του Παναγιώτη Κόπρα, εφ. Ρήξη φ. 2
Τελείωσαν οι Δημοτικές εκλογές και μαζί μ’ αυτές τέλειωσε κι ένα «όμορφο» θέαμα. Τα γεροντάκια που κάθονταν έξω απ’ τα εκλογικά κέντρα αντί να πηγαίνουν στα καφενεία. Και τώρα πάλι τα ίδια; Ερήμωσε η πόλι μας, ερημιά παντού. Οι επικεφαλής των Δημοτικών Κινήσεων μαζέψανε τις ψήφους και εξαφανίστηκαν. Ρε, αυτό που μας λέγατε; Ρε παιδιά, να βρεθούμε, να επικοινωνήσουμε, να σπάσουμε την απομόνωση, ήταν ένα όνειρο που κρατούσε λίγο; Πάλι μας κοροϊδέψατε;
Τα γεροντάκια γυρίσανε στα καφενεία, οι νέοι συνεχίζουν να πηγαίνουν εκεί που πήγαιναν κι εμείς οι απροσάρμοστοι ψαχνόμαστε. Λες σε αριστερό-κομμουνιστή «ρε τα παιδιά μας που πηγαίνουν;» δεν υπάρχουν χώροι διαφορετικοί, δεν είπα εναλλακτικούς γιατί αυτές οι λέξεις «προκαλούν ανατριχίλα», όπως σε κάποιον μακαρίτη προκαλούσε η λέξη ανανέωση. Η απάντηση που μου δόθηκε ήταν: «άσε, τα παιδιά έχουν τα δικά τους». Ποια δικά τους; Τα παιδιά μας τα τσουβαλιάζουν οι επιτήδειοι, εμείς ψαχνόμαστε γιατί ούτε στα καφενεία πάμε (χώρος ΑΒΑΤΟΝ για τις γυναίκες), γιατί ούτε χαρτιά παίζουμε, ούτε καπνίζουμε. Ούτε στις καφετέριες πάμε, γιατί έτσι και σου βάλουν μουσική, πρέπει να εξαφανιστείς. Μένουνε λοιπόν κάποια στέκια λαϊκών ανθρώπων που χωρίς τις «γνώσεις» και τις «περγαμηνές» τις δικές μας προσπαθούν ν’ αντισταθούν στην ισοπέδωση των ταχυφαγείων. Και ‘μεις οι «φωτισμένοι», οι «κουλτουριάρηδες»; Θα ζήσουμε μέσα στο κιτς;
Η πρότασή μου είναι απλή αλλά και δύσκολη. Σε κάθε γειτονιά πρέπει να φτιαχτούν «χώροι ελευθερίας», να πας, να μιλήσεις, ν’ανταλλάξεις γνώμες, έντυπα και ν’ ακούσεις όλα τα είδη της καλής μουσικής. Το «Στέκι του Δήμου» που λένε μερικοί δε φτάνει. Χρειάζονται πολλά στέκια που μπορεί να είναι επιχειρήσεις συνεταιριστικές –εναλλακτικές, που δεν θα μας δίνουν σκουπίδια και θα έχουν και μία πολιτιστική δραστηριότητα. Όλοι αυτοί οι γονείς που από μίμηση έστελναν τα παιδιά τους στα Ωδεία, τα παιδιά τους δεν γίνανε Νταλάρες. Μπορούν όμως έτσι να εκφραστούν και να δημιουργούμε πολιτισμό, να αναπαράγουμε τον πολιτισμό μας χωρίς να τον καταναλώνουμε μόνο. Να γίνουμε από καταναλωτές και μικροπαραγωγοί.
Επίσης μπορούμε να φτιάξουμε Λέσχες, δεν μπλέκουμε ούτε με την εφορία ούτε με το υγειονομικό να μας τα πάρει. Μιλάμε, προβάλλουμε ταινία και φέρνουμε και το φαγάκι απ’ το σπίτι.
Και τέλος υπάρχουν πολλά «ψώνια» που θέλουν, έχουν το μεράκι, να φτιάξουν για παράδειγμα ένα «μουσικό καφενείο» αντί για καφετέρια όπου ακούμε τα «ταλέντα» του Fame Story. Να τον στηρίξουμε, να τον επιβραβεύσουμε και να γίνει ο χώρος μας.
Υπάρχει όμως και το θέμα της ενσωμάτωσης στο σύστημα, θα πούν μερικοί. Τι θα φτιάξουμε μικρές οάσεις, σύντροφε; Τα ξέσπασμα της ένοχης συνείδησης. Οι καλοβολεμένοι θέλουν κάτι «αυθεντικό», μη-ενσωματωμένο. Η αντίσταση στο κιτς και η αντίσταση στα πολιτιστικά σκουπίδια που μας πασάρουν πιστεύω πως μπορεί να φέρει μια μελλοντική άνοιξη κι απ’ τα «ενσωματωμένα» στέκια και απ’ τα μη-ενσωματωμένα. Γιατί στις επερχόμενες γενεές θα δώσουμε ένα διαφορετικό γούστο, μία άποψη διαφορετική στην καθημερινή ζωή κι επειδή ο κομμουνιστικός παράδεισος αργεί, ας δώσουμε μια απάντηση ΕΔΩ και ΤΩΡΑ στην αβάσταχτη καθημερινότητα.
Παναγιώτης Κόρπας
