Του Τζόελ Κότκιν
Δημοσιεύουμε εδώ την ανάλυση του Τζόελ Κότκιν, δίχως απαραίτητα να υιοθετούμε το σύνολο της οπτικής του, κυρίως γιατί περιγράφει χαρακτηριστικά την κοινωνική βάση του φαινόμενου ‘Ζόχραν Μαμντανί’. Του γιού ενός καθηγητή στο ελίτ πανεπιστήμιο Columbia και μιας επιτυχημένης σκηνοθέτιδας, ο οποίος αφού κατάφερε να αποσπάσει το χρίσμα των Δημοκρατικών με μια δυναμική υποψηφιότητα, και μια ατζέντα υπεραριστερή, διεκδικεί τώρα με αξιώσεις την δημαρχία της Νέας Υόρκης. Αξίζει να σημειωθεί, ότι η περίπτωση Μαμντανί απέκτησε μια σχετική δημοσιότητα και στην Ελλάδα, και στην βάση αυτής, συζητήθηκε βάσει των σχετικών ρεπορτάζ ως ‘πιλότος’ και σημείο αναφοράς για μια ανανέωση στο πολιτικό προφίλ τόσο στους ηγετικούς κύκλους του ΠΑΣΟΚ όσο και στην πλευρά του Αλέξη Τσίπρα.
Α.-Ρ.
Περισσότερο κι από την ελκυστική του εμφάνιση, τη γοητεία και την εντυπωσιακή παρουσία του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο κύριος λόγος που ο Ζόχραν Μαμντάνι ίσως γίνει ο επόμενος δήμαρχος της Νέας Υόρκης είναι η εστίασή του στην κρίση κόστους διαβίωσης που αντιμετωπίζει η πόλη –μια κρίση που σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με τις υψηλές τιμές στέγασης.
Η εκστρατεία του Μαμντάνι με σύνθημα το «κόστος ζωής» –που περιλαμβάνει αιτήματα για τη ρύθμιση των ενοικίων, δωρεάν μετακινήσεις, παιδική φροντίδα και κοινωνικά παντοπωλεία– αντιπροσωπεύει σε ορισμένους αριστερούς αναλυτές ως πιθανός δρόμος επιστροφής στην εξουσία, υπό το προσωπείο του αναδυόμενου κινήματος YIMBY («ναι στη γειτονιά μου»), το οποίο επιδιώκει τη μείωση των ενοικίων μέσω της μαζικής κατασκευής κατοικιών.
Αν και ο Μαμτάνι υποστηρίζει ότι η έμφαση που δίνει στο κόστος διαβίωσης στοχεύει στους εργαζόμενους οι οποίοι στράφηκαν προς τον Ντόναλντ Τραμπ, η βασική του εκλογική βάση βρίσκεται αλλού –σε επαγγελματίες σχετικά ευκατάστατους, νέους, εργένηδες, δίχως παιδιά. Για αυτούς, η ρύθμιση των ενοικίων αποτελεί πραγματική ευλογία, παρόλο που ενδέχεται να μην έχουν ανάγκη τα δωρεάν λεωφορεία και μπορεί να μην επιθυμούν τα κοινωνικά παντοπωλεία, εκτός κι αν μοιάζουν με τα Whole Foods[1].
Η στέγαση, φυσικά, δεν αποτελεί πρόβλημα αποκλειστικά της Νέας Υόρκης. Έχει όμως ιδιαίτερη απήχηση στους νεότερους Αμερικανούς. Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Χάρβαρντ για άτομα ηλικίας 18 έως 29 ετών που έγινε φέτος, η στέγαση κατατάσσεται ως το τρίτο σημαντικότερο ζήτημα, μετά τον πληθωρισμό και την υγειονομική περίθαλψη. Η μορφωμένη τάξη των χίπστερ –η εκλογική βάση του Μαμντανί– εύλογα ανησυχεί για το γεγονός ότι στη Νέα Υόρκη χρειάζεσαι ετήσιο εισόδημα 135.000 δολαρίων και άνω, ώστε να μπορέσεις να ανταποκριθείς στο κόστος μιας αξιοπρεπούς κατοικίας δίχως να δεις το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός σου να καταβροχθίζεται.
Σε εθνικό επίπεδο, μια ενδεχόμενη νίκη του Μαμντανί θα μπορούσε να προσφέρει σημαντική ώθηση στο κίνημα YIMBY. Από την προέλευσή του στην Καλιφόρνια, το κίνημα αυτό διαμορφώθηκε υπό το καθεστώς μιας ιδιότυπης συνάντησης: ενισχύθηκε αρχικά από την τεχνολογική και κτηματομεσιτική ελίτ του Σαν Φρανσίσκο, ενώ ταυτόχρονα αγκαλιάστηκε και από πιο αναμενόμενους υποστηρικτές της Αριστεράς με μια ατζέντα υπέρ της ενοικιαστικής ρύθμισης, των γενναίων επιδομάτων και της δημόσιας στέγασης. Καθώς όμως οι πολιτικές του YIMBY –όπως η αναζωνοποίηση και η αύξηση της πυκνότητας δόμησης– είτε απέτυχαν να λύσουν το πρόβλημα είτε δεν κατάφεραν να κερδίσουν τη στήριξη της κοινής γνώμης, πιο δραστικές σοσιαλιστικές προσεγγίσεις φαίνεται να κερδίζουν έδαφος.
Το κίνημα YIMBY τουλάχιστον έχει δίκιο σε ένα πράγμα: η έλλειψη νέας στέγασης αποτελεί βαθιά εθνική αποτυχία. Ένα εκατομμύριο λιγότερα σπίτια –συμπεριλαμβανομένων και πολυκατοικιών– χτίστηκαν το 2024 σε σύγκριση με το 1972, όταν ο πληθυσμός των ΗΠΑ ήταν κατά 130 εκ. λιγότερος. Σύμφωνα με μια εκτίμηση, η στεγαστική αγορά των ΗΠΑ παρουσιάζει έλλειμμα της τάξης των 4,5 εκατομμυρίων κατοικιών.
Αν και οι YIMBY έχουν εντοπίσει ένα κρίσιμο πρόβλημα, όπου κι αν εφαρμόστηκαν οι λύσεις που προτείνουν συχνά οδήγησαν σε επιδείνωση της κατάστασης. Η ανάπτυξη υψηλής οικιστικής πυκνότητας, η οποία προβάλλεται ως εναλλακτική της άναρχης αστικής εξάπλωσης, δεν λύνει το πρόβλημα των πόλεων ως προς την υψηλή αξία της γης, αλλά και του κατασκευαστικού κόστους.
Σε όλο τον αγγλόφωνο κόσμο, η πιο ακριβή στέγαση συναντάται συνήθως σε περιοχές που έχουν υιοθετήσει το αφήγημα των YIMBY: Σίδνεϊ, Βανκούβερ, Αδελαΐδα, Χονολουλού, Μελβούρνη και Μπρίσμπεϊν. Αλλά πουθενά αυτή η σύνδεση δεν είναι πιο ξεκάθαρη απ’ ό,τι στην Καλιφόρνια, την κοιτίδα του κινήματος.
Δεν πρόκειται απλώς για το φαινόμενο όπου οι υψηλές τιμές ακινήτων δημιουργούν ευρεία βάση υποστήριξης του YIMBYισμού. Τα τελευταία χρόνια, οι YIMBY και οι σύμμαχοί τους στην Καλιφόρνια κατάφεραν να περάσουν εκατοντάδες, υποτίθεται φιλοαναπτυξιακούς, νόμους για τη στέγαση. Ωστόσο, ο ρυθμός που χτίζονται οι νέες κατοικίες έχει μειωθεί. Από το 2020 και μετά, η Καλιφόρνια υστερεί σταθερά όχι μόνο στην κατασκευή σπιτιών, αλλά και πολυκατοικιών. Καμία μητροπολιτική περιοχή της Καλιφόρνια δεν βρέθηκε στις 50 πρώτες σε ανάπτυξη στέγασης την περασμένη χρονιά· αντίθετα, το Τέξας είχε 6 περιοχές στη λίστα και η Φλόριντα 11. Το Λος Άντζελες, η κυρίαρχη μητροπολιτική περιοχή της πολιτείας, δεν μπήκε καν στις πρώτες 200.
Το αποτέλεσμα είναι εξωφρενικά υψηλές τιμές κατοικιών, που περιορίζουν δραματικά τις δυνατότητες απόκτησης ιδιόκτητης στέγης. Μια μελέτη έδειξε ότι μια μέση οικογένεια στο Σαν Χοσέ ή το Σαν Φρανσίσκο θα χρειαζόταν 125 χρόνιαγια να αποταμιεύσει το απαιτούμενο ποσό για προκαταβολή αγοράς μιας κατοικίας μέσης τιμής (150 στο Λος Άντζελες). Στην Ατλάντα ή στο Χιούστον, η αντίστοιχη περίοδος είναι μόλις 12 χρόνια. Δεν είναι τυχαίο ότι η Καλιφόρνια έχει το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό ιδιοκατοίκησης στις ΗΠΑ, με 56%, ενώ η Νέα Υόρκη έχει το χαμηλότερο, με 55%.
Φυσικά, αυτό μπορεί να μην ενοχλεί τους αριστερούς YIMBY, οι οποίοι δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για τέτοια μπουρζούαδικα όνειρα όπως η ιδιοκατοίκηση. Φαίνεται να συμβιβάζονται απόλυτα με την ιδέα της ενοικίασης εφ’ όρου ζωής –αρκεί να υπάρχει επαρκής ρύθμιση ενοικίων. Για αυτούς, όπως παρατηρεί ο Κρίστοφερ ΛεΓκράς, διορατικός αναλυτής του NIMBYισμού στο Λος Άντζελες, «η στέγαση είναι στέγαση», και οι διακριτές προτιμήσεις των διαφόρων κοινωνικών ομάδων δεν λαμβάνονται υπόψη. Θεωρούν ότι το νοίκι και οι ομοιογενείς τύποι κατοικίας μπορούν να απευθύνονται εξίσου σε χίπστερ, ηλικιωμένους, οικογένειες με παιδιά ή μετανάστες από άλλες χώρες.
Οι άνθρωποι με τα χρόνια αλλάζουν. Καθώς μεγαλώνουν, οι περισσότεροι —αν και όχι απαραίτητα οι φιλο-Μαμντανί αστοί των πόλεων— αρχίζουν να αναζητούν πιο φιλικές προς την οικογένεια κατοικίες. Σήμερα, σχεδόν τα 2/3 των Αμερικανών millennials (ηλικίας 25 έως 44 ετών) δηλώνουν ότι επιθυμούν να αποκτήσουν ιδιόκτητο σπίτι. Για να το πετύχουν, συχνά μετακομίζουν σε μικρότερες πόλεις ή σε πιο απομακρυσμένα προάστια. Έχουν βάσιμους λόγους: οι ιδιοκτήτες κατοικιών δεν είναι μόνο πιο εύποροι από τους ενοικιαστές –είναι επίσης σωματικά και ψυχικά υγιέστεροι, ψηφίζουν συχνότερα, και τα παιδιά τους τείνουν να έχουν καλύτερες επιδόσεις στην εκπαίδευση.
Ο YIMBYισμός, ακόμη και στη μετριοπαθέστερη εκδοχή του, όπως παρουσιάζεται στο βιβλίο Abundance των Έζρα Κλάιν και Ντέρεκ Τόμσον, σε μεγάλο βαθμό αγνοεί τα προάστια και τις περιοχές της υπαίθρου όπου ζει η πλειοψηφία των Αμερικανών, ενώ αποφεύγει συστηματικά να θίξει το ζήτημα της ιδιοκτησίας. Όπως σημειώνει η νομικός Τζένιφερ Ερνάντεζ, υπάρχει «ένα άσχημο ελιτίστικο υπόβαθρο» στην ατζέντα της «αφθονίας», η οποία αντικατοπτρίζει τις αξίες των επαγγελματιών χίπστερ, ενώ αποφεύγει ακόμη και να αναγνωρίσει την ύπαρξη όσων δεν θέλουν να ζουν στα κέντρα των πόλεων, επιθυμούν να αγοράσουν μονοκατοικία και δεν θέλουν να μοιράζονται τοίχους, ήχους, διαδρόμους ή… μυρωδιές με τους γείτονες.
Ωστόσο, αντί να απευθύνεται στις προτιμήσεις του κόσμου, το όραμα του Μαμντανί δεν μοιάζει με μια σύγχρονη εκδοχή της Levittown[2] στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά περισσότερο με μια αναβίωση ενός αστικού σχεδιασμού σοβιετικού τύπου. Οι προτεραιότητες των παλαιότερων σοσιαλδημοκρατών –καλύτερα σχολεία, βασικές υποδομές, προσιτή στέγαση και προώθηση των εργατικών επαγγελμάτων– αντανακλούσαν τις βασικές φιλοδοξίες της πλειονότητας του κόσμου. Αντίθετα, οι περισσότεροι YIMBY διακατέχονται από μια περισσότερο ιδεολογική αντίληψη –μια εξιδανικευμένη «Κομμουνιστική Πόλη» τύπου της δεκαετίας του ’60, η οποία απορρίπτει πλήρως την έννοια της μονοκατοικίας και της ιδιοκτησίας. Αντιθέτως, προτάσσει την ανάπτυξη από το κράτος ενός αστικού μοντέλου βασισμένου σε συμπαγή συγκροτήματα κατοικιών, με την κατανάλωση, τις υπηρεσίες και την ψυχαγωγία ενταγμένες σε κοινοτικά κτίρια. Τότε οι αυλές και οι κήποι θεωρούνταν ασύμβατοι με την προώθηση του σοσιαλιστικού πνεύματος.
Φυσικά, στις ΗΠΑ έχουμε τη δική μας πικρή εμπειρία με τη δημόσια στέγαση. Μαζικά κρατικά στεγαστικά προγράμματα όπως το Cabrini-Green στο Σικάγο ή το Pruitt-Igoe στο Σεντ Λούις μετατράπηκαν σε δυστοπίες βουτηγμένες στην εγκληματικότητα και πλέον έχουν κατεδαφιστεί. Ο δημόσιος στεγαστικός φορέας της Νέας Υόρκης αποτελούσε σκάνδαλο επί δεκαετίες –με κτίρια χωρίς θέρμανση ή ζεστό νερό, χαλασμένα ασανσέρ, εισβολές από τρωκτικά και υδραυλικές βλάβες που μπορεί να πάρει μήνες ή και χρόνια για να επισκευαστούν.
Γιατί λοιπόν το μήνυμα του Μαμντανί βρίσκει τόσο ισχυρή απήχηση, ιδιαίτερα στους νεότερους, κυρίως λευκούς κατοίκους της Νέας Υόρκης; Οι Νεοϋορκέζοι –ακόμη και οι μορφωμένοι– δεν μπορούν πλέον να ελπίζουν ρεαλιστικά ότι θα μπορέσουν να πληρώσουν ενοίκιο σε τιμές αγοράς για ένα αξιοπρεπές διαμέρισμα, πόσο μάλλον να αγοράσουν. Όσο προνομιούχοι κι αν είναι, αυτοί οι νέοι αντιμετωπίζουν μια αγορά εργασίας που γίνεται όλο και πιο δύσκολη για τους πτυχιούχους. Οι πιο ευάλωτοι είναι οι επαγγελματίες του «μαλακού» τομέα της οικονομίας, που ιστορικά συγκεντρώνονταν στη Νέα Υόρκη: επαγγέλματα όπως τα χρηματοοικονομικά, οι λογιστές, οι δικηγόροι και οι προγραμματιστές απειλούνται ολοένα και περισσότερο από την άνοδο της τεχνητής νοημοσύνης.
Στο στόχαστρο βρίσκονται επίσης πολλοί που εργάζονται σε «δημιουργικά» επαγγέλματα. Πρόκειται συχνά για νέους πτυχιούχους, οι οποίοι, ακόμη κι αν βρουν δουλειά, πιθανότατα δεν θα βρίσκουν ικανοποιητικές αμοιβές.
Πώς λοιπόν τα φέρνει πέρα ένας καλλιτέχνης ή ένας αναλυτής στη Νέα Υόρκη, στο Λος Άντζελες ή στο Σαν Φρανσίσκο; Θα μπορούσε να μετακομίσει σε φθηνότερες πόλεις ή στα περίχωρα –αλλά σήμερα ακόμη και τέτοιες περιοχές, όπως το Όστιν, έχουν γίνει υπερβολικά ακριβές. Πολλοί είναι υπερβολικά δεμένοι με υπερ-αστικά πολιτισμικά αξιακά συστήματα –η απορρύθμιση του φύλου, τα ανοιχτά σύνορα, ή ο πολυπολιτισμός των φυλετικών ποσοστώσεων– που δύσκολα γίνονται αποδεκτά στον υπόλοιπο πληθυσμό. Για να ικανοποιήσουν την επιθυμία τους να ζουν στο επίκεντρο του αστικού πολιτισμού, ζητούν από τους φορολογούμενους –και ιδιαίτερα από τους κατά κανόνα μισητούς πλουσίους[3]– να καλύψουν τη διαφορά μέσω επιδοτήσεων και ελέγχου ενοικίων.
Ο κίνδυνος εδώ είναι ότι, ορίζοντας τον εαυτό της μέσα από πολιτισμικές προτιμήσεις και σοσιαλιστικές «αξίες», η Νέα Υόρκη κινδυνεύει να χάσει το εμπορικό, φιλόδοξο πνεύμα που υπήρξε η πεμπτουσία της πόλης από τότε που ήταν Ολλανδική κτήση. Αναδιαμορφωμένη πρωτίστως ως παιδική χαρά για πτυχιούχους και τους «νεπο-μπέιμπις»[4], η Νέα Υόρκη απειλείται με την εγκατάλειψη του ιδιαίτερου κοινωνικού της μίγματος: των μεσαίας πυκνότητας γειτονιών της μεσοαστικής τάξης και των λαϊκών συνοικιών της εργατικής τάξης. Αν βρεθούν τα χρήματα για να χρηματοδοτηθούν τα όνειρα του Μαμντανί, η πόλη μπορεί να καταλήξει ένα πνιγηρό, υπερπυκνό αστικό σύμπλεγμα που θυμίζει τα ομόκεντρα δαχτυλίδια της Μόσχας –περιοχές με τη γοητεία ενός στρατοπέδου συγκέντρωσης. Ίσως να μην είναι αυτό το όραμα που περιμένουν οι υποστηρικτές του Μαμντανί, αλλά είναι σίγουρα ένα πιθανό ενδεχόμενο, αν κρίνουμε από τη θλιβερή ιστορία των πόλεων που διοικήθηκαν από σοσιαλιστικά καθεστώτα.
* Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα spiked.com στις 5 Ιουλίου 2025, με πρωτότυπο τίτλο «Σπίτια για τους Χίπστερ» (Homes for hipsters). Ο ελληνικός τίτλος (όπως και η μετάφραση) αποτελεί προσθήκη του ardin–rixi.gr. Ο Τζόελ Κότκιν είναι τακτικός αρθρογράφος του Spiked, υπότροφος ανώτερος ερευνητής στις Σπουδές για την Πόλη του Πανεπιστημίου Τσάπμαν στο Όραντζ της Καλιφόρνια, και ερευνητικός συνεργάτης του Ινστιτούτου Civitas του Πανεπιστημίου του Τέξας.
[1] Η Whole Foods είναι μια αλυσίδα λιανικής, με έδρα στο Ώστιν του Τέξας, γνωστή για τα βιολογικά προϊόντα που προσφέρει (πηγή: Wikipedia).
[2] Η Levittown, ήταν ένας προαστιακός οικισμός με φθηνές μονοκατοικίες οι οποίες κατασκευαζόταν μαζικά, και απευθύνονταν στους βετεράνους του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και τις οικογένειες της. Πήρε το όνομά της από την εταιρεία που κατασκεύαζε (Levitt&Sons), ενώ τα χαρακτηριστικά της (ομοιομορφία, τακτοποιημένοι κήποι) διαμόρφωσαν ένα μοντέλο για την αμερικανική προαστιοποίηση που επεκτάθηκε έπειτα από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και εκτόξευσε το ποσοστό ιδιοκατοίκισης στις ΗΠΑ (πηγή: Wikipedia).
[3] Εδώ ο συγγραφέας φαίνεται να ξεχνάει την ανάλυση που άλλοτε ο ίδιος έκανε, ότι δηλαδή οι ‘πλούσιοι’ καταφέρνουν να διαφεύγουν των φορολογικών αυξήσεων, τόσο εξαιτίας των φοροαπαλλαγών που ψηφίζονται (όπως επί Τραμπ), όσο και επειδή σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης είναι σε θέση να κρύβουν τις περιουσίες τους στο εξωτερικό. Μεγάλο μέρος των φορολογικών αυξήσεων που συνεπάγονται οι πολιτικές αυτές επιβαρύνουν επί της ουσίας την μεσαία, ιδιοκτήτρια τάξη, η οποία όμως πιέζεται ούτως ή άλλως από τον πληθωρισμό, και την άνοδο του γενικού κόστους διαβιωσης.
[4] Nepo-babies είναι οι απόγονοι των ευκατάστατων τάξεων.
