Του Κωνσταντίνου Μαυρίδη

«Ο χορός είναι μια προσευχή για το μέλλον, μια θύμηση από το παρελθόν και ένα χαρούμενο επιφώνημα ευχαριστίας για το παρόν», γράφει η Αμέλια Ατγουότερ στο βιβλίο της, Στα δάση της νύχτας, εκφράζοντας την αγάπη του ήρωα της ιστορίας της για το χορό και την ευγνωμοσύνη του για το γεγονός ότι είναι η μόνη του διέξοδος ώστε να διατηρήσει τα λογικά του σε μια εποχή απόλυτης καταπίεσης.

Η χώρα στην οποία αναφέρεται η Ατγουότερ στο βιβλίο της μπορεί να ανήκει στον κόσμο της φαντασίας, αλλά οι παραλληλισμοί με το Γ΄ Ράιχ, ένα από τα πλέον ανελεύθερα καθεστώτα στην ιστορία, είναι εμφανέστατοι. Το ίδιο και η κεντρική θέση του χορού ως αντίδραση στην προσπάθεια της εξουσίας να ελέγξει κάθε πτυχή πνευματικής και καλλιτεχνικής έκφρασης και δημιουργίας. Αν προσθέσει κανείς και τον παγκόσμιο πόλεμο στις παραπάνω αντιθέσεις, προκύπτει ένα ασφυκτικό πλαίσιο ικανό να συνθλίψει κάθε προσωπική ιδιαιτερότητα και προσπάθεια διαφυγής. Αυτή είναι η ιστορία των «παιδιών της Σουίνγκ», μιας αντικομφορμιστικής ομάδας νέων που βρέθηκαν μεταξύ τους μέσω της κοινής τους αγάπης για τον ομώνυμο χορό και του ακραίου κυνηγητού που υπέστησαν από ένα απολυταρχικό καθεστώς που έβριθε πλείστων όσων διωκτικών μηχανισμών και συστημάτων παρακολούθησης και καταστολής.
Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν θα μιλούσαμε για τη «νεολαία της Σουίνγκ» και τις περιπέτειες αυτών που τόλμησαν να χορέψουν τον «επονείδιστο» αυτόν χορό αν δεν είχε καταχωρηθεί από το Πολιτιστικό Επιμελητήριο του Ράιχ στον μακρύ κατάλογο των «εκφυλισμένων τεχνών». Ο λόγος ήταν ότι χορευόταν υπό τη μουσική υπόκρουση της μισητής από τους ναζί, σουίνγκ τζαζ, που παιζόταν από μεγάλες ορχήστρες, ως επί το πλείστον γεμάτες από Εβραίους (βλ. Μπεν Γκούντμαν, Ζίγκυ Έλμαν, Άρτι Σο) και Αφροαμερικανούς (Ντιουκ Έλινγκτον, Κάουντ Μπέισι, Λούις Άρμστρονγκ) μουσικούς. Άρα, οποιαδήποτε σχέση Αρείων πολιτών του Γ΄ Ράιχ με μουσική και χορό παραγόμενο από «υπανθρώπους» απαγορευόταν διά ροπάλου –και όταν λέμε ρόπαλο το εννοούμε κυριολεκτικά. Το ενδιαφέρον, βέβαια, είναι ότι η τζαζ και η σουίνγκ ήταν πολύ δημοφιλείς στη νεολαία των γερμανικών μεγαλουπόλεων κατά το τέλος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (1918-1933) και όταν οι ναζί κατάφεραν μετά κόπων και βασάνων να καταλάβουν, επιτέλους, την εξουσία το 1933, υπήρχαν ήδη μεγάλες αίθουσες χορού σε ολόκληρη τη γερμανική επικράτεια όπου οι τζίτερμπαγκς απολάμβαναν τα λικνίσματά τους στον ρυθμό της σουίνγκ κατά εκατοντάδες.
Όχι πως άλλαξε κάτι μετά το ’33. Ό,τι και να έλεγαν οι ναζί, οι λάτρεις της σουίνγκ ήθελαν απλά να χορεύουν και οι αναφορές των χαφιέδων της Γκεστάπο κάνουν λόγο για τρελά πάρτι το 1935 με πάνω από 5 χιλιάδες παρευρισκόμενους να τα δίνουν όλα στην πίστα. Να επισημάνουμε εδώ πως δεν μιλάμε σε καμία περίπτωση για κάποιου τύπου πολιτική οργάνωση με αντιναζιστική δράση. Το ναζιστικό κόμμα μπορεί να τους αποκαλούσε υποτιμητικά «κλίκες της σουίνγκ», αλλά οι χορευτές, απλά, χόρευαν έναν απαγορευμένο χορό και αυτό ήταν και το βασικό πρόβλημα για τους εθνικοσοσιαλιστές, διότι θεωρούσαν ότι όλη αυτή η απείθεια απειλούσε ευθέως την καθεστηκυία τάξη, αλλά και τη γερμανική κουλτούρα. Σύμφωνα με τα λεγόμενα ενός από τα παιδιά της σουίνγκ, που υποδηλώνει και την αφέλεια της συνολικής στάσης τους, «εμείς δεν είμαστε εναντίον των ναζί, αυτοί ήταν εναντίον μας». Έτσι, σιγά, σιγά και απολίτικα, η σουίνγκ έγινε τρόπος απόδρασης από την ασφυκτική καθημερινότητα της γερμανικής κοινωνίας που ολοένα και στρατιωτικοποιούνταν. Το ίδιο και η εξωτερική εμφάνιση. Οι σουίνγκερς άρχισαν να αφήνουν μακριά μαλλιά σε αντίθεση με το κοντοκουρεμένο πρότυπο της εποχής, να φοράνε μακριές καρό καμπαρντίνες με πολύχρωμα κασκόλ και παπούτσια με κρεπ σόλες για καλό κράτημα στον χορό, καπελάκι, και να κρατούν ομπρέλα στο χέρι, ασχέτως καιρού. Τα κορίτσια φορούσαν κοντές φούστες και άφηναν λυτά τα μαλλιά τους, φορούσαν κραγιόν και σκιά ματιών σε αντίθεση με τις δεμένες κοτσίδες και τις μακριές φούστες που επέβαλλε ο πουριτανικός κώδικας ένδυσης των ναζί.
Ταυτόχρονα, και ως αντίδραση στην ομοιομορφία, χαιρετούσαν ο ένας τον άλλον με το ευφάνταστο Σουίνγκ Χάιλ αντί για το διαβόητο Ζιγκ Χάιλ και κορόιδευαν τη Χιτλερική Νεολαία (HJ) ως HomoJugend (Ομοφυλόφιλη Νεολαία) προκαλώντας τον λυσσαλέο θυμό της ηγεσίας της. Τα πράγματα για τα παιδιά της σουίνγκ άρχισαν να σφίγγουν για τα καλά από τον Δεκέμβριο του 1936 και μετά, όταν αποφασίστηκε η αναγκαστική κατάταξη στη Χιτλερική Νεολαία κάθε Αρείου εφήβου 14 με 18 ετών. Για τους άνω των 18 τα όποια ζητήματα πειθαρχίας θα λύνονταν με την κατάταξη στη Βέρμαχτ. Ειδικά μετά την κήρυξη του πολέμου και το κλείσιμο των διαφόρων κλαμπ, οι σουίνγκερς κατέφυγαν σε συγκεντρώσεις σε σπίτια ή ακόμη και στην ύπαιθρο, η ώρα τους όμως είχε έρθει. Είχαν μπει στο διοπτροφόρο μάτι του αρχηγού των Ες Ες, Χάινριχ Χίμλερ, ενός ανθρώπου με μηδενική αίσθηση του χιούμορ, ο οποίος αποφάνθηκε πως: «Πιστεύω ότι οφείλουμε να εξολοθρεύσουμε το κακό τώρα. Μέχρι στιγμής έχουμε πάρει μόνο ημίμετρα. Όλοι οι αρχηγοί τους να σταλούν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης για αναμόρφωση για 2-3 χρονάκια. Ανελέητο ξύλο, εξαντλητική γυμναστική και καταναγκαστική εργασία και θα στρώσουν».
Όπερ και έγινε. Στις 18 Αυγούστου 1941 σε μία βάναυση αστυνομική επιχείρηση-σκούπα στο Αμβούργο, που μαζί με το Κίελο και το Βερολίνο θεωρούνταν τα κέντρα της σουίνγκ στη Γερμανία, συνελήφθησαν πάνω από 300 σουίνγκερς από λίστες που είχε καταρτίσει η Γκεστάπο με τα χρόνια. Οι περισσότεροι απλά κουρεύτηκαν με την ψιλή και στάλθηκαν στο σχολείο υπό παρακολούθηση, αλλά οι λεγόμενοι αρχηγοί, που τις περισσότερες φορές ήταν αυτοί που είχαν τη δυνατότητα να διαθέτουν πικάπ και δίσκους, στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Οι άρρενες κλείστηκαν στο Μόρινγκεν και τα κορίτσια στο Ράβενσμπρουκ. Η επιχείρηση επαναλήφθηκε τον Ιανουάριο του ’43 αποδεκατίζοντας τους σουίνγκερς κι επιβάλλοντας τη σιγή στις αίθουσες χορού. Κάποιοι άτυχοι χορευτές δεν γύρισαν ποτέ από τα στρατόπεδα, αλλά οι περισσότεροι επιβίωσαν για να δουν την ήττα του ναζισμού και να ξανακούσουν και να ξαναχορέψουν σουίνγκ.
Εκπληκτική όσο και χαρακτηριστική της δύναμης της μουσικής και του χορού είναι η εμπειρία του Χέρμπερτ Σέμελ, ο οποίος, όντας έγκλειστος στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νόιενγκαμε, είχε το απίστευτο θράσος να ζητήσει από τους γονείς του να του στείλουν το πικάπ του μαζί με καμιά εκατοστή δίσκους τζαζ για να ακούει μουσική στον θάλαμό του. Όπως ήταν φυσικό, το πικάπ και οι δίσκοι κατασχέθηκαν επί τη εμφανίσει τους στο Νόιενγκαμε και ο Σέμελ αποδέχτηκε με βαριά καρδιά ότι δεν θα τους ξανάβλεπε ποτέ, οικτίροντας τον εαυτό του για τη «μεγαλειώδη» ιδέα του. Οι εβδομάδες πέρασαν κι ένα πρωί του Ιανουαρίου του ’45, ένας από τους φρουρούς Ες Ες του στρατοπέδου τον κάλεσε στην αποθήκη και του παρέδωσε το πικάπ με όλους τους δίσκους λέγοντάς του ότι έχει «κομματάρες» και ότι έκανε ένα παρτάκι στο σπίτι του όπου όλοι το καταευχαριστήθηκαν. Όταν ο Σέμελ τον ρώτησε γιατί κουτσαίνει, ο φρουρός του αποκρίθηκε ότι το παράκανε με κάτι χορευτικές φιγούρες. Εμβρόντητος ο Σέμελ επέστρεψε στο κρεβάτι του με το πικάπ και τους δίσκους του, τους οποίους άκουγε σε καθημερινή βάση στο στρατόπεδο μέχρι την απελευθέρωσή του με το τέλος του πολέμου.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek