του Γιώργου Ρακκά

Πολλή συζήτηση γίνεται και στην Ελλάδα για τα αίτια της υπερδιασποράς του κορωνοϊού μέσα στο τωρινό κύμα της πανδημίας. Η ένταση, δε, κλιμακώνεται σε σφοδρές αλληλοκατηγορίες καθώς τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης φαίνεται να μην λειτουργούν. Η κόπωση, επίσης, της κοινωνίας είναι εμφανής –οι ζημιές στο σύνολο της οικονομίας, όχι μόνο της εθνικής αλλά και της παγκόσμιας, είναι ανυπολόγιστες, και την ίδια στιγμή φουντώνει κάθε είδους αμφισβήτηση της υγειονομικής κρίσης ή των μέτρων που λαμβάνονται για να την αντιμετωπίσουν.

Ιδού η ‘κανονικότητα’ της πανδημίας, που ισχύει λίγο ως πολύ σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, ανεξάρτητα από κυβερνητικές επιλογές, σφάλματα και αστοχίες διαχείρισης του πανδημικού κύματος, κενών στα δημόσια συστήματα υγείας –όπου τα τελευταία έχουν επιβιώσει, βέβαια– αυστηρότητας ή μη των μέτρων περιορισμού της δημόσιας ζωής.

Στην πραγματικότητα η πανδημία είναι ένα μείζον, παγκόσμιο γεγονός που επιδρά σε πολύ βαθύτερο επίπεδο από όλα τα παραπάνω, ενώ λειτουργεί θα λέγαμε ως καταλύτης που φέρνει στην επιφάνεια όλα τα υπόλοιπα προβλήματα που μαστίζουν την εκάστοτε κοινωνία.

Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, οι επιπτώσεις της πανδημίας κατέληξαν πολύ χειρότερες από όλες τις υπόλοιπες χώρες, γιατί η απουσία του εθνικού συστήματος υγείας, το φυλετικό ζήτημα και η διαπλοκή του με τις κοινωνικές ανισότητες, ακόμα, η κακή κατάσταση της υγείας που χαρακτηρίζει τους πληθυσμούς και τις επι μέρους ομάδες των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, καθώς και η έλλειψη πανεθνικού συντονισμού και ο πολιτειακός κατακερματισμός, λειτούργησαν πολλαπλασιαστικά. 

Αντίθετο παράδειγμα, αποτελούν πολλές χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας. Ο βαθμός της εθνικής τους συνοχής, το ισχυρό κράτος, η ύπαρξη μεγάλων κεφαλαιακών πλεονασμάτων, που οφείλεται στο ότι οι οικονομίες τους διαδραματίζουν σημαντικό, παραγωγικό ρόλο στον παγκόσμιο καταμερισμό, ακόμα, η ισχύς των συνόρων τους που δεν σχετικοποιήθηκε από την συμμετοχή τους στην παγκοσμιοποίηση, το πολιτιστικό τους υπόβαθρο, που δίνει απόλυτη προτεραιότητα στη συλλογική ευθύνη και κινητοποίηση έναντι της ατομικής διαφοροποίησης –όλα αυτά υπήρξαν παράγοντες που επέτρεψαν την επιτυχία των εφαρμοζόμενων πολιτικών αντιμετώπισης της πανδημίας.

Στην Ελλάδα υπήρχαν μια σειρά ανασταλτικών παραγόντων, που υπονόμευσαν την επιτυχία που καταγράφηκε την περασμένη άνοιξη: Η εξάρτησή μας από τον τουρισμό, κατ αρχάς, επέβαλε το καλοκαίρι την έκθεση της Ελλάδας στην διεθνή κινητικότητα εισάγοντας μέσω αυτής κρούσματα, ιδίως από τα Βαλκάνια στη Βόρειο Ελλάδα. Η περιορισμένη αξιοπιστία και δυνατότητα απόκρισης του κρατικού μηχανισμού, ιδίως εκτός Αττικής, ήταν ακόμα μια μεγάλη αδυναμία ιδίως τώρα που η αντιμετώπιση της πανδημίας μεταβλήθηκε από το ‘κατοστάρι’ του Μαρτίου στον τωρινό μαραθώνιο, μέχρις ότου κυκλοφορήσει το εμβόλιο. Επίσης, η συρρίκνωση του δημόσιου συστήματος υγείας, και τα κενά του στο πεδίο της πρωτοβάθμιας φροντίδας, εντείνουν τα προβλήματα ιχνηλάτησης, περίθαλψης, αντιμετώπισης των νοσούντων τόσο από τον ιό, όσο και των υπολοίπων. Το μεταναστευτικό, ένας από τις μείζονες παράγοντες αναζωπύρωσης της πανδημίας ο οποίος μάλιστα θάφθηκε ελέω πολιτικής ορθότητας: Το γεγονός, δηλαδή, ότι στην Ελλάδα υπάρχουν και κυκλοφορούν πληθυσμοί ‘αόρατοι’ για το κράτους δικαίου και τους κανόνες στους οποίους υπόκεινται οι υπόλοιποι πολίτες, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει όχι μόνο για την πανδημία και την αδυναμία σωστής εφαρμογής των μέτρων στις μεγάλες πόλεις, αλλά και ευρύτερα για την εθνική ασφάλεια της χώρας.

