«Κόκκινος» συναγερμός στην Άγκυρα μετά και τη νέα βουτιά της τουρκικής λίρας

Tου Γιώργου Παυλόπουλου από το liberal.gr

Το δολάριο συνέχισε χθες την πτωτική του πορεία στις διεθνείς αγορές συναλλάγματος και πλησίασε ακόμη περισσότερο το φράγμα των 1,2 δολαρίων ανά ευρώ, που είναι το χαμηλότερο επίπεδο στο οποίο έχει βρεθεί από τον Μάιο του 2018.

Η εξέλιξη αυτή, ωστόσο, δεν στάθηκε ικανή να ανακόψει την πορεία υποτίμησης της τουρκικής λίρας έναντι του αμερικανικού νομίσματος (προφανώς δε και του ευρώ), την οποία προκαλεί η μαζική άρση της εμπιστοσύνης προς αυτήν από τους ξένους επενδυτές και τα μεγάλα funds.

Αντιθέτως, η αναπόφευκτη σύγκριση κάνει την υποχώρηση να μοιάζει με ελεύθερη πτώση, την οποία ουδείς πλέον μοιάζει να είναι σε θέση να ανακόψει. Πολύ περισσότερο καθώς η Τουρκία περιβάλλεται πλέον από ένα νέφος αβεβαιότητας και μεγάλων κινδύνων, σε γεωπολιτικό και οικονομικό επίπεδο, για τη δημιουργία του οποίου μάλιστα ευθύνεται πρωτίστως η ίδια και πολιτική της ηγεσία, με τις φιλοδοξίες και τους χειρισμούς της.

Σε αυτό το φόντο και καθώς η ισοτιμία της έκανε νέο ιστορικό χαμηλό και έφτασε να σπάσει κάποια στιγμή και το φράγμα των 7,4 λιρών ανά δολάριο, έχοντας απωλέσει σχεδόν το 20% της αξίας της από τις αρχές του έτους, η πληροφορία για σύγκλιση έκτακτης σύσκεψης του οικονομικού επιτελείου, υπό την προεδρία του ίδιου του Ταγίπ Ερντογάν, δείχνει πως έχει σημάνει πλέον «κόκκινος συναγερμός» στην Άγκυρα.

Το ίδιο μήνυμα, άλλωστε, στέλνει και η απόφαση της κεντρικής τράπεζας να «σφίξει τα λουριά από την πίσω πόρτα» (μια έκφραση που χρησιμοποίησε η εφημερίδα Sabah και συμμερίζονται αρκετοί ειδικοί), περιορίζοντας κατά το ήμισυ τα όρια ημερήσιου δανεισμού από σήμερα το πρωί.

Όπως σημειώνουν αναλυτές, πρόκειται ουσιαστικά για το τελευταίο βήμα πριν την αύξηση των επιτοκίων, την οποία η Τουρκία προσπαθεί να αποφύγει με κάθε τρόπο, κυριολεκτικά όπως ο… διάολος το λιβάνι, όπως αναμένεται να επιβεβαιωθεί και κατά την αυριανή συνεδρίαση της κεντρικής τράπεζας. Κι αυτό διότι, εκτός των άλλων, κάτι τέτοιο θα συνιστούσε μια σοβαρότατη πολιτική ήττα για τον ίδιο τον Ερντογάν, ο οποίος υποστηρίζει φανατικά την πολιτική του άφθονου και φθηνού χρήματος, κάτι που έχει επιβάλει με το έτσι θέλω.

Η εμμονή στο φθηνό χρήμα

Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν δίστασε να αποπέμψει πέρυσι τον προηγούμενο διοικητή της κεντρικής τράπεζας, εξαιτίας της διαφωνίας του με τις περαιτέρω μειώσεις επιτοκίων. Αμέσως μετά δε, ακολούθησε μπαράζ μειώσεων, με αποτέλεσμα το βασικό επιτόκιο δανεισμού να έχει μειωθεί από το 24% που βρισκόταν τον Ιούλιο του 2019 στο 8,25%, καθιστώντας την Τουρκία τη μοναδική αναδυόμενη αγορά στην οποία το βασικό επιτόκιο είναι χαμηλότερο από τον ρυθμό του πληθωρισμού, ο οποίος «τρέχει» με σχεδόν 11,25% σε ετήσια βάση.

Αν θέλουμε να είμαστε πιο ακριβείς, ενδεχόμενη αύξηση των επιτοκίων θα αποτελούσε μια έμμεση πλην σαφή δήλωση συνθηκολόγησης του «σουλτάνου» και θα σφράγιζε την προσωπική του ταπείνωση απέναντι στις αγορές και τις ασφυκτικές πιέσεις που του ασκούν εδώ και πολλούς μήνες.

Αναμφίβολα δε, θα έφερνε πιο κοντά αυτό που η τουρκική κυβέρνηση έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν πρόκειται να κάνει : Την προσφυγή στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τη σύναψη μιας νέας συμφωνίας μαζί του. Συμφωνία που θα συνοδευόταν από σκληρούς όρους, που διόλου δεν συνάδουν με την εικόνα της «άτρωτης δύναμης» που καλλιεργείται για την Τουρκία.

Προς ώρας το άφθονο και φθηνό χρήμα που κυκλοφορεί στην τουρκική αγορά οδηγει σε διαρκή αύξηση του δανεισμού προκειμένου να καλυφθούν οι απώλειες στην ισοτιμία της λίρας και την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, προκαλώντας έτσι ένα φαύλο κύκλο. Για του λόγου το αληθές, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών του Ιουνίου εμφανίστηκε να έχει επιδεινωθεί σε σύγκριση με τον ίδιο μήνα του 2019, γεγονός που αποδίδεται στον αυξανόμενο δανεισμό.

Είναι αλήθεια, βεβαίως, ότι ο υπουργός Οικονομικών και γαμπρός του Ερντογάν, Μπεράτ Αλμπαϊράκ, επιχείρησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, ισχυριζόμενος ότι ο κατά κεφαλή δανεισμός στην Τουρκία είναι σαφώς χαμηλότερος σε σύγκριση με το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη. Πράγματι, σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε, το μέσο χρέος ανά νοικοκυριό διαμορφώνεται στα 1.291 δολάρια, όταν στις υπόλοιπες αναπτυσσόμενες χώρες είναι στα 26.680, ενώ ο παγκόσμιος μέσος όρος βρίσκεται στα 6.271 δολάρια.

Ραγδαία επιδείνωση

Τα παραπάνω δεν μπορούν να κρύψουν την ταχεία επιδείνωση της κατάστασης στην Τουρκία, όπως αποτυπώνεται τόσο στη διεύρυνση του δημοσιονομικού ελλείμματος όσο και, κυρίως, στην εξάντληση των πραγματικών συναλλαγματικών αποθεμάτων που διαθέτει η χώρα. Αποθέματα τα οποία έχει «κάψει» σχεδόν στο σύνολό τους για να στηρίξει τη λίρα. Είναι γνωστό δε ότι ακόμη και ο τουρισμός, που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντίβαρο, με τη φθηνή λίρα να προσελκύει μεγαλύτερους αριθμούς ξένων επισκεπτών, βρίσκεται ουσιαστικά στον «πάγο» εξαιτίας της συνεχιζόμενης κρίσης που προκαλεί η πανδημία.

«Η μακροοικονομική προοπτική της Τουρκίας διαφοροποιείται πλέον σημαντικά από τους υπόλοιπους των αναπτυσσόμενων αγορών, σε δύο σημαντικά μέτωπα : Το προφίλ του πληθωρισμού και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών», όπως δήλωσαν στην αραβική ιστοσελίδα Ahval οι αναλυτές της Citigroup.

Επίσης, το Bloomberg διαπιστώνει ότι οι δυσμενείς εξελίξεις και προοπτικές αποτυπώνονται και στην προσφορά χρήματος, η οποία έχει αυξηθεί με ρυθμό εφτά φορές μεγαλύτερο σε σύγκριση με τις αναδυόμενες αγορές της Ασίας και της Ανατολικής Ευρώπης- δίνοντας έτσι την πρωτιά στην Τουρκία σε ολόκληρο τον πλανήτη, με τη δεύτερη Αργεντινή να ακολουθεί σε μεγάλη απόσταση.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek