του Στάθη Κεφαλούρου

         Πολλά γράφονται για την Κυψέλη τελευταίως. Τα περισσότερα από ανθρώπους, που δεν έχουν πολυετή εμπειρία από την περιοχή αυτή και ως εκ τούτου δεν νιώθουν το βάρος της μοναδικής και πολύχρονης παράδοσης της. Δύο είναι κυρίως οι αιτίες για το νέο αυτό φαινόμενο. Κατά την περίοδο της πρώτης οικονομικής κρίσης ο πληθυσμός της Κυψέλης άλλαξε σημαντικά ξανά, διότι εδώ βρήκαν σπίτι με χαμηλό ενοίκιο πολλοί άνθρωποι και ευτυχώς. Αιμοδοτήθηκε εκ νέου η Κυψέλη από συμπατριώτες μας μετά και από την τελευταία φυγή της γενιάς του ενενήντα προς Βριλήσσια, Γέρακα, Πεντέλη κτλ. Ο δεύτερος λόγος για την νέα αυτή εν πολλοίς έωλη φιλολογία περί Κυψέλης είναι δυστυχώς πολιτικός και πονηρός.

        Οι δύο κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις των ημερών μας, οι οποίες εμφανίζονται να διαφωνούν αλλά εν τέλει συμφωνούν σε πολλά έχουν μοιράσει τα τσανάκια τους (μτφρ. πήλινα πιάτα) στην Αθήνα. Οι μεν νεοφιλελεύθεροι πήραν το ιστορικό (τουριστικό) κέντρο της πόλης για να κάνουν business και οι φασίστες του αντιφασισμού τις γειτονιές. Οι μεν, ερήμην πελατών αυτή την εποχή, δηλαδή ελλείψει τουριστών, σκαρφίζονται πολυέξοδες ανοησίες θέλοντας να προετοιμάσουν το μαγαζί τους για το μέλλον, οι δε καταλαμβάνουν και καταγράφουν κάθε σπιθαμή εδάφους της πόλης, που τους παραχωρείται από την εξουσία,  ζώντας φαντασιακά ένα αντάρτικο πόλης. Η δε πόλη κάτω από την Πατησίων, το πάλαι ποτέ αληθινό Κολωνάκι και όχι οι βουκολικές ανηφοριές του Λυκαβηττού, έχει προ πολλού παραδοθεί. Η Κυψέλη όμως, όπως πάντα, βρίσκεται στο επίκεντρο των γεγονότων. Για την ακρίβεια βρίσκεται χρόνια μπροστά.

      Είναι αλήθεια πως στην Κυψέλη ζούμε νωρίτερα όσα άλλοι σε άλλες περιοχές της Ελλάδας πρόκειται να ζήσουν τα επόμενα χρόνια. Rock n’roll, night clubs, θέατρα και σινεμά. Τα βλέπουμε στις παλιές ελληνικές ταινίες, αλλά κάτι προλάβαμε κι εμείς μετά. Punks, skinheads, newwaveάδες, rockabillαδες, αναρχικοί. Στα πάνω ή στα κάτω goodies της Φωκίωνος  ή πίσω απ’ την δημοτική αγορά. Όλοι μαζί αν και διαφορετικοί. Rebound, Αγκάθι, studio voices, συγκροτήματα και μουσικές. Γήπεδο την Κυριακή, στον Πανελλήνιο το Σάββατο. Μετρό άλλωστε είχαμε από παλιά. Η Βικτώρια ήταν πάντα υπόγεια. Αφρικανοί, Αλβανοί, Πακιστανοί. Στην Κυψέλη όλα για πρώτη φορά και με την ίδια συνταγή. Ζούμε μαζί, αν και διαφορετικοί, χωρίς να υπακούμε σε ιδεολογικούς καθοδηγητές. Η Κυψέλη έζησε φαινόμενα και καταστάσεις, που οι υπόλοιποι τα γνώρισαν κυριολεκτικά τριάντα χρόνια μετά μέσω των δελτίων ειδήσεων. Μόνο τα Εξάρχεια είχαν να μας πουν κάτι αλλά κι αυτοί μια ζωή παλιοροκάδες ήταν, οπισθοδρομικοί. Καμία σχέση με τις ψαγμένες δισκοθήκες των διαμερισμάτων στην Κυψέλη. Ο δε περίφημος πλουραλισμός των Εξαρχείων δεν ήταν και τόσο πλουραλιστικός. Είχες δηλαδή την ελευθερία να υποστηρίξεις μεγαλοφώνως όποια εκδοχή του αναρχισμού ή της αριστεράς ήθελες. Για τους υπόλοιπους δεν υπήρχε χώρος.

        Μόνο στην Κυψέλη έβλεπες  -και παρά τις αντίθετες προθέσεις διάφορων μηδενιστικών ομάδων εξακολουθείς να βλέπεις-  να πίνουν καφέ όλοι μαζί. Ο πολυπολιτισμός της Κυψέλης δεν είναι ίδιος με αυτόν που περιγράφουν στα κείμενα τους οι υπηρέτες της πολιτικής ορθοέπειας. Όποιος κατοικεί στην Κυψέλη και γνωρίζει ανθρώπους, βλέπει να βρίσκονται και να καλημερίζονται άνθρωποι όχι μόνο από διαφορετικούς ηπείρους αλλά και από διαφορετικά πολιτικά ή ταξικά σημεία. Στην Κυψέλη όλα γίνονται ανεκτά και όλα φιλτράρονται μέσα από την αστική ευγένεια της, ακόμα κι αυτά που οι ινστρούκτορες του πολυπολιτισμού θεωρούν εφιαλτικά. Ας μας αφήσουν λοιπόν ήσυχους και ας στρέψουν την προπαγάνδα τους αλλού. Με τον φανατισμό που τους διακατέχει δεν υπάρχει περίπτωση να καταλάβουν ποτέ, γιατί η γιαγιά από τον ρετιρέ της οδού Καυκάσου, που όλοι ξέραμε πως ήταν βασιλικιά, κατέβαινε κάθε Παρασκευή στην λαϊκή για να μοιράσει τρόφιμα και γλυκά στην παιδάκια της κυρίας από την Σομαλία, να τα φιλά και να τα χαίρεται.

          Όσο για το village της πλατείας Γεωργίου, το οποίο συνέβαλε τα μάλα στην επανάκαμψη της περιοχής, είναι καιρός να αλλάξει πια όνομα. Η Κυψέλη ποτέ δεν υπήρξε village αλλά αστική περιοχή έστω εξοχική. Όπως επίσης η Κυψέλη για μας δεν έχει ακριβή σύνορα. Η Μαυροματαίων, η  πλατεία Βικτωρίας, η πλατεία Αμερικής και οι γύρω όμορφοι δρόμοι τους  ήταν για μας πάντα Greater Κυψέλη.

        Όποιος λοιπόν δεν θέλει η Κυψέλη να γίνει Κολωνάκι, να μάθει πως η ιστορία  της Κυψέλης είναι πιο αστική και πιο λαμπρή από αυτή του Κολωνακίου, όπως επίσης πρέπει να μάθει να σέβεται τις διαφορετικές απόψεις από ολόκληρο το πολιτικό και κοινωνικό φάσμα.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek