Αρχική » Το Χριστουγεννιάτικο μήνυμα του Πρωθυπουργού και η αποκήρυξη της Μεγάλης Ιδέας

Το Χριστουγεννιάτικο μήνυμα του Πρωθυπουργού και η αποκήρυξη της Μεγάλης Ιδέας

από Γιώργος Ρακκάς

Είναι αναμφίβολα θετικό ένας πρωθυπουργός να επιλέγει να μιλήσει για βιβλία στο Χριστουγεννιάτικο μήνυμα του.

του Γιώργου Ρακκά

Ο χώρος του βιβλίου γενικότερα περνάει κρίση, αλλά και η πολιτική αντιπαράθεση παραμένει εδώ και πολλά χρόνια εγκλωβισμένη στη ρηχότητα, μακρυά από τον σοβαρό στοχασμό και την πνευματική αναζήτηση. Υπάρχει κάτι το ρηξικέλευθο, επομένως, σε ένα Χριστουγεννιάτικο πρωθυπουργικό διάγγελμα που αφιερώνεται κυρίως σε βιβλία. Βάζει τον πήχη της πολιτικής λίγο ψηλότερα από εκεί που καθημερινά την καταδικάζουν οι σκυλοκαβγάδες στη βουλή, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα τηλεπαράθυρα.

Εκεί, όμως, που το μήνυμα του Κ. Μητσοτάκη επιφύλασσε μια απόλυτα  αρνητική έκπληξη ήταν όταν μιλώντας για ένα βιβλίο του Ηλία Μαγκλίνη, που αφορά σε ένα οδοιπορικό της Μικρασιατικής Εκστρατείας, επέλεξε να τοποθετηθεί για την Μεγάλη Ιδέα και την άδοξη κατάληξή της στην προκυμαία της Σμύρνης το 1922. Κατά τη στιγμή μάλιστα που κλείνουν 100 χρόνια από την μεγάλη Καταστροφή.

Τι είπε για την εκστρατεία; Μίλησε για «μια εθνική περιπέτεια που την προκάλεσε ο μεγαλοϊδεατισμός, η δημαγωγία, η ανευθυνότητα και ο κακός σχεδιασμός».

Τίποτε το καινούργιο, δηλαδή και αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα: Η αποστροφή του πρωθυπουργού επαναλαμβάνει την πάγια θέση του ΚΚΕ περί ‘μεγαλοϊδεατισμού’!

Το κόμμα βέβαια, την επιστρατεύει για να αποφύγει να μιλήσει για τα δικά του ‘σκοτεινά δωμάτια’ που σχετίζονται με την Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή. Το γεγονός ότι «την επιδίωξαν», όπως ευθαρσώς δήλωσε ο πολύς Νίκος Ζαχαριάδης 13 χρόνια μετά, καθώς συνέπραξαν για την επάνοδο του Βασιλιά Κωνσταντίνου στην Ελλάδα σε εκλογική συμμαχία με τους πρωτοφασίστες Επίστρατους.

Σήμερα, βέβαια, η απόρριψη της Μεγάλης Ιδέας ως χίμαιρας δεν χαρακτηρίζει μόνο το ΚΚΕ ή την αριστερά. Αλλά και υπό την διαμόρφωση…  ‘τραμπική’, εναλλακτική δεξιά.

Αυτή η δεξιά επιστρέφει στις ρίζες του Κωνσταντινισμού, στην εξύμνηση του Μεταξά (που ούτως ή άλλως αποτελεί την πιο στέρεα φιγούρα αναφοράς για την εγχώρια ακροδεξιά), και επαναφέρει στη δημόσια συζήτηση όλα τα επιχειρήματα της μικροελλαδικής παράταξης για την Μικρασιατική Εκστρατεία. Ένα από αυτά ήταν και η απάτη της Μεγάλης Ιδέας.

Γιατί; Διότι η κωνσταντινική-μεταξική οπτική για τα γεγονότα της περιόδου 1915-1920, διατηρεί σήμερα έντονη αλληγορική ισχύ για τις σύγχρονες θέσεις που επιθυμεί αυτή η εναλλακτική δεξιά να προωθήσει. Τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης βρίθουν από κείμενα και αναρτήσεις που υπερασπίζονται τον Μεταξά για τις θέσεις του σε ό,τι αφορά στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, την εμπλοκή ή μη της Ελλάδας, την σύγκρουσή του με το Βενιζέλο.

Η γερμανόφιλη ουδετεροφιλία του Κωνσταντίνου και του Μεταξά ξαναβγαίνει στην επιφάνεια καθώς χρησιμεύει σα μια ιστορική μεταφορά που παραπέμπει στη γεωπολιτική στάση του ‘μη δεδομένου’, που ευαγγελίζεται η ρωσοφιλία. Οι δύο φιγούρες, Κωνσταντίνος και Μεταξάς, έχουν φτάσει να αντιπροσωπεύουν λίγο ως πολύ τα αρχέτυπα ενός αυταρχικού αντιδυτικισμού –της κριτικής στην ‘παρακμιακή δημοκρατία’, την απόρριψη της Ευρώπης και της Δύσης (στο πρόσωπο των ‘αγγλογάλλων’, με την προσθήκη σήμερα των Αμερικανών) κ.ο.κ.  

Οι μεταφορές αυτές μπορεί να μην είναι ιστορικά ακριβείς. Μετέπειτα, και μάλλον εν είδει έμπρακτης αυτοκριτικής για την στάση που είχε κατά τον Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμο, ο Μεταξάς θα πει το ΟΧΙ στους Ιταλούς διακηρύττοντας ότι η θέση της Ελλάδας στο πλευρό των θαλάσσιων δυνάμεων είναι πάγια. Ακόμα και το ίδιο το ΟΧΙ, που ήταν μια στιγμή –η μοναδική στην δικτατορία του– όπου η ηγεσία συνέκλινε με το ομόθυμο εθνικό αίσθημα, δεν εξυμνείται από την δεξιά αυτή ως στιγμή πανεθνικής κινητοποίησης αλλά γιατί υποτίθεται ότι «τα ΟΧΙ θέλουν Μεταξάδες», δηλαδή δικτατορίες.

Ο πρωθυπουργός, και το ιδεολογικό κλίμα που εκφράζει με την αποστροφή του έρχεται να την συναντήσει από μια άλλη σκοπιά. Για την δική του τοποθέτηση (την οποία εκφράζει από κοινού με διάφορους συμβούλους, διανοούμενους και καθηγητές πανεπιστημίου, που δεν ανήκουν κατ’ ανάγκην όλοι στη ΝΔ) η Μεγάλη Ιδέα υπήρξε επιτομή του ‘εθνολαϊκισμού᾿.

Ένας ‘αταβισμός’ όπως θα έλεγε και ο σύγχρονός μας, Ευάγγελος Βενιζέλος. Μια ονειροφαντασία επαναφοράς των ‘παλαιών μεγαλείων᾿. Μια ψεύτικη υπόσχεση θριάμβου που μας έβαλε σε περιπέτειες, εκεί όπου τα πόδια μας εξέρχονταν έξω από το πάπλωμα, και που γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, αναπόφευκτα οδήγησε στην Καταστροφή. Γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους, η εν λόγω τάση, πιστεύει πως σημείο αφετηρίας μιας σύγχρονης, κεντρώας δημοκρατικής παράταξης στην Ελλάδα είναι η αποκήρυξη του «μεγαλοϊδεατισμού».

Κι όμως· είναι εκ πρώτης όψεως παράδοξο που μια τοποθέτηση η οποία διεκδικεί δάφνες ‘αντιλαϊκισμού’ και άλλες που επιλέγουν τον λαϊκισμό ως σημείο αφετηρίας τους να συγκλίνουν ως προς την απέχθεια προς τη Μεγάλη Ιδέα.

Ή μήπως δεν είναι;

Η στρατηγική της Μεγάλης Ιδέας, που προσπάθησε να εφαρμόσει η… φιλελεύθερη, δημοκρατική παράταξη (σε σύγκρουση με το παλάτι, τους μπολσεβίκους, και τα ρεύματα του πρωτοφασισμού στην Ελλάδα) κάθε άλλο παρά σχέση είχε με τον λαϊκισμό, την ανευθυνότητα, ή την δημαγωγία, έναν εσωστρεφή και οπισθοδρομικό εθνικισμό που κλεινόταν στον εαυτό του, την στιγμή που στην Ευρώπη η προτεραιότητα αφορούσε την ένταξη και την συμμετοχή σε ευρύτερες συμμαχίες.

Κάθε άλλο. Η ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία της Δημοκρατικής παράταξης, η ανάδειξή της σε πλειοψηφικό ρεύμα χτίζεται καθώς η στρατηγική της Μεγάλης Ιδέας αρχίζει και αποδίδει καρπούς μέσα στην πρώτη δεκαετία του 1910. Δίχως αυτήν είναι αδιανόητο να φανταστούμε, όχι μόνον την απελευθέρωση της Ηπείρου, της Μακεδονίας, των νησιών του βορειοανατολικού Αιγαίου –και αργότερα, της Θράκης– αλλά ολόκληρο το άλμα που διέγραψε η Ελλάδα την περίοδο 1909-1915: τον εσωτερικό εκσυγχρονισμό της, που θα ήταν ακόμα ζητούμενος εάν δεν συνδεόταν με το αίτημα της πανεθνικής κινητοποίησης για την απελευθέρωση του υπόδουλου Ελληνισμού· αλλά και τη διεθνή/ευρωπαϊκή αναβάθμισή της, καθώς μέσα σε λιγότερο από 10 χρόνια μετά από την επανάσταση του 1909 η Ελλάδα έφτασε να μετέχει στις συνδιασκέψεις για τον μεταπολεμικό σχεδιασμό της ευρωπαϊκής τάξης πραγμάτων από θέση υψηλού κύρους και αναγνώρισης. Μάλλον ανέλπιστα αν αναλογιστεί κανείς ότι στα τέλη του 19ου αιώνα, η χώρα είχε να αναμετρηθεί με την ντροπιαστική ήττα του 1897 αλλά και την χρεοκοπία.

Όλα τα παραπάνω οφείλονται στην Μεγάλη Ιδέα. Η οποία έφερε την Ελλάδα στην Μικρά Ασία, όχι μόνη της, στο πλαίσιο ενός εθνικού παραληρήματος, αλλά ως κομμάτι μιας νέας ευρωπαϊκής τάξης πραγμάτων που αξίωνε να εγκαθιδρυθεί και που δυστυχώς απέτυχε.

Αξίζει να υπενθυμίσουμε το κλίμα κατά το τέλος του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Η αρχή της ‘αυτοδιάθεσης των εθνών’ κατισχύει υποσκελίζοντας την αναγκαιότητα για την διατήρηση των αυτοκρατοριών που είχε επιβιώσει ως αντίληψη στην Ευρώπη σαν κληροδότημα της Ιεράς Συμμαχίας.

Έτσι, ήρθε το τέλος της Αυστρο-ουγγρικής αυτοκρατορίας. Και υπό αυτό το σκεπτικό η συνθήκη των Σεβρών προετοίμαζε το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την υποκατάσταση του συστήματος ισχύος της, μ’ ένα άλλο, συνεργατικό, που προέβλεπε την αυτοδιάθεση όλων των υπόδουλων σε αυτήν εθνών.

Η Ελλάδα της Μεγάλης Ιδέας αναδείχθηκε σε θεματοφύλακα αυτής της υπό διαμόρφωση τάξης της Ανατολικής Μεσογείου. Δεν τα κατάφερε, όχι εξαιτίας των μεγαλοϊδεατισμών, αλλά για πολύ συγκεκριμένους εγχώριους και διεθνείς λόγους: οι εκλογές του 1920 με την επικράτηση των γερμανόφιλων και την επιστροφή του Κωνσταντίνου, λειτούργησαν σαν ένα ‘διπλωματικό Grexit’ από την τάξη πραγμάτων της Συνθήκης των Σεβρών, τη στιγμή μάλιστα που κρινόταν η βιωσιμότητά της –κι έτσι η Ελλάδα βρέθηκε μόνη στην Μικρά Ασία, δίχως σχέδιο, με τον ρεβανσισμό της παράταξης των βασιλοφρόνων να διαλύει το στράτευμα· παράλληλα, τόσο στην Ρωσία όσο και στην Τουρκία, μπολσεβίκοι και κεμαλιστές θα επιδιώξουν και θα πετύχουν να διατηρήσουν αλώβητη την αυτοκρατορική υπόσχεση, κατά τη μετάβαση από τα έθνη στις αυτοκρατορίες· κάτι που εν πολλοίς επέτυχαν, σε βάρος των εθνών της Ανατολικής Ευρώπης, και των υπόδουλων στην Οθωμανική αυτοκρατορία· τέλος, οι δυνάμεις της Αντάντ, βιώνοντας παράλληλα με τις καταστροφές του Πρώτου Πολέμου, και την απαρχή της κρίσης των δικών τους αποικιακών συστημάτων, θα αποτύχουν να συλλάβουν την σημασία ολοκλήρωσης της μετάβασης από τις αυτοκρατορίες στα έθνη.

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος θα αφήσει πίσω του ανοιχτούς λογαριασμούς. Κάποιοι από αυτούς, συνδεδεμένοι με το γερμανικό αυτοκρατορικό σχέδιο, θα οδηγήσουν στην επανάληψη του πολέμου μόλις 20 χρόνια μετά. Και κάποιοι άλλοι μας ταλανίζουν ακόμα και σήμερα, αν κρίνουμε από την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ή τον νέο-οθωμανισμό του Ερντογάν.  

Υπό αυτό το πρίσμα είναι απολύτως αυτο-ϋπονομευτικό για την Ελλάδα να επιμένει 100 χρόνια μετά την Μικρασιατική Καταστροφή στην αποδόμηση της Μεγάλης Ιδέας.

Το καταλαβαίνουμε· το σύμπλεγμα της ήττας και το τραύμα της καταστροφής επενεργεί ακόμα, κι αυτό είναι που βαθιά μέσα στον ψυχισμό των ελληνικών ηγεσιών λειτουργεί ώστε να αισθάνονται την υποχρέωση να αποκηρύσσουν με κάθε ευκαιρία την Μεγάλη Ιδέα, δηλαδή την εξόρμηση του ελληνισμού προς την εθνική ολοκλήρωση.

Κάτι που γνωρίζουν πολύ καλά ο Ταγίπ Ερντογάν και ο Χουλουσί Ακάρ, και οι άλλοι Τούρκοι αξιωματούχοι και γι’ αυτό και οι αναφορές τους στο 1922 ήταν εν τέλει περισσότερες από εκείνες της Ελληνικής πλευράς κατά τη χρονιά που μας πέρασε. Αν και εκείνοι είναι θύτες μιας γενοκτονίας και υπόλογοι γι’ αυτήν στην παγκόσμια σκηνή, δηλώνουν ευθαρσώς πως δεν έχουν μετανιώσει και πως αντίθετα την αντιμετωπίζουν ως πηγή έμπνευσης και δυναμισμού για το μέλλον.

Όμως φτάνει. Οι κρίσιμες εξελίξεις των τελευταίων χρόνων, και ιδίως του 2022, με την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και την όξυνση του τουρκικού επεκτατισμού, έχουν αποδώσει ξανά στην Ελλάδα έναν ακριτικό ρόλο στο σύνορο μεταξύ της Δύσης και του υπό διαμόρφωση Ευρασιατικού μπλοκ.

Για να ανταποκριθεί το ρόλο αυτό, να αντέξει τις συντριπτικές πιέσεις που εφαρμόζονται, απαιτείται μια νέα Μεγάλη Ιδέα.

Αυτή τη φορά επιβίωσης του Ελληνισμού «στο έσχατο ενδιαίτημά του», κάτι που για να συμβεί θα πρέπει να αναλάβει εκ νέου μεγάλο ρόλο στο διεθνές σύστημα έχοντας ως στήριγμα την ιστορία και τον πολιτισμό της, τις υψηλού κύρους αξίες.

Ας μην ανησυχεί ο πρωθυπουργός. Η μη αποκήρυξη της Μεγάλης Ιδέας δεν θα τον μεταμορφώσει σε «Πάνο Καμμένο»· αντιθέτως θα συμβάλει ώστε να διαχωριστεί ακόμα αποτελεσματικότερα από την πολιτική τοποθέτηση που αντιπροσωπεύει ο Καμμένος. Γιατί ακριβώς η Μεγάλη Ιδέα, και μέσω αυτής, η υπεράσπιση της ιστορικής αφετηρίας της Δημοκρατικής παράταξης ως πλειοψηφικό ρεύμα μέσα στην ελληνική κοινωνία –του Βενιζελισμού, δηλαδή– είναι τα στοιχεία εκείνα που του λείπουν, εάν όντως θέλει να την ανανεώσει αυθεντικά.

Κάτι που θα γνώριζε, αν διάβαζε το 1909-1922, Επανάσταση και Αντεπανάσταση στην Ελλάδα του Γιώργου Καραμπελιά και όχι μόνον τον Ηλία Μαγκλίνη. Γιατί, πώς να το κάνουμε;, τα αυτοβιογραφικά οδοιπορικά δεν αρκούν για να σταθεί κανείς απέναντι στην επέτειο μνήμης των 100 χρόνων από τη Μικρασιατική Καταστροφή…  

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