Τέλος, ο εθνομηδενισμός· το μεγάλο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας, που φυσικά είναι πρόβλημα ολόκληρου του δυτικού κόσμου. Λογιζόμενος εδώ όχι ως απόρριψη της ιστορικής πραγματικότητας και συνέχειας του εκάστοτε έθνους, αλλά ως άρνηση της ζώσας εθνικής κοινότητας. Ότι δηλαδή πως απέναντι στην πανδημία «είμαστε όλοι μαζί», και ότι άρα απαιτείται ένας μίνιμουμ βαθμός συναίνεσης, συντονισμού και συνεργασίας για την υπέρβασή της. Αυτό που έκαναν, για παράδειγμα στην Ταϊβάν ή την Σιγκαπούρη.  

Εδώ το κοινωνικό κλίμα, ωστόσο, κινήθηκε προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Προς έναν κατακερματισμό, όπου η εκάστοτε ‘ομάδα συγγένειας’ τρόπου ζωής, ιδεολογίας, πίστης, επιτέθηκε στην ίδια την κοινή στάση απέναντι στην πανδημία, αμφισβήτησε την αναγκαιότητα των μέτρων κοινωνικού περιορισμού, και έσπευσε να διεκδικήσει τα δικαιώματά της, δηλαδή, την εξαίρεση από τους κοινούς κανόνες.

Η περίπτωση μεγάλης μερίδας πιστών της Εκκλησίας, καθώς και της ιεραρχίας της, καθώς και της Αριστεράς, με τελευταία έκφραση του γεγονότος αυτού την στάση και των περισσότερων επίσημων κοινοβουλευτικών της κομμάτων, και κυρίως του ΚΚΕ, ενάντια στην απαγόρευση της πορείας για το Πολυτεχνείο είναι παραδείγματα εξόχως χαρακτηριστικά του φαινομένου αυτού.

Σε άλλες εποχές, τόσο η Εκκλησία όσο και η Αριστερά θα πρωταγωνιστούσαν στην αντιμετώπιση της πανδημίας, ενώ τώρα επί της ουσίας την αμφισβητούν. Η αλληλεγγύη, είτε την δει κανείς ως μια πολιτική πράξη είτε ως αγάπη και οντολογικό άνοιγμα προς τον συνάνθρωπο, είναι μια έννοια που βρίσκεται στον πυρήνα της αντίληψης και των δυο.

Επίσης, το μείζον κοινωνικό γεγονός μιας πανδημίας, εκθέτει το κυρίαρχο μοντέλο και κλονίζει τις βεβαιότητές του: Είναι εποχές που ο κόσμος αναζητάει τον ‘μεταφυσικό άξονα’, κι επίσης, εποχές, όπου αποκαλύπτεται η αδυναμία του υπερβολικά προσανατολισμένου προς το κέρδος και την επέκταση καπιταλισμού να υπηρετήσει της μη-αγοραίες, συλλογικές ανάγκες όπως είναι η φροντίδα, η περίθαλψη, η προστασία του γενικού πληθυσμού.

Αντί να εκμεταλλευτούν αυτά τα εμφανή κενά της κυρίαρχης ιδεολογίας ως ευκαιρίες, και να διεκδικήσουν όντας στο επίκεντρο της κοινωνίας περισσότερη επιρροή, Εκκλησία και Αριστερά αναδιπλώθηκαν στον εαυτό τους και αυτοπεριθωριοποιήθηκαν. Έγιναν και εκείνοι, κήρυκες ενός νέου φατριασμού, όπου εν τέλει η κάθε ‘ταυτοτική συντεχνία’ φώναζε προασπιζόμενη τα δικά της τελετουργικά, τις συνήθειες, τον τρόπο ζωής. Να μην διαταραχθεί η κανονικότητα του εκκλησιασμού ή της επετείου του Πολυτεχνείου, ενώ στο ίδιο μήκος κύματος υπήρξαν αιτήματα που διεκδικούσαν και πολύ πιο ταπεινά πράγματα: Το δικαίωμα στο πάρτι και τη διασκέδαση, στους κυριακάτικους ποδοσφαιρικούς αγώνες κ.ο.κ.

Εν τέλει, και παραφράζοντας μια ρήση του συρμού, «είναι ο πολυπολιτισμός, ηλίθιε». Ο οποίος δεν αφορά μόνο στην πολυθρησκευτικότητα και την πολυεθνοτικότητα, αλλά εν τέλει, σε κάθε ταυτότητα η οποία αποκτά αποσχιστικό χαρακτήρα και επιτίθεται σε κάθε μορφή ενότητας της κοινωνίας, πολιτιστικής, ιδεολογικής, ακόμα και στην ενότητα που δημιουργεί το αίσθημα της κοινής υγειονομικής απειλής. Εξ ου και το τόσο έντονο κύμα αμφισβήτησης της πανδημίας ή των μέτρων εναντίον αντιμετώπισής της.

Δεν είναι δηλαδή μόνον «οι νέοι» ή οι «ψεκασμένοι» στους οποίους ο πρωθυπουργός αναφέρεται εμφανώς ενοχλημένος για την έλλειψη κοινωνικής ενσυναίσθησης. Είναι κάτι πολύ ευρύτερο το οποίο και ο ίδιος είχε χαιρετήσει, εκθειάζοντας τον πολυπολιτιστικό μετασχηματισμό της Ελλάδας και την υπέρβαση της εθνικής κοινωνίας.

Σήμερα όμως, προφανώς και δεν του αρέσει η βαβέλ απόψεων και γνωμών για την πανδημία, που καλείται ως κυβέρνηση να τιθασεύσει. Όπως και δεν του αρέσει ούτε το μπάχαλο με την πανδημία και τον τουρισμό ή τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Από ιδεολογικής σκοπιάς, ωστόσο, ήταν από εκείνους που αρνούνταν να παραδεχθούν τον παρασιτισμό του ελληνικού μοντέλου, και τους κινδύνους που εγκυμονεί η υπερβολική του διεθνοποίηση, ή υποτιμούσε την σημασία των δημόσιων υποδομών που οφείλει να έχει η χώρα.

Επομένως, δεν είναι μόνο στην κοινωνία το πρόβλημα, και τον πολυκατακερματισμό της. Η άλλη όψη αυτού του νομίσματος, είναι ότι και η πολιτική ηγεσία αδυνατεί να εμπνεύσει εμπιστοσύνη, καθώς και να κινητοποιήσει την κοινωνία. «Αδυναμία καθοδήγησης», ιδού το μεγαλύτερο πολιτικό μειονέκτημα της κυβέρνησης, και ευρύτερα των διαχειριστικών ελίτ της χώρας, ένα πρόβλημα αναμφίβολα ιδεολογικό, οραματικό και αξιακό.

Η πανδημία, εν τέλει, θα υπομνηματίσει με πολύ δραματικό τρόπο όλες αυτές τις μεγάλες παθογένειες που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία στις αρχές του 21ου αιώνα. Το ζήτημα, ωστόσο, είναι αν θα μπορέσουμε να τις υπερβούμε. Θα μπορέσουν να συγκροτηθούν πολιτικές δυνάμεις που θα συνειδητοποιήσουν το αίτημα αυτό, για να αντιμετωπίσουν την αδράνεια και την παλινόρθωση; Ή θα γυρίσουμε σε ένα σενάριο «μια από τα ίδια» όπου από τη μια πλευρά θα είναι το σύνηθες μπλοκ του εθνομηδενιστικού παρασιτισμού, και από την άλλη ένα εν εξάλλω και ασυγκρότητο πλήθος, έτοιμο να δώσει την εμπιστοσύνη και την στήριξή του στον κάθε Δρ. Τρομάρα που σπεύδει να πουλήσει την ιδεολογική του πανάκεια σαν τον Καματερό;  

Γιώργος Ρακκάς

2 Σχόλια

  1. Νικήτας Χιωτίνης says:

    εξαιρετική τοποθέτηση!

  2. Ζητάτε λάθος περιεχόμενο εθνική ενότητα, υπό τα λάθος πρόσωπα. Το παραδέχεσθε κι εσείς, άλλωστε, για τον εθνομηδενισμό των συριζαίων με γραβάτες (ή χωρίς).
    Ποιόν λαό και πώς και γιατί να τον εμπνεύσουν;
    Οι ίδιοι αυτοί που τον κατακερμάτισαν;

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek