦ καί πῶς πο­λε­μοῦν τούς σο­σι­αλ­δη­μο­κρά­τες». Μέ τό βι­βλί­ο αὐ­τό ὁ Λέ­νιν ἀ­φή­νει τίς αἰ­σθη­μα­τι­κές δι­α­κη­ρύ­ξεις ἀ­γά­πης γιά τόν λα­ό, φθά­νει στόν Μάρξ καί με­λε­τᾶ τρό­πους ἐ­πα­να­στα­τι­κής ἀ­να­τρο­πῆς τῆς ἀ­στι­κῆς τά­ξης. Πε­ρι­έρ­χε­ται τό­τε, ὡς ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ας ἐ­πα­να­στά­της, ὅ­λα τά ἐρ­γο­στά­σια τῶν με­γά­λων πό­λε­ων τῆς Ρω­σί­ας καί δί­νει μα­θή­μα­τα ἐ­πα­να­στα­τι­κής τα­κτι­κῆς στούς ἐρ­γά­τες.
Στά τέ­λη Ἀ­πρι­λί­ου 1895, ὁ Λέ­νιν με­τα­βαί­νει στό ἐ­ξω­τε­ρι­κό, γιά νά συ­ναν­τη­θεῖ μέ ἐ­πι­ζῶν­τες στήν ἐ­ξο­ρί­α Ρώ­σους ἐ­πα­να­στά­τες, τόν Πλε­χά­νωφ, τόν Ἄ­ξελ­ροντ, τήν Βέ­ρα Ζασ­σού­λιτς. Οἱ ἐ­ξό­ρι­στοι εἶ­χαν δη­μι­ουρ­γή­σει στό ἐ­ξω­τε­ρι­κό τήν πρώ­τη μαρ­ξι­στι­κή ὀρ­γά­νω­ση μέ τήν ὀ­νο­μα­σί­α «Ἡ Ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση διά τῆς ἐρ­γα­σί­ας». Ἔ­βγα­ζαν φυλ­λά­δια καί τά δι­ο­χέ­τευ­αν στή Ρω­σί­α. Ἡ συ­νάν­τη­ση ἔ­γι­νε στήν Ἐλ­βε­τί­α. Ὁ Ἄ­ξελ­ροντ, ἐν­τυ­πω­σι­α­σμέ­νος ἀ­πό τόν δυ­να­μι­σμό τοῦ Λέ­νιν, ἔ­γρα­ψε: «Μέ­χρι τώ­ρα ἡ Ρω­σί­α δέν εἶ­χε ἄν­δρα πού νά συ­ναρ­θρώ­νει τή βα­θειά γνώ­ση τῆς μαρ­ξι­στι­κῆς θε­ω­ρί­ας μέ τίς πρα­κτι­κές ἱ­κα­νό­τη­τες τοῦ ὀρ­γα­νω­τῆ. Τώ­ρα ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τός ὑ­πάρ­χει: εἶ­ναι ὁ μέλ­λων ἀρ­χη­γός τοῦ ἐρ­γα­τι­κοῦ κι­νή­μα­τος Βλα­δί­μη­ρος Ἴ­λιτς Οὐ­λιά­νωφ». Με­τά τήν ἐ­πα­φή αὐ­τή ὁ Λέ­νιν ἐ­πα­νῆλ­θε στήν Πε­τρού­πο­λη, ὅ­που ἵ­δρυ­σε τή «Μα­χη­τι­κή Ἔ­νω­ση γιά τήν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση τῆς ἐρ­γα­τι­κῆς τά­ξης». Κά­τι ἔ­χει ἀλ­λά­ξει στή σκέ­ψη καί στή δρά­ση του.

Ἡ ὀρ­γά­νω­ση αὐ­τή πρω­το­στά­τη­σε σέ πολ­λές κι­νη­το­ποι­ή­σεις. Ἡ προ­σο­χή τῆς τσα­ρι­κῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας ἄρ­χι­σε νά στρέ­φε­ται πρός τό μέ­ρος του. Πολ­λοί συ­νερ­γά­τες του συ­νε­λή­φθη­σαν καί φυ­λα­κί­στη­καν. Κά­ποι­α στιγ­μή ἦλ­θε καί ἡ δι­κή του σει­ρά. Στή φυ­λα­κή συγ­γρά­φει τό ἔρ­γο πού τό 1899 ἔ­λα­βε τόν τίτ­λο: Ἡ ἀ­νά­πτυ­ξη τοῦ κε­φα­λαι­ο­κρα­τι­σμοῦ στή Ρω­σί­α. Στή δί­κη πού ἔ­γι­νε στίς 23 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1897, ὁ Λέ­νιν κα­τα­δι­κά­ζε­ται σέ τρι­ε­τή ἐ­ξο­ρί­α στή Σι­βη­ρί­α. Με­τα­φέρ­θη­κε στό χω­ριό Σοῦ­σα τῆς ἐ­παρ­χί­ας Γε­νισ­σέ­ι. Οὔ­τε ἐ­κεῖ στα­μα­τᾶ τή με­λέ­τη.

Στήν ἐ­ξο­ρί­α ὁ Λέ­νιν ἔ­γρα­ψε Τά προ­βλή­μα­τα τῶν σο­σι­αλ­δη­μο­κρα­τῶν τῆς Ρω­σί­ας, ὅ­που ἀ­να­πτύσ­σει ἀ­πό­ψεις γιά τή με­τα­τρο­πή μιᾶς χώ­ρας ἀ­γρο­τι­κῆς σέ σο­σι­α­λι­στι­κή. Ἄ­πο­ψη τοῦ Λέ­νιν ἦ­ταν πώς οἱ ἐρ­γά­τες πρέ­πει μό­νοι νά ἀ­πο­δυ­θοῦν σέ ἀ­γῶ­να γιά τήν ἄ­νο­δό της, χω­ρίς νά πε­ρι­μέ­νουν τί­πο­τα ἀ­πό τήν ἀ­στι­κή τά­ξη: «Τώ­ρα ἀ­μέ­σως, ἐ­νῶ βρι­σκό­μα­στε ὑ­πό τσα­ρι­κό ζυ­γό καί ὑ­πό δυ­σμε­νεῖς συν­θῆ­κες, ὀ­φεί­λου­με νά δη­μι­ουρ­γή­σου­με τα­ξι­κό κόμ­μα, σο­σι­α­λι­στι­κό, αὐ­τό­νο­μο καί νά ἀ­γω­νι­σθοῦ­με κα­τά τοῦ τσα­ρι­σμοῦ καί τῆς ἀ­στι­κῆς τά­ξης».
Ὁ Λέ­νιν ἔ­μει­νε στήν ἐ­ξο­ρί­α ὡς τό 1900. Σ’ ἕ­να τα­ξί­δι του στήν Πε­τρού­πο­λη συ­νε­λή­φθη ξα­νά καί φυ­λα­κί­σθη­κε γιά τρεῖς ἑ­βδο­μά­δες. Αὐ­τό τόν ἀ­νάγ­κα­σε νά με­τα­βεῖ στό ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ὅ­που μέ τόν Μάρ­τωφ καί τόν Πο­τρε­σώφ ἄρ­χι­σαν νά ἐκ­δί­δουν τήν Ἴ­σκρα (=Σπί­θα). Τό πρῶ­το ση­μαν­τι­κό ἄρ­θρο τοῦ Λέ­νιν εἶ­χε τίτ­λο: «Ἀ­πό ποῦ νά ἀρ­χί­σου­με;­». Τό ἄρ­θρο αὐ­τό πε­ρι­εῖ­χε ἐν σπέρ­μα­τι τίς ἀ­πό­ψεις πού θά δι­α­τυ­πώ­σει ὁ Λέ­νιν στό ἔρ­γο: Τί νά κά­νου­με;

Τό σο­σι­αλ­δη­μο­κρα­τι­κό κόμ­μα ἱ­δρύ­θη­κε τό 1903. Τό δεύ­­τε­ρο συ­νέ­δριο ἔ­γι­νε στό ἐ­ξω­τε­ρι­κό (Βρυ­ξέλ­λες – Λον­δί­νο), ὅ­που συ­ζη­τή­θη­κε ἐ­κτε­νῶς τό κα­τα­στα­τι­κό. Στή δι­α­τύ­πω­ση πού πρό­τει­ναν οἱ Μάρ­τωφ καί Πλε­χά­νωφ, ὅ­τι μέ­λος τοῦ κόμ­μα­τος γί­νε­ται ὅ­ποι­ος πα­ρα­δέ­χε­ται τό πρό­γραμ­μα τοῦ κόμ­μα­τος καί τό βο­η­θά­ει οἰ­κο­νο­μι­κά καί προ­σω­πι­κά μέ συμ­με­το­χή σέ κά­ποι­α ὀρ­γά­νω­σή του, ὁ Λέ­νιν δι­έ­κρι­νε τόν κίν­δυ­νο δη­μι­ουρ­γί­ας ἑ­νός κόμ­μα­τος ἄ­νευ οὐ­σί­ας, λό­γω ἐλ­λεί­ψε­ως συ­νο­χῆς καί πει­θαρ­χί­ας. Αὐ­τός ἤ­θε­λε στε­λέ­χη-στρα­τι­ῶ­τες. Κόμ­μα πού νά λει­τουρ­γεῖ ὡς στρα­τι­ω­τι­κός μη­χα­νι­σμός. Τό κόμ­μα δι­α­σπά­σθη­κε. Ἡ πλει­ο­ψη­φί­α, ρω­σι­κά «μπολ­σέβ­σκι», τά­χθη­κε μέ τόν Λέ­νιν καί ἡ μει­ο­ψη­φί­α «μεν­σε­βί­κι» μέ τούς Μάρ­τωφ – Πλε­χά­νωφ. Ἔ­τσι προ­έ­κυ­ψαν τά ἐ­πα­να­στα­τι­κά κόμ­μα­τα τῶν Μπολ­σε­βί­κων, μέ στι­βα­ρή ἠ­γε­σί­α καί στρα­τι­ω­τι­κή πει­θαρ­χί­α, καί τῶν Μεν­σε­βί­κων μέ χα­λα­ρή συ­νο­χή καί ἀ­στα­θῆ ἠ­γε­σί­α. Ἡ Ἴ­σκρα πε­ρι­ῆλ­θε στά χέ­ρια τῶν Μεν­σε­βί­κων.
Τό 1905, ἡ Ρω­σί­α ὑ­πέ­στη δει­νή ἧτ­τα ἀ­πό τήν Ἰ­α­πω­νί­α. Με­τά τή σφα­γή 100.000 στρα­τι­ω­τῶν στό Μοῦκ­δεν, ση­μει­ώ­νον­ται στά­σεις στόν στρα­τό. Στίς 9 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1905, οἱ ἐρ­γά­τες, μέ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τόν πα­πά-Γκα­πόν (πού μᾶλ­λον ἦ­ταν προ­βο­κά­το­ρας) ἔ­χον­τας ἐμ­πι­στο­σύ­νη ἀ­κό­μη στόν Τσά­ρο, φθά­νουν κρα­τών­τας εἰ­κό­νες καί σταυ­ρούς πρό τῶν Χει­με­ρι­νῶν Ἀ­να­κτό­ρων ἀλ­λά γί­νον­ται δε­κτοί μέ πυ­ρο­βο­λι­σμούς. Εἶ­ναι ἡ λε­γό­με­νη «Μα­τω­μέ­νη Κυ­ρια­κή», πού κα­τά τόν Λέ­νιν ὑ­πῆρ­ξε «μιά γε­νι­κή δο­κι­μή γιά τήν πραγ­μα­τι­κή ἐ­πα­νά­στα­ση τοῦ 1917». Ὁ Λέ­νιν ἐ­πα­νῆλ­θε στή Ρω­σί­α καί ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε κον­τά στήν Πε­τρού­πο­λη στά φιν­λαν­δι­κά σύ­νο­ρα, στό χω­ριό Κου­ό­κα­λα, ἀ­π’ ὅ­που ἐ­πι­σκε­πτό­ταν συ­χνά τήν πρω­τεύ­ου­σα. Ὀρ­γά­νω­σε σει­ρά κι­νη­μά­των πού πνί­γη­καν στό αἷ­μα: στή Μό­σχα, στό Κασ­νο­γιά­ρσκ, στό Χάρ­κο­βο. Ὁ Πλε­χά­νωφ ὑ­πο­στή­ρι­ξε ὅ­τι οἱ ἐρ­γά­τες δέν πρέ­πει νά πά­ρουν τά ὅ­πλα. Ὁ Λέ­νιν ἀν­τί­θε­τα ἦ­ταν ὑ­πέρ τῆς ἔ­νο­πλης ἐ­ξε­γέρ­σε­ως. «Τό νά ἀ­πο­κρύ­πτει κά­ποι­ος τήν ἀ­νάγ­κη ἑ­νός αἱ­μα­τη­ροῦ, ἀ­πέλ­πι­δου καί κα­τα­στρε­πτι­κού ἐμ­φυ­λί­ου πο­λέ­μου, ὡς ἄ­με­σου σκο­ποῦ τῆς προ­σε­χούς ἐ­πα­να­στά­σε­ως, θά ἰ­σο­δυ­να­μοῦ­σε μέ αὐ­τα­πά­τη καί ἐ­ξα­πά­τη­ση τοῦ λα­οῦ».

Κι ἐ­νῶ τό τσα­ρι­κό κα­θε­στώς πα­νη­γύ­ρι­ζε γιά τή συν­τρι­βή τῶν κι­νη­μά­των τοῦ 1905, ὁ Λέ­νιν τήν ἑ­πό­με­νη χρο­νιά ἔ­γρα­ψε: «Δέν πρέ­πει νά λη­σμο­νοῦ­με ὅ­τι ἡ ἡ­μέ­ρα τῆς με­γά­λης μο­νο­μα­χί­ας, τῆς γε­νι­κῆς ἐ­νό­πλου ἐ­ξε­γέρ­σε­ως πλη­σιά­ζει. Ὁ λα­ός ὀ­φεί­λει νά γνω­ρί­ζει ὅ­τι βα­δί­ζει πρός μιά ἔ­νο­πλη καί ἀ­πέλ­πι­δα πά­λη. Ἡ πε­ρι­φρό­νη­ση τοῦ θα­νά­του πρέ­πει νά ρι­ζώ­σει στήν καρ­διά του». Ἀ­κο­λου­θεῖ δεύ­τε­ρη ἐ­ξο­ρί­α. Περ­νᾶ μιά μα­κρά πε­ρί­ο­δο ἀ­πρα­ξί­ας πού τήν κα­λύ­πτει στή Ζυ­ρί­χη μέ τήν με­λέ­τη. Τό 1910 ἡ κα­τά­στα­ση ἀλ­λά­ζει. Ὁ Λέ­νιν συγ­κα­λεῖ στήν Πρά­γα παν­ρω­σι­κή συν­δι­ά­σκε­ψη τῶν Μπολ­σε­βί­κων. Ξε­κα­θά­ρι­σμα γραμ­μῆς καί προ­θέ­σε­ων. Τό κόμ­μα πρέ­πει νά στη­ρί­ζε­ται στήν ποι­ό­τη­τα, ὄ­χι στήν πο­σό­τη­τα. Δέν γί­νον­ται δε­κτοί Μεν­σε­βί­κοι καί Λικ­βιν­τα­ρι­στές. Δυ­ό νέ­ες ἐ­φη­με­ρί­δες ἐκ­δί­δον­ται τό 1911. Τό ἐ­πό­με­νο ἔ­τος βλέ­πει τό φῶς ἡ Πράβ­ντα (=Ἀ­λή­θεια). Ὁ Λέ­νιν ἀρ­θρο­γρα­φεῖ πυ­ρε­τω­δῶς. Μέ τά ἄρ­θρα αὐ­τά προ­σφέ­ρει τόν ἄρ­το ἰ­δε­ῶν γιά τήν ἐ­πα­νά­στα­ση.

Τό 1914 ξε­σπά ὁ πό­λε­μος. Ὁ Λέ­νιν δι­α­φω­νεῖ μέ τή γραμ­μή της Β΄ Δι­ε­θνοῦς, πού βλέ­πει τόν πό­λε­μο μέ κρι­τή­ρια ἐ­θνι­κά. Αὐ­τός προ­τεί­νει θε­ρα­πεί­α τοῦ πο­λέ­μου διά τοῦ πο­λέ­μου. Πο­λέ­μου ἐμ­φυ­λί­ου γιά νά ἀ­να­τρα­ποῦν τά βα­σι­λι­κά καί ἀ­στι­κά κα­θε­στῶ­τα. Ὀρ­γα­νώ­νει δυ­ό συ­νέ­δρια στό Κί­εν­ταλ καί στό Τσί­μερ­βαλ­ντ τῆς Ἐλ­βε­τί­ας μέ ἀν­τι­πο­λε­μι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Αὐ­τά ἀ­πο­τέ­λε­σαν τήν προ­βαθ­μί­δα της Γ΄ Δι­ε­θνοῦς.

Στή Ρω­σί­α ξε­σπᾶ ἐ­πα­νά­στα­ση. Τό τσα­ρι­κό κα­θε­στώς ἀ­να­τρέ­πε­ται. Τήν ἀρ­χή κα­τα­λαμ­βά­νουν ἀρ­χι­κά ὁ Λα­βρώφ καί με­τά ὁ σο­σι­α­λι­στής Κε­ρέν­σκι. Ὁ Λέ­νιν, σέ κρυ­φή συ­νεν­νό­η­ση μέ τή γερ­μα­νι­κή κυ­βέρ­νη­ση ἀ­να­χω­ρεῖ μέ λί­γους συν­τρό­φους γιά τήν Πε­τρού­πο­λη, μέ κλει­στό τραῖ­νο. Ἡ γερ­μα­νι­κή κυ­βέρ­νη­ση πί­στευ­ε πώς ὁ Λέ­νιν θά ἔ­βγα­ζε τή Ρω­σί­α ἀ­πό τόν πό­λε­μο καί θά γλί­τω­νε ἀ­πό τά βά­ρη τοῦ ἀ­να­το­λι­κοῦ με­τώ­που. Ὁ Λέ­νιν φθά­νει στήν πρω­τεύ­ου­σα στίς 3 Ἀ­πρι­λί­ου 1917 καί ἀ­μέ­σως κη­ρύσ­σει τήν ἀ­νάγ­κη κα­τά­λη­ψης τῆς ἐ­ξου­σί­ας ἀ­πό τό προ­λε­τα­ριά­το, πού ἔ­χει βρεῖ μιά πρω­τό­τυ­πη μορ­φή ὀρ­γα­νώ­σεως, τά «σο­βι­έτ».

Ἡ κυ­βέρ­νη­ση Κε­ρέν­σκι δέν δί­νει λύ­σεις: οὔ­τε κοι­νο­κτη­μο­σύ­νη προ­σφέ­ρει οὔ­τε κά­νει ἀ­να­κω­χή. Ἡ πεῖνα καί ὁ πό­λε­μος ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν νά θε­ρί­ζουν. Οἱ ἐρ­γά­τες τῆς Μό­σχας καί τῆς Πε­τρου­πό­λε­ως ἐ­ξε­γεί­ρον­ται. Ὁ Λέ­νιν ρί­χνει τά πε­ρί­φη­μα συν­θή­μα­τα: «Ὅ­λη ἡ ἐ­ξου­σί­α στά σο­βι­έτ», «ἡ γῆ στούς ἀ­γρό­τες», «εἰ­ρή­νη στό λα­ό», «ψω­μί στούς πει­να­σμέ­νους». Ἡ κυ­βέρ­νη­ση τόν ἐ­πι­κη­ρύσ­σει μέ τό πο­σό τῶν 200.000 ρου­βλί­ων. Ὁ Λέ­νιν ἀ­πο­σύ­ρε­ται στό Ἔλ­σιγ­κφορς (Ἐλ­σίν­κι) καί συν­το­νί­ζει ἀ­πό ἐ­κεῖ τόν ἐ­πα­να­στα­τι­κό ἀ­γῶ­να. Ἡ ἐ­πα­νά­στα­ση γί­νε­ται καί ἐ­πι­τυγ­χά­νει. Τό πῶς ἔ­γι­νε, θά τό ποῦ­με στό ἐ­πό­με­νο ἄρ­θρο.

Οἱ μέ­ρες τοῦ Ὀ­κτώ­βρη

Ὑ­πῆρ­ξε μιά ἐ­πο­χή πού μα­θαί­να­με σχε­δόν ἀ­π’ ἔ­ξω κά­θε ­τι πού δι­α­βά­ζα­με γιά τή Ρω­σί­α ἤ πού μᾶς ἄ­νοι­γε πα­ρά­θυ­ρο πρός τή Ρω­σί­α. Μέ­χρι πού νά ἐκ­δο­θοῦν Οἱ 10 μέ­ρες πού συγ­κλό­νι­σαν τόν κό­σμο τοῦ Τζών Ρήντ, Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ δη­μο­σι­ο­γρά­φου κομ­μου­νι­στῆ πού ἔ­χει τα­φεῖ στούς τοί­χους τοῦ Κρεμ­λί­νου, εἴ­χα­με ξε­κοκ­κα­λί­σει τά βι­βλί­α τοῦ Κα­ζαν­τζά­κη Τα­ξι­δεύ­ον­τας στή Ρω­σί­α. Θυ­μᾶ­μαι τούς πρώ­τους στί­χους ἑ­νός με­γά­λου ποι­ή­μα­τος ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νου στόν Λέ­νιν, πού ὡ­στό­σο χρει­α­ζό­ταν με­τά­φρα­ση. Ἦ­ταν πάν­τως συ­ναρ­πα­στι­κό, μέ τό γορ­γό ρυθ­μό πού δι­έ­θε­τε. Γρά­φω ἀ­πό μνή­μης:

Ἀρ­χάγ­γε­λε, Μογ­γό­λε,
λο­ξο­μά­τη,
μέ τῆς ἀρ­κού­δας
τίς προ­βι­ές τουσ­λού­κια
ἀ­γρι­μο­λέ τοῦ χά­ρου
πρω­το­λά­τη,
μέ τ’ ἄ­σπρα τά λι­γνά
κου­λού­κια,
ἀρ­χάγ­γε­λε
πού μᾶς κρα­τᾶς γε­μᾶ­τες
τίς φοῦ­χτες σου κρε­μά­λες
καί πα­λού­κια.

Κι ὁ Λέ­νιν φάν­τα­ζε μές στήν ψυ­χή μου, ψυ­χή ἑ­νός δε­κά­χρο­νου ἀ­γο­ριοῦ, πε­λώ­ριος, γι­γάν­τιος, ἀ­πέ­ραν­τος σάν τά πο­τά­μια τῆς Ρω­σί­ας. Κι ὡς ἕ­να βαθ­μό ἦ­ταν. Γι’ αὐ­τό θε­ω­ρῶ –γιά ὅ­ποι­ον με­λε­τᾶ ἀ­φα­νά­τι­στα τήν ἰ­στο­ρί­α– πώς εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νά μήν ἐκ­πλα­γεῖ μέ τήν ἀ­φέ­λεια τῶν πρω­τα­γω­νι­στῶν πού εἶ­χαν τήν ἱ­στο­ρι­κή ἀ­τυ­χί­α νά στα­θοῦν ἀ­πέ­ναν­τι στόν Λέ­νιν καί νά γί­νουν πο­λι­τι­κός στό­χος του.

Ἐ­νῶ ἡ κρί­ση εἶ­χε ὠ­ρι­μά­σει κι ὥ­ρα μέ τήν ὥ­ρα ὁ κε­ραυ­νός ἦ­ταν ἕ­τοι­μος νά ξε­σπά­σει, ὁ «πο­λυ­λο­γᾶς» ὅπως τόν λένε προσβλητικά κάποιοι ἱστορικοί, σοσιαλιστής, πρω­θυ­πουρ­γός Κε­ρέν­σκυ, πνιγ­μέ­νος στό βάλ­το τῆς ἀ­πρα­ξί­ας, δή­λω­νε ἐν τού­τοις κομ­πα­στι­κά: «Ὁ­μο­λο­γῶ ὅ­τι σχε­δόν ἐ­πι­θυ­μῶ τήν ἐ­ξέ­γερ­ση. Δι­α­θέ­τω πε­ρισ­σό­τε­ρες δυ­νά­μεις ἀ­π’ ὅ­σες χρει­ά­ζον­ται. Ἄν οἱ ἐ­πα­να­στά­τες κι­νη­θοῦν, θά συν­τρι­βοῦν». Ο s­a­n­c­ta s­i­m­p­l­i­c­i­t­as! Καί τά ἔ­λε­γε αὐ­τά, ὅ­ταν ἀ­πό τό πα­ρά­θυ­ρό του ἔ­βλε­πε τό φρού­ριο Πε­τρο­πα­βλόφ­σκι, στήν ἀ­πέ­ναν­τι ὄ­χθη τοῦ Νέ­βα, χω­ρίς νά ξέ­ρει ποι­ός κά­νει κου­μάν­το ἐ­κεῖ. Ἁ­γνο­οῦ­σε ὅ­τι ναῦ­τες καί στρα­τι­ῶ­τες εἶ­χαν σέ με­γά­λο βαθ­μό σο­βι­ε­το­ποι­η­θεῖ.

Πα­ράλ­λη­λα, οἱ ἐ­πα­να­στά­τες, σχε­δόν ἀ­νε­νό­χλη­τοι, κι­νοῦν­ταν με­θο­δι­κά καί κα­τε­λάμ­βα­ναν συ­στη­μα­τι­κά ὅ­λα τά «πό­στα» τῆς Πε­τρού­πο­λης. Κι ὅ­μως ἡ ἀ­φέ­λεια, ἀ­φέ­λεια. Ἡ ἐ­φη­με­ρί­δα «Ρίκ» τῶν «Καν­τέ», ὅ­πως λε­γό­ταν τό κόμ­μα τῶν «Συν­ταγ­μα­τι­κῶν – Δη­μο­κρα­τι­κῶν», ἔ­γρα­φε: «Ἄν οἱ μπολ­σε­βῖ­κοι τολ­μή­σουν νά ἐ­πι­τε­θοῦν, θά συν­τρι­βοῦν χω­ρίς δυ­σκο­λί­α». Αὐ­τό δέν ση­μαί­νει ὅ­τι τά πάν­τα στήν πα­ρά­τα­ξη τῶν μπολ­σε­βί­κων ἦ­ταν σέ εὐ­κο­λί­α. Εἶ­χαν, με­τά τή δι­α­φυ­γή τοῦ Λέ­νιν στό Ἔλ­σιν­γκφορς, κολ­λή­σει στή ρου­τί­να τῆς στα­τι­κῆς πο­λι­τι­κῆς, φο­βού­με­νοι νά προ­κα­λέ­σουν τή θύ­ελ­λα πού ἐν­δε­χο­μέ­νως δέν θά μπο­ροῦ­σαν νά ἐ­λέγ­ξουν. Οἱ Κά­με­νεφ καί Ζη­νό­φι­εφ, με­γά­λα ἀ­στέ­ρια τοῦ μπολ­σε­βι­κι­σμοῦ, ἤ­θε­λαν ἀ­να­βο­λή γιά εὐ­θε­τώ­τε­ρο και­ρό, ἀ­γνο­ών­τας πώς σέ ἐ­πα­να­στα­τι­κές πε­ρι­ό­δους «οἱ και­ροί οὐ με­νε­τοί». Ὁ μό­νος πού ἤ­ξε­ρε τί ἤ­θε­λε ἦ­ταν ὁ Λέ­νιν: ἤ τώ­ρα ἤ πο­τέ!

Στίς 6 Σε­πτεμ­βρί­ου ἔ­χει πει­στεῖ ὅ­τι ἐ­δῶ ὅ­που τά πράγ­μα­τα εἶ­χαν ὁ­δη­γη­θεῖ, κα­μιά συμ­φω­νί­α δέν εἶ­ναι ἱ­στο­ρι­κά ἀ­πο­δε­κτή. Θά εἶ­ναι σχέ­διο χα­ραγ­μέ­νο στήν ἄμ­μο. Γρά­φει, λοι­πόν, τήν ἴ­δια μέ­ρα: «Ἴ­σως ὁ χρό­νος κα­τά τόν ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν ἐ­φι­κτή μιά εἰ­ρη­νι­κή ἐ­ξέ­λι­ξη νά ἔ­χει πε­ρά­σει ἀ­νε­πι­στρε­πτί. Ναί, ὅ­λα δεί­χνουν πώς ἔ­χει πε­ρά­σει ὁ χρό­νος αὐ­τός». Ὁ Λέ­νιν εἶ­χε ὀ­σφραν­θεῖ πώς ἡ ὥ­ρα τῆς με­γά­λης στιγ­μῆς εἶ­χε φθά­σει: «Βρι­σκό­μα­στε στό κα­τώ­φλι μιᾶς παγ­κό­σμιας προ­λε­τα­ρια­κῆς ἐ­πα­να­στά­σε­ως», δι­α­κη­ρύσ­σει. Κι ἐ­πι­μέ­νει: «Ἡ πεῖνα δέν πε­ρι­μέ­νει. Ἡ ἀ­γρο­τι­κή ἐ­ξέ­γερ­ση δέν πε­ρι­μέ­νει. Ὁ πό­λε­μος δέν πε­ρι­μέ­νει». Ὁ λα­ός ἔ­χει ἤ­δη ἀ­νε­βεῖ μό­νος στό προ­σκή­νιο τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Δι­εκ­δι­κεῖ καί μα­χη­τι­κά ἀ­παι­τεῖ. Δέν ὑ­πάρ­χει ἔ­ξο­δος ἀ­πό τήν κρί­ση μέ­σω τῆς κοι­νο­βου­λευ­τι­κῆς ὁ­δοῦ. Ἡ ἐ­πα­νά­στα­ση «σαρ­κώ­νε­ται» σέ φυ­σι­κό νό­μο. Ὁ Λέ­νιν χλευά­ζει «τούς ἥ­ρω­ες τῆς αὐ­τα­πά­της καί τῆς κοι­νο­βου­λευ­τι­κῆς ἠ­λι­θι­ό­τη­τας», ὅ­πως ὀ­νο­μά­ζει τούς ὀ­πα­δούς τῆς κοι­νο­βου­λευ­τι­κῆς ὁ­δοῦ.

Φο­βᾶ­ται, ὅ­μως, τούς φό­βους τῶν συν­τρό­φων του. Τό Ἔλ­σιγ­κφορς δέν τόν χω­ρά­ει. Φεύ­γει καί κα­τα­φεύ­γει στή συ­νοι­κί­α Βύμ­πορ­γκ τῆς Πε­τρού­πο­λης. Κι ἐ­νῶ ἡ Ρίκ στίς 24 Σε­πτεμ­βρί­ου, τώ­ρα μου­δι­α­σμέ­νη, γρά­φει πώς ἐ­πί­κει­ται «ἕ­νας κα­νι­βα­λλι­κός θρί­αμ­βος τοῦ Λέ­νιν πά­νω στά ἐ­ρεί­πια τῆς Ρω­σί­ας», αὐ­τός κρυ­βό­ταν στήν οἰ­κί­α μιᾶς φοι­τή­τριας τῆς Γε­ω­πο­νι­κῆς, τῆς Μα­ρί­ας Φο­βά­νο­βα, ὑ­πό τή φύ­λα­ξη τῆς Ἐ­ρυ­θρᾶς Φρου­ρᾶς. Μό­νο ἡ γυ­ναί­κα του, ἡ πε­ρί­φη­μη Κρούπ­σκα­για καί ἡ ἀ­δελ­φή του, Μα­ρί­α Οὐ­λι­ά­νο­βα, μπο­ροῦ­σαν νά τόν ἐ­πι­σκέ­πτον­ται. Ἕ­νας σύν­δε­σμος, πού λε­γό­ταν Ράχ­για, τοῦ ἔ­φερ­νε ἐ­φη­με­ρί­δες καί τά ἔγ­γρα­φα τοῦ Κόμ­μα­τος.

Σέ μιά κρί­σι­μη στιγ­μή ὁ Λέ­νιν, γιά νά πι­έ­σει τά πράγ­μα­τα, ἔ­φθα­σε μέ­χρι πα­ραι­τή­σε­ως ἀ­πό τήν Κεν­τρι­κή Ἐ­πι­τρο­πή, πα­ραί­τη­ση πού φυ­σι­κά δέν ἔ­γι­νε δε­κτή, χω­ρίς ὡ­στό­σο ἡ Κ.Ε. νά φαί­νε­ται πώς συμ­φω­νεῖ μέ τίς ἀ­πό­ψεις του. Ἔ­τσι ὁ Λέ­νιν, με­ταμ­φι­ε­σμέ­νος, συ­ναν­τή­θη­κε μέ τούς Σβερ­ντλώφ, Κα­λί­νιν, Στά­λιν καί ἄλ­λους σέ μιά βί­λα πού ἀ­νῆ­κε στόν μεν­σε­βῖ­κο Σου­κά­κωφ, καί τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ γυ­ναί­κα συμ­πα­θοῦ­σε τούς μπολ­σε­βί­κους. Καί τό­τε, βά­ζον­τας τά χέ­ρια στίς μα­σχά­λες τοῦ γι­λέ­κου, ὅ­πως τό συ­νή­θι­ζε, δή­λω­σε κο­φτά: «Ἡ κα­τά­στα­ση εἶ­ναι σα­φής: Ἤ δι­κτα­το­ρί­α τοῦ Κορ­νί­λωφ ἤ δι­κτα­το­ρί­α τοῦ προ­λε­τα­ριά­του». Ἡ πρό­τα­ση τοῦ Λέ­νιν γιά ἄ­με­ση ἐ­πί­σπευ­ση τῆς ἐ­πα­να­στά­σε­ως μπῆ­κε σέ ψη­φο­φο­ρί­α: ὑ­πέρ τῆς ἀ­πό­ψε­ως τοῦ Λέ­νιν ψή­φι­σαν 10 μέ­λη καί μό­νον οἱ Ζη­νό­φι­εφ καί Κά­με­νεφ κα­τά, κά­τι πού θά «ἀ­ξι­ο­ποι­η­θεῖ» ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πό τόν Στά­λιν γιά νά τό πλη­ρώ­σουν σκλη­ρά. Ἡ ἀ­πό­φα­ση αὐ­τή πάρ­θη­κε στίς 20 Ὀ­κτω­βρί­ου. Τή θέ­ση τοῦ Λέ­νιν ψή­φι­σαν οἱ Τρό­τσκυ, Στά­λιν, Ἀ­λε­ξάν­δρα Καλ­λον­τά­ι, Σβερ­ντλώφ, Τζερ­τζίν­σκι, Οὐ­ρίζ­κι, Μπουμ­πνώφ, Σο­κόλ­νι­κωφ καί Λο­μώφ.

Περ­νοῦν ἀ­κό­μη τρεῖς ἡ­μέ­ρες. Ὁ Λέ­νιν, ἀ­συγ­κρά­τη­τος, ἐγ­κα­τα­λεί­πει τό κρη­σφύ­γε­τό του καί συ­νο­δευ­ό­με­νος ἀ­πό τόν Ράχ­για, σπεύ­δει μέ τό τράμ γιά τό Σμόλνυ, τό Παρ­θε­να­γω­γεῖ­ο πού εἶ­χε κτι­στεῖ γιά τά κο­ρί­τσια τῆς ἀ­ρι­στο­κρα­τί­ας καί πού τώ­ρα εἶ­χε με­τα­βλη­θεῖ σέ ἔ­δρα – κά­στρο τῶν μπολ­σε­βί­κων, φυ­λασ­σό­με­νο ἀ­πό κά­θε λο­γής ἐ­νό­πλους. Στή διά­ρκεια τῆς δι­α­δρο­μῆς, λό­γω τοῦ σά­λου πού ἐ­πι­κρα­τεῖ στήν πό­λη, ὁ Λέ­νιν καί ὁ Ράχ­για, κα­τε­βαί­νουν ἀ­πό τό τράμ καί προ­χω­ροῦν μέ τά πό­δια. Κα­τά τή δι­α­δρο­μή πέ­φτουν σ’ ἕ­να μπλό­κο «Γι­οῦν­γκερς». Ὁ Ράχ­για προ­σποι­εῖ­ται τόν με­θυ­σμέ­νο, τούς ἀ­πα­σχο­λεῖ καί ἔ­τσι ὁ Λέ­νιν δι­α­φεύ­γει. Δι­α­φεύ­γει καί ὁ Ράχ­για, πού με­τά ἀ­πό λί­γο θά συ­ναν­τη­θεῖ μέ τόν Λέ­νιν στό Σμόλ­νυ. Ἀ­φό­του ὁ Λέ­νιν ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στό Σμόλ­νυ, ὅ­λα μπῆ­καν στό ρυθ­μό τοῦ ἐ­πα­να­στα­τι­κοῦ πυ­ρε­τοῦ. «Ὅ­λοι πή­ραν τό βῆ­μα τῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης», ὅ­πως ἔ­γρα­φε ὁ Ἀ­λέ­ξαν­δρος Μπλόκ. «Τώ­ρα τό λό­γο ἔ­χει τό συν­τρο­φι­κό μά­ου­ζερ», ὅ­πως λέ­ει ἕ­νας ἄλ­λος στί­χος τοῦ Μα­γι­α­κόφ­σκι, νο­μί­ζω. Ἡ δι­οί­κη­ση τῶν ἐ­πα­να­στα­τι­κῶν δυ­νά­με­ων τῆς Πε­τρού­πο­λης περ­νᾶ στά χέ­ρια τοῦ Πον­τβό­ι­σκη καί τοῦ Ἀν­τό­νωφ-Ὀβ­σέ­εν­κο.

Ἔ­πρε­πε πά­ση θυ­σί­α νά κα­τα­λη­φθεῖ τό φρού­ριο Πέ­τρου καί Παύ­λου (Πε­τρο­παυ­λόφ­σκ), πού ἐ­λέγ­χει τό πέ­ρα­σμα τοῦ Νέ­βα καί βρί­σκε­ται ἔ­ναν­τι τῶν Χει­με­ρι­νῶν Ἀ­να­κτό­ρων, πού ἦ­ταν ἡ ἔ­δρα τῆς κυ­βερ­νή­σε­ως μέ τήν ἐ­πί­λε­κτη φρου­ρά της. Τό φρού­ριο αὐ­τό, κτι­σμέ­νο πά­νω σ’ ἕ­να νη­σί πού λε­γό­ταν ἄλ­λο­τε «Νη­σί τῶν Λε­πρῶν», ἦ­ταν ὁ ἀρ­χι­κός οἰ­κι­στι­κός πυ­ρή­νας τῆς πό­λης (1703). Δέν ἦ­ταν εὔ­κο­λη ἡ κα­τά­λη­ψή του. Πέ­ρα ἀ­πό τήν ὀ­χύ­ρω­ση, τό προ­στά­τευ­αν 300 κα­νό­νια. Ἀ­πορ­ρί­πτε­ται ἡ ἄ­με­ση ἐ­πι­θε­τι­κή προ­σβο­λή πού θά κό­στι­ζε σέ αἷ­μα πο­λύ (ἴ­σως καί τήν ἀ­πο­τυ­χί­α τῆς ἐ­πα­να­στά­σε­ως) καί προ­κρί­νε­ται ἡ ἔμ­με­ση, εἰ­ρη­νι­κή «εἰ­σβο­λή». Τό φρού­ριο ἐ­πι­σκέ­πτον­ται εἰ­ρη­νι­κά οἱ Τρό­τσκυ καί Λά­σε­βιτς γιά νά μι­λή­σουν στούς στρα­τι­ῶ­τες. Ὁ πρῶ­τος, μέ τή χει­μαρ­ρώ­δη εὐ­γλωτ­τί­α του –πρίν κάν βρα­διά­σει– ἔ­χει πά­ρει τή φρου­ρά μέ τό μέ­ρος τῶν ἐ­πα­να­στα­τῶν. Ὁ Κε­ρέν­σκι ἐν τῷ με­τα­ξύ ἀν­τι­δρά σπα­σμω­δι­κά: κλεί­νει δυ­ό κα­θη­με­ρι­νές ἐ­φη­με­ρί­δες τῶν μπολ­σε­βί­κων: τήν Σολ­ντάτ καί τήν Ραμ­πό­τσκι πούτ. Οἱ μπολ­σε­βῖ­κοι, μέ ἀν­τε­πί­θε­ση, ἀ­να­κα­τα­λαμ­βά­νουν τίς ἐ­φη­με­ρί­δες τους.

Ὁ Κε­ρέν­σκι, πάν­τα νευ­ρω­τι­κά, δι­α­τάσ­σει νά κι­νη­θεῖ τό θω­ρη­κτό «Ἁ­βρό­ρα» (=Αὐ­γή) πού βρί­σκε­ται ἔ­ναν­τι τῶν Χει­με­ρι­νῶν Ἀ­να­κτό­ρων. Πρός τί; Γιά ἐκ­φο­βι­σμό; Γιά νά μή μπεῖ κι αὐ­τό στό στρό­βι­λο τῶν γε­γο­νό­των; Τό πρό­σχη­μα πού προ­βάλ­λε­ται εἶ­ναι: συμ­με­το­χή σέ γυ­μνά­σια! Πιό κά­τω, στή βά­ση τῆς Κρο­στάν­δης, ἡ ἐ­πα­νά­στα­ση βρά­ζει. Καί πλέ­ει πιό γρή­γο­ρα ἀ­πό τό «Ἁ­βρό­ρα» πού περ­νά κι αὐ­τό μέ τούς ναῦ­τες τού στόν ἐ­πα­να­στα­τι­κό στρα­τό. Τό πλοῖ­ο δέν ὑ­πα­κού­ει στήν κυ­βέρ­νη­ση ἀλ­λά στήν Ἐ­πα­να­στα­τι­κή Ἐ­πι­τρο­πή. Σέ λί­γο ὅ­λες οἱ γέ­φυ­ρες τῆς πό­λης εἶ­ναι στά χέ­ρια τῶν ἐ­πα­να­στα­τῶν. Τό ἴ­διο γί­νε­ται καί μέ τά δη­μό­σια κτή­ρια. Ἀλ­λ’ ὁ Λέ­νιν ἀ­γω­νιά γιά τά Χει­με­ρι­νά Ἀ­νά­κτο­ρα πού εἶ­ναι ἡ καρ­διά τοῦ πα­λαι­οῦ κα­θε­στῶ­τος. Φο­βᾶ­ται τήν ἄ­φι­ξη κο­ζά­κων ἀ­πό τό μέ­τω­πο.

Αὐ­τοί εἶ­ναι ἡ στερ­νή ἐλ­πί­δα τοῦ Κε­ρέν­σκι. Ζη­τεῖ ἀ­πό τόν Γραμ­μα­τέ­α τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς Πρε­σβεί­ας Οὐ­α­ϊτ­χά­ου τό αὐ­το­κί­νη­τό του, γιά νά πά­ει ὁ ἴ­διος προ­σω­πι­κά στό μέ­τω­πο νά φέ­ρει ἐ­νι­σχύ­σεις. Χά­ρη στήν ξέ­νη ση­μαί­α, τό αὐ­το­κί­νη­το περ­νά ἀ­νε­νό­χλη­το ἀ­πό τά μπλό­κα τῶν μπολ­σε­βί­κων, πού ἔ­νο­πλοι ἐ­λέγ­χουν τά πάν­τα. Λί­γο πρίν φύ­γει ὁ τρα­γι­κός –γιά νά μήν πῶ θλι­βε­ρός– Κε­ρέν­σκι, ἐ­ξορ­κί­ζει τόν Οὐ­α­ϊτ­χά­ου νά μήν ἀ­να­γνω­ρί­σουν οἱ ξέ­νες πρε­σβεῖ­ες τήν ἐ­πα­να­στα­τι­κή κυ­βέρ­νη­ση, για­τί ὅ­που να’ ναί φθά­νει. Πα­ρ’ ὅ­λο πού βρι­σκό­μα­στε στά τέ­λη τοῦ Ὀ­κτώ­βρη, ὁ Κε­ρέν­σκι τρε­φό­ταν μέ ὄ­νει­ρα θε­ρι­νῆς νυ­κτός. Ἔ­τσι χά­θη­κε διά παν­τός μέ­σα στό σκο­τά­δι τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Θά σβή­σει πο­λύ ἀρ­γά κά­που στήν Ἀ­με­ρι­κή, σάν πτώ­μα πού σέρ­νει τά βή­μα­τά του πί­σω ἀ­πό τό φάν­τα­σμά του. Ἔ­ζη­σε σάν ἴ­σκιος τό φῶς τῆς ἱ­στο­ρί­ας.

Τήν Τε­τάρ­τη τῆς 25ης Ὀ­κτω­βρί­ου ὁ και­ρός ἦ­ταν ὑ­γρός. (Καί πό­τε δέν εἶ­ναι ἐ­δῶ!­). Ὁ Κε­ρέν­σκι ἔ­χει ἀ­φή­σει τά Χει­με­ρι­νά Ἀ­νά­κτο­ρα (ὅ­που στε­γά­ζον­ται τά δι­ά­ση­μα μου­σεῖ­α Ἐρ­μι­τάζ) στίς 10 τό πρω­ί. Σέ λί­γο ἡ Ἐ­πα­να­στα­τι­κή Ἐ­πι­τρο­πή ἐκ­δί­δει τή δι­α­κή­ρυ­ξη πού ἔ­μει­νε ἱ­στο­ρι­κή: «Ἡ προ­σω­ρι­νή κυ­βέρ­νη­ση ἔ­πε­σε. Ἡ ἐ­ξου­σί­α περ­νά στά χέ­ρια τοῦ ὀρ­γά­νου τοῦ Σο­βι­έτ τῶν ἐκ­προ­σώ­πων τῶν ἐρ­γα­τῶν καί στρα­τι­ω­τῶν. Οἱ σκο­ποί γιά τούς ὁ­ποί­ους ὁ λα­ός ἀ­γω­νί­στη­κε –ἄ­με­ση σύ­να­ψη τῆς εἰ­ρή­νης, κα­τάρ­γη­ση τῆς με­γά­λης ἰ­δι­ο­κτη­σί­ας τῆς γῆς, ἐρ­γα­τι­κός ἔ­λεγ­χος στήν πα­ρα­γω­γή, δη­μι­ουρ­γί­α σο­βι­ε­τι­κής κυ­βερ­νή­σε­ως– οἱ σκο­ποί αὐ­τοί ἐ­πι­τεύ­χθη­καν. Ὁ λα­ός θρι­άμ­βευ­σε»! Τό κεί­με­νο αὐ­τό, πού κα­τά τά παι­δι­κά μας χρό­νια μα­θαί­να­με –κρυ­φά ἐν­νο­εί­ται– ὡς «πά­τερ ἡ­μῶν», ἔ­γι­νε τό ὑ­πό­δειγ­μα γιά τή σύν­τα­ξη δι­α­κη­ρύ­ξε­ων δε­κά­δων ἐ­πα­να­στά­σε­ων στή διά­ρκεια τοῦ 20οῦ αἰ­ῶ­να.

Τό με­ση­μέ­ρι, κα­τά πα­ρά­δο­ση (πού τη­ρεῖ­ται ὡς σή­με­ρα), ἀ­πό τό φρού­ριο Πε­τρο­παυ­λόφ­σκη ἀ­κού­γε­ται ἡ «κε­κα­νο­νι­σμέ­νη» κα­νο­νιά. Εἶ­ναι τό σύν­θη­μα γιά τή γε­νι­κή ἐ­ξέ­γερ­ση. Οἱ Ἐ­ρυ­θρο­φρου­ροί κα­τα­λαμ­βά­νουν τό Μέ­γα­ρο Μα­ρ­ίν­σκι καί δι­α­τάσ­σουν τούς Συμ­βού­λους τῆς Δη­μο­κρα­τί­ας νά ἐγ­κα­τα­λεί­ψουν τό κτή­ριο καί νά μήν ἐ­πα­νέλ­θουν σ’ αὐ­τό. Μέ­νουν μό­νο τά Χει­με­ρι­νά Ἀ­νά­κτο­ρα, ὅ­που ὁ Ὑ­πουρ­γός Κο­νο­βά­λωφ συγ­κέν­τρω­σε 3.000 ἄν­δρες, 130 γυ­ναῖ­κες-στρα­τι­ῶ­τες καί 340 μα­θη­τές στρα­τι­ω­τι­κῶν σχο­λῶν, γιά νά κρα­τή­σει ἀν­τί­στα­ση καί νά προ­α­σπί­σει τό κα­θε­στώς. Στίς 6 τό ἀ­πό­γευ­μα δυ­ό πο­δη­λά­τες φέρ­νουν τή δι­α­τα­γή τοῦ Λέ­νιν στούς πο­λι­ορ­κη­τές πώς ἐ­πι­βάλ­λε­ται ἄ­με­ση κα­τά­λη­ψη. Μέ­σα στά ἀ­νά­κτο­ρα, στήν πε­ρί­φη­μη «Αἴ­θου­σα μέ τούς μα­λα­χῖ­τες», οἱ ὑ­πουρ­γοί τοῦ Κε­ρέν­σκι συ­νε­δριά­ζουν. Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα θύ­μι­ζαν τούς «Τρῶ­ες» τοῦ Κων­σταν­τί­νου Κα­βά­φη: «Τῶν ἡ­με­ρῶν μας ἀ­να­μνή­σεις κλαίν καί αἰ­σθή­μα­τα». Μπρο­στά ἀ­πό τά πα­ρά­θυ­ρα, κά­τω ἀ­πό τό βλέμ­μα τῶν πε­ρί­τρο­μων ὑ­πουρ­γῶν, περ­νᾶ τώ­ρα τό «Ἁ­βρό­ρα» πού στρέ­φει τά κα­νό­νια τοῦ ἀ­πει­λη­τι­κά πρός τά ἀ­νά­κτο­ρα καί ρί­χνει τήν πρώ­τη κα­νο­νιά. Συ­νε­χί­ζουν οἱ «κα­νο­νι­έ­ρη­δες» ἀ­πό τό Πε­τρο­παυ­λόφ­σκη. Πέ­φτουν συ­νο­λι­κά 34 ὀ­βί­δες. Οἱ ὑ­πουρ­γοί ζη­τοῦν πί­στω­ση χρό­νου 20 λε­πτῶν γιά δι­α­βου­λεύ­σεις. Περ­νᾶ μιά ὥ­ρα καί τό­τε ὀρ­γι­σμέ­νοι οἱ ἐ­ρυ­θρο­φρου­ροί ὁρ­μοῦν στά ἀ­νά­κτο­ρα ἀ­πό δι­α­φο­ρε­τι­κές πόρ­τες. Ἡ μό­νη ἀν­τί­στα­ση πού ἴ­σως τούς ἔ­κα­νε νά κον­το­στα­θοῦν ἦ­ταν ἡ πρω­το­φα­νής χλι­δή. Οἱ ἀν­ταλ­λα­γές πυ­ρο­βο­λι­σμῶν ἦ­σαν λι­γό­τε­ρες ἀ­πό τίς «μπα­λω­θι­ές» πού πέ­φτουν σέ μέ­τριο κρη­τι­κό γλέν­τι. Ἕ­να ἀ­πέ­ραν­το κτή­ριο μέ 1050 αἴ­θου­σες καί 117 σκά­λες (καί τί σκά­λες!) κυ­ρι­εύ­ε­ται σχε­δόν ἀ­μα­χη­τί. Ὁ Ἀν­τό­νωφ-Ὀβ­σέ­εν­κο ἀ­νε­βαί­νει στόν δεύ­τε­ρο ὄ­ρο­φο καί φθά­νει μπρο­στά σέ μιάν αἴ­θου­σα πού φρου­ροῦ­σαν «εὐ­έλ­πι­δες». Τούς πα­ρα­με­ρί­ζει πε­ρι­φρο­νη­τι­κά καί μπαί­νει στή μι­σο­σκό­τει­νη αἴ­θου­σα, ὅ­που τρο­μαγ­μέ­νοι καί στρι­μωγ­μέ­νοι σέ μιά γω­νιά πρός τά πα­ρά­θυ­ρα καρ­τε­ροῦ­σαν βαρ­να­λι­κά «ἄ­βου­λοι καί μοι­ραῖ­οι» οἱ 13 ὑ­πουρ­γοί τοῦ Κε­ρέν­σκι. Ὁ Ἀν­τό­νωφ – Ὀβ­σέ­εν­κο πλη­σί­α­σε καί τούς δή­λω­σε κο­φτά: «Ἐν ὀ­νό­μα­τι τῆς ἐ­πα­να­στα­τι­κῆς ἐ­πι­τρο­πῆς σᾶς συλ­λαμ­βά­νω».

Ἀ­κο­λού­θη­σε ἕ­να πλῆ­θος ἐ­νό­πλων. Ὁ Ἀν­τό­νωφ ἔ­δω­σε μιά συ­νο­δεί­α γιά νά με­τα­φερ­θοῦν οἱ ὑ­πουρ­γοί στό Πε­τρο­παυ­λόφ­σκη ἐν ἀ­σφα­λεί­ᾳ. Τό πλῆ­θος θέ­λη­σε νά τούς λιν­τσά­ρει. Ὁ Ἀν­το­νωφ – Ὀβ­σέ­εν­κο ἀ­νέ­βη­κε τό­τε πο­λύ ψη­λά στίς βαθ­μί­δες τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς τι­μῆς. Φώ­να­ξε στό ἀ­γρι­ε­μέ­νο πλῆ­θος: «Μήν κη­λι­δώ­σε­τε μέ αἷ­μα τήν προ­λε­τα­ρια­κή νί­κη»! Ὄν­τως, πο­τέ δέν χύ­θη­κε τό­σο λί­γο αἷ­μα, σχε­δόν ἐ­λά­χι­στο, γιά τό­σο με­γά­λη ἐ­πα­νά­στα­ση. Ἡ κα­τά­λη­ψη τῶν Χει­με­ρι­νῶν Ἀ­να­κτό­ρων κό­στι­σε στούς μπολ­σε­βί­κους τή ζω­ή ἑ­νός στρα­τι­ώ­τη καί πέν­τε ναυ­τῶν. Ὑ­πῆρ­χαν καί 35 τραυ­μα­τί­ες. Ἀ­πό τούς ὑ­πε­ρα­σπι­στές δέν σκο­τώ­θη­κε κα­νείς. Μό­νο ἕ­νας εὔ­ελ­πις τραυ­μα­τί­στη­κε ἀ­πό χει­ρο­βομ­βί­δα!
Τήν ἑ­πο­μέ­νη τό πρω­ί ὅ­λα στήν Πε­τρού­πο­λη εἶ­χαν πά­ρει τήν συ­νη­θι­σμέ­νη τούς ρο­ή. Φαι­νό­ταν σάν τί­πο­τε νά μήν εἶ­χε γί­νει, σάν τί­πο­τε νά μήν εἶ­χε ἀλ­λά­ξει. Τό βρά­δυ ὅ­μως, στίς 22.45, συ­νῆλ­θε το Β΄ Παν­ρω­σι­κό Συ­νέ­δριο τῶν Σο­βι­έτ (650 ἐκ­πρό­σω­ποι) πού ἐ­ξέ­λε­ξε τήν πρώ­τη σο­βι­ε­τι­κή κυ­βέρ­νη­ση στήν ἱ­στο­ρί­α, μέ πρό­ε­δρο τόν Βλα­δί­μη­ρο Ἴ­λιτς Οὐ­λιά­νωφ Λέ­νιν. Ἀ­πό τή στιγ­μή ἐ­κεί­νη χα­ρά­χτη­κε ἕ­να νέ­ο ἱ­στο­ρι­κό δρο­μο­λό­γιο μέ πολ­λές στρο­φές καί διά-στρο­φές πού στα­μά­τη­σε σχε­δόν χθές. Ἡ «πε­ρε­στρό­ι­κα» ἦ­ταν τό τε­λευ­ταῖ­ο ὄ­νει­ρο πρίν ἀ­πό τό ξύ­πνη­μα τοῦ ὑ­πνο­βά­τη. Ἀ­σφα­λῶς, ἡ ἱ­στο­ρί­α δέν θά ξα­νάλ­θει. Για­τί, ὅ­πως λέ­γει προ­λο­γι­κά στήν 18η Μπρυ­μαίρ τοῦ Λου­δο­βί­κου Βο­να­πάρ­τη ὁ Κά­ρο­λος Μάρξ, ὅ­ταν ἡ ἱ­στο­ρί­α ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται, γί­νε­ται φάρ­σα ἤ τρα­γω­δί­α. Αὐ­τό πού τώ­ρα ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται εἶναι ἡ φάρ­σα τοῦ φι­λε­λευ­θε­ρι­σμοῦ πού κα­ταν­τᾶ τρα­γω­δί­α γιά τούς λα­ούς. Οἱ λα­οί χρεώνονται τήν ἱ­στο­ρι­κή εὐ­θύ­νη νά βροῦν δι­κούς τους τρό­πους σο­βι­ε­τι­κής ἐ­ξου­σί­ας, ἀλ­λά ὄ­χι στα­λι­νι­κού τύ­που, γιά νά μή χα­θεῖ ἀ­κό­μη καί ὡς λέ­ξη ἡ δη­μο­κρα­τί­α.

  • [Τό κείμενο αὐτό γράφτηκε στήν Πετρούπολη-Λένινγκραντ μεταξύ τῶν ἡμερῶν 21-23 Ἰουνίου 2005. Ὁ συγγραφέας δέν εἶχε ἄλλο βοήθημα πέρα ἀπό τίς ἀναμνήσεις νεανικῶν ἀναγνωσμάτων. Ζητεῖ προ­καταβολικά συγγνώμη γιά τα ἐνδεχόμενα λάθη].

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek